Μαρία (Κεφάλαιο 8)

Δημοσιεύτηκε από τη: Maria Atalanti

Δημοσιεύτηκε στις: 24/10/2021

Πίσω στο ιστολόγιο

(Η ιστορία αυτή είναι προϊόν μυθοπλασίας και κανένα από τα πρόσωπα δεν είναι υπαρκτό. Τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται είναι πραγματικά)

Λευκωσία φθινόπωρο 1926

Η Μαρία έμενε στο καινούργιο της σπίτι εδώ και λίγο καιρό. Ήταν ένα αρκετά απλό σπίτι σε σχέση με την πολυτέλεια που ήταν συνηθισμένη, αλλά αυτό δεν της δημιουργούσε κανένα πρόβλημα. Διέθετε και ηλεκτρισμό, κάτι που δεν υπήρχε πριν φύγει από την Κύπρο. Στη Λευκωσία, το 1913, είχε ιδρυθεί ιδιωτική εταιρεία ηλεκτρισμού  και έτσι όσα σπίτια το επιθυμούσαν και μπορούσαν να πληρώσουν, είχαν παροχή. Δεν της έλειπε τίποτε,  για να ζει άνετα.

Μία κυρία από τη γειτονιά ερχόταν καθημερινά και αναλάμβανε τις δουλειές του σπιτιού και το μαγείρεμα. Το βράδυ γύριζε στο σπίτι της και στην οικογένειά της. Την έλεγαν κυρία Βασιλεία και η Μαρία τη συμπαθούσε ιδιαίτερα. Ήταν εξαίρετη μαγείρισσα. Αυτό ενθάρρυνε  τη Μαρία να προσπαθήσει να μάθει και εκείνη να μαγειρεύει κυπριακά φαγητά, που τα εύρισκε εξαιρετικά εύγευστα, σε σχέση με τα νερόβραστα αγγλικά στα οποία ήταν συνηθισμένη.

Η κυρία Βασιλεία είχε δύο κόρες, την Ελένη και τη Γεωργία. Ήταν γύρω στα οκτώ με δέκα και συχνά έρχονταν με τη μητέρα τους. Η Μαρία τους έλεγε ιστορίες για τη μακρινή Ινδία, για τους ελέφαντες και για τους φακίρηδες. Εκείνες την άκουγαν με ανοικτό το στόμα. Είχε μάλιστα γράψει στην κόρη της να της στείλει το βιβλίο The «Jungle Book: Mowgli’s Story» (Το βιβλίο της ζούγκλας, η ιστορία του Μόγλη), του Rudyard Kipling. Λογάριαζε να τους το διαβάζει η ίδια και να τους το μεταφράζει συγχρόνως.

Παρόλο που δεν είχε καταφέρει ακόμα να βρει οτιδήποτε για το θέμα που την ενδιέφερε, ήταν πολύ ευτυχισμένη στη Λευκωσία, «Χώρα», όπως την αποκαλούσαν οι ντόπιοι. Είχε αποφασίσει να ενεργεί με σύστημα για να μην κινήσει υποψίες για αυτό που έψαχνε. Ήταν πολύ σοφή η απόφασή της να προφασιστεί ότι θα γράψει ένα βιβλίο για την Κύπρο. Με αυτό τον τρόπο μπορούσε να πλησιάζει τους ανθρώπους και να τους ρωτά διάφορα, χωρίς να υποψιάζονται.

Η πόλη της Λευκωσίας είχε αναβαθμιστεί πολύ από τότε που τη θυμόταν. Είχε επεκταθεί έξω από τα τείχη προς τις περιοχές των Αγίων Ομολογητών, του Αγίου Δομετίου και προς το Καϊμακλί. Η Μαρία ανακαλούσε στη μνήμη της, όταν ήταν μικρή, το πρώτο καιρό που άρχισε να βγαίνει με τη μητέρα της, ότι έξω από τα τείχη, στο δρόμο προς το Καϊμακλί, υπήρχαν λεπροί που εκλιπαρούσαν τους περαστικούς για κάτι να φάνε. Ήταν ένα πολύ τραγικό θέαμα. Τώρα είχε κτιστεί ένα λοιμοκαθαρτήριο έξω από τα τείχη και είχαν τουλάχιστον κάποια περίθαλψη. Γενικά, παρόλο που υπήρχαν ζητιάνοι στους δρόμους, δεν υπήρχε η ίδια αθλιότητα και οι ίδιες αρρώστιες με το παρελθόν.

Μόλις η Μαρία έβαλε μια τάξη στη ζωή της, προσπάθησε να ταξινομήσει τις προτεραιότητές της και να δει από πού και πώς θα άρχιζε την έρευνά της. Είχε δύο πτυχές η αναζήτησή της. Να βρει το σπίτι που έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της και να δει αν μπορούσε να μάθει κάτι από το περιβάλλον και τους γείτονες και παράλληλα να ψάξει για τον δάσκαλό της, τον Αντώνιο Φιλίππου. Από κάτι ασαφείς κουβέντες που της είχε πει η μητέρα της πριν πεθάνει, είχε καταλάβει ότι ο δάσκαλος δε θα μπορούσε να ζει ακόμα. Οπότε θεώρησε σωστό να θέσει σαν πρώτο στόχο της να βρει το σπίτι.  Η έρευνα για τον δάσκαλο θα ήταν πιο δύσκολη.

Άρχισε να ψάχνει από τους τουρκομαχαλάδες, κοντά στο σαράγιο (τούρκικο διοικητήριο) και την Αγία Σοφία, που είχε μετατραπεί σε τζαμί από τότε που κατέλαβαν οι Οθωμανοί την Κύπρο. Επισκεπτόταν συχνά την περιοχή, μιλούσε με τους Τουρκοκυπρίους κατοίκους της και τους έλεγε ότι γράφει ένα βιβλίο. Όλοι ήταν εντυπωσιασμένοι από αυτή την Αγγλίδα που μιλούσε τούρκικα. Οι γυναίκες την καλούσαν συχνά στο σπίτι τους για να πιει καφέ και όπως κουβέντιαζαν, η Μαρία προσπαθούσε να συλλέξει πληροφορίες.

Κοίταζε με προσοχή τα σπίτια στα στενά και προσπαθούσε να αναγνωρίσει κάτι, αλλά μάταια. Σκέφτηκε ότι πιθανόν να κατεδαφίστηκε το σπίτι μέσα στο οποίο έζησε τα πρώτα της άθλια χρόνια. Παράλληλα προσπάθησε να μάθει πού ήταν θαμμένοι οι Τουρκοκύπριοι, μήπως βρει τον τάφο της μάνας Αϊσέ. Ήθελε να τιμήσει τη μνήμη αυτής της γυναίκας που της στάθηκε με αγάπη, αλλά δυστυχώς δεν έμαθε οτιδήποτε που θα μπορούσε να τη διαφωτίσει.

Μερικές φορές αντί να πάει προς τους τουρκομαχαλάδες προτιμούσε  να περπατήσει, να περιδιαβάσει στην πόλη. Την εύρισκε γενικά πολύ ενδιαφέρουσα με τα στενά δρομάκια, τις εκκλησιές, μία σε κάθε γειτονιά, τα καφασωτά παράθυρα, τους Ελληνοκυπρίους – που αρκετοί ακόμα φορούσαν μαύρες βράκες – και τους Τουρκοκυπρίους που φορούσαν άσπρες βράκες και φέσι. Είχε προσέξει ότι οι μουσουλμάνες δεν έφεραν όλες φερετζέ και γενικά κυκλοφορούσαν σχετικά ελεύθερα. Πολλοί Ελληνοκύπριοι άνδρες και γυναίκες  της πόλης ήταν ντυμένοι αρκετά μοντέρνα και προσπαθούσαν να ακολουθήσουν τα ευρωπαϊκά έθιμα και να απομακρυνθούν από τη μιζέρια του παρελθόντος. Είχαν κτιστεί θέατρα, όπως το θέατρο Παπαδοπούλου, γίνονταν χοροεσπερίδες και είχε αρχίσει γενικά να υπάρχει μια κάποια κοινωνική ζωή.

Η σύζυγος του  Άγγλου αρμοστή δεχόταν επισκέψεις μια φορά την εβδομάδα και η Μαρία δεν παρέλειψε να δώσει το παρόν της μια – δυο φορές, ντυμένη και απαστράπτουσα, ως πραγματική Λαίδη. Έπρεπε να κρατά τις ισορροπίες και παράλληλα μέσα από αυτές τις συγκεντρώσεις έκανε γνωριμίες και αντλούσε πληροφορίες για την κοινωνία του παρελθόντος. Είχε πάει και στα χορευτικά τέϊα, που οργανώνονταν σε λέσχες και ξενοδοχεία. Εκεί έτυχε να δει και Ρώσους πρόσφυγες, που διέφυγαν μετά την κόκκινη επανάσταση του 1917, ντυμένους  με την επίσημη τσαρική στολή τους.

Ένα πολύ ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της πόλης ήταν το Γυναικοπάζαρο. Άρεσε στη Μαρία να το επισκέπτεται και να χαζεύει τα εκθέματα που οι γυναίκες αράδιαζαν στα καλντερίμια (πεζοδρόμια)και στις πεζούλες. Ήταν ένα καθαρά γυναικείο παζάρι που πραγματοποιείτο στο τέλος του Μακρύδρομου, προς την αριστερή πλευρά, μέσα στην παλιά πόλη. Εκεί γυναίκες, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, αλλά και Αρμένισσες,  έφερναν τα εμπορεύματά τους, που κυρίως ήταν υφαντά, Λευκαρίτικα κεντήματα, πιπίλες της Λαπήθου, αλατζές της Κυθραίας, μεταξωτά της Χώρας, κροσέδες (κεντήματα με βελονάκι) του Στροβόλου, κουρούκλες (μαντίλες) με φλόκους για το λουτρό και διάφορα γλυκά. Το Γυναικοπάζαρο πραγματοποιείτο κάθε Παρασκευή και τη μέρα αυτή οι γυναίκες καταλάμβαναν όλη την περιοχή και σταματούσαν τη συγκοινωνία. Μάλιστα η ίδια, είχε αγοράσει μεταξωτά υφάσματα και τα έστειλε σαν δώρο στην κόρη της στο Λονδίνο. Κυκλοφορούσε μία φήμη πως ο πρώτος Βρετανός Αρμοστής είχε στείλει ένα μεταξωτό πουκάμισο από τη Λευκωσία, στη βασίλισσα Βικτώρια, που της άρεσε τόσο πολύ, που ζήτησε και να της στείλουν και άλλα.

Όλες αυτές οι περιδιαβάσεις στην πόλη άρεσαν στη Μαρία, αλλά δεν εύρισκε ότι προχωρούσε καθόλου με την έρευνά της και αυτό την ανησυχούσε. Οι επισκέψεις της στους τουρκομαχαλάδες δεν απέδωσαν τίποτε και βρισκόταν στο σημείο μηδέν. Εκείνο που την εντυπωσίασε μία μέρα και την τάραξε κάπως, ήταν ένα θεωρητικά ασήμαντο συμβάν. Καθώς περπατούσε στις γειτονιές,  μία Τουρκάλα, την κάλεσε να την κεράσει εκμέκ καντεΐφ και παράλληλα της πρόσφερε και καφέ. Σε εκείνο το σπίτι καθόταν παράμερα μία γριά, σταφιδιασμένη και η οικοδέσποινα πρότεινε να της δώσουν το φλυτζάνι της Μαρίας για να της πει την τύχη της,  από τα κατακάθια του καφέ. Η Μαρία που δεν πίστευε σε τέτοιες προκαταλήψεις, προσπάθησε να το αποφύγει αλλά δεν πρόλαβε.

-Άσε ξέρει αυτή, της είπε η οικοδέσποινα.

Η γριά πήρε το φλυτζάνι της Μαρίας, το στριφογύρισε, το μελέτησε, ψιθύριζε κάτι ακατάληπτα λόγια και μετά της είπε:

-Κυρά, δεν είναι αυτό που φαίνεται. Είναι βασίλισσα, όμως μεγάλωσε σαν ζώο, και βασίλισσα έγινε πάλι. Δρόμος δύσκολος, όμως ένας δάσκαλος κρατά τη λάμπα και φέγγει στο σκοτάδι. Θα βρεις αυτό που ψάχνεις κυρά μου.

Και μετά σώπασε και γύρισε στη γωνιά της. Η οικοδέσποινα τα έχασε λίγο με τα παράξενα λόγια της γριάς και προσπάθησε να δικαιολογηθεί μα η Μαρία τη σταμάτησε, λέγοντας πως είναι εντάξει. Δεν πιστεύει σε τέτοιες δοξασίες. Στην πραγματικότητα όμως είχε ταραχτεί.

Την επόμενη μέρα αποφάσισε να μην πάει από τη συνηθισμένη της διαδρομή. Έφυγε από το σπίτι της, προχώρησε προς την Αρχιεπισκοπή, είδε το νέο κτήριο του Παγκυπρίου Γυμνασίου, που ανακαινίσθηκε μετά την πυρκαγιά του 1920, πέρασε από την εκκλησία του Αγίου Κασσιανού και προχώρησε αρχικά δυτικά και μετά έστριψε βόρεια. Ήταν και εδώ τουρκομαχαλάδες αλλά δεν είχε ξαναέρθει. Σε ένα σημείο, που ο δρόμος είχε μία στροφή, το είδε.

Ήταν εκεί απέναντί της το σπίτι που έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της. Βρισκόταν σε άθλια κατάσταση σαν εγκαταλειμμένο, αλλά το αναγνώρισε. Είδε τις γοτθικές αψίδες, το κιόσκι στην πρόσοψη, μα πάνω απ’ όλα αισθάνθηκε μια γροθιά στο στομάχι, που την έκανε σχεδόν να σκύψει από πόνο.

Έμεινε σχεδόν σαν αποσβολωμένη και το κοίταζε μην μπορώντας να προχωρήσει ούτε μπροστά ούτε πίσω. Μια Τουρκάλα που καθόταν στο δρόμο δίπλα και καθάριζε φασολάκια, την πρόσεξε.

-Είσαι καλά κυρά; τη ρώτησε. Έλα κάθισε να σου φέρω ένα ποτήρι νερό.

Μαζί με το νερό η γυναίκα της έφερε και καφέ. Ήπιε το νερό και τον καφέ και άρχισε να βοηθά τη γυναίκα να καθαρίσει τα φασολάκια. Η γυναίκα ήταν πολύ ομιλητική και συγχρόνως κολακευμένη που μια Αγγλίδα κυρία κάθισε μαζί της και τη βοηθούσε. Περισσότερο δε,  ήταν εντυπωσιασμένη που η κυρία αυτή μιλούσε τούρκικα! Με την πρώτη ερώτηση της Μαρίας για το σπίτι και την ιστορία του άρχισε να μιλά και χωρίς δεύτερη ερώτηση από τη Μαρία, διηγήθηκε τα πάντα:

-Αυτό το σπίτι ήταν κάποτε παλάτι. Το έκτισαν οι Φράγκοι πριν πολλά – πολλά χρόνια. Όταν ήμουν μικρή έμεναν κάποιοι πλούσιοι, που ήρθαν από την Πάφο. Παράξενοι άνθρωποι. Δε μιλούσαν με κανένα στη γειτονιά. Ο άντρας ήταν κάπως άγριος και η γυναίκα του στριμμένη. Δεν είχαν παιδιά και εκείνος μετά από χρόνια έφερε δεύτερη γυναίκα στο σπίτι αλλά ούτε με αυτή έκαμε παιδιά. Νομίζω τον αφέντη τον έλεγαν Σουλεϊμάν και η γυναίκα του Φατμά.

-Η μάνα του ήταν πιο καλή, αλλά ούτε αυτή έβγαινε πολύ έξω. Σαν να ήθελαν κάτι να κρύψουν. Είχαν μία υπηρέτρια, Εμινέ την έλεγαν, που ήταν συνομήλική μου. Την έστελναν κάποτε σε θελήματα και σταματούσε και παίζαμε. Ποτέ όμως δεν έλεγε τι γινόταν στο σπίτι. Φοβόταν.

-Η αννεσίνα (γιαγιά) μου, έλεγε ότι ο αφέντης του σπιτιού κάτι κακό είχε κάμει και ο Αλλάχ τον τιμωρούσε. Για αυτό δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Εγώ όμως είχα ακούσει από άλλα παιδιά στη γειτονιά ότι είχε κλέψει ένα παιδί και για αυτό έφυγε από την Πάφο. Πάντως, παιδί, εμείς ποτέ δεν είδαμε. Μπορεί να ήταν και ψέματα.

-Όλοι αυτοί, που λες λοιπόν, πέθαναν ένας, ένας και το σπίτι ερήμωσε. Η αννεσίνα μου όμως επέμενε ότι όλα αυτά ήταν τιμωρία από τον Αλλάχ. Ποιος ξέρει; Μπορεί να είχαν κάμει κάτι κακό, μπορεί και όχι. Γνωρίζει κανείς τι του γράφει το κισμέτ (τύχη) του;

Η γυναίκα μιλούσε γρήγορα και με τις απανωτές πληροφορίες που αράδιαζε, η Μαρία ζαλίστηκε. Συγκρότησε όπως μπορούσε τον εαυτό της και ευχαριστώντας την γυναίκα για το κέρασμα έφυγε.

Μέχρι να φτάσει στο σπίτι της τα πόδια της έτρεμαν. Σωριάστηκε σε μια καρέκλα και η κυρία Βασιλεία έτρεξε να της φέρει νερό και να της κάνει τσάι. Η Μαρία προσπαθούσε να συνέλθει αλλά ήταν πολύ δύσκολο.

Περίμενε τόσα χρόνια να μάθει κάποια πληροφορία για το παρελθόν της και τώρα που άρχισε να έχει μια αχνή εικόνα δεν μπορούσε να το διαχειριστεί. Πέρασαν πολλές ώρες ώσπου να καταφέρει να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη και να πείσει την κυρία Βασιλεία ότι ήταν καλά και μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι της.

Όταν έμεινε μόνη της διαπίστωσε ότι  στην πραγματικότητα δεν είχε μάθει και πολλές πληροφορίες. Εκτός από αυτά που γνώριζε, τα νεότερα ήταν ότι η οικογένεια καταγόταν από την Πάφο και ότι υπήρχε η πιθανότητα να την είχαν κλέψει. Αυτές οι πληροφορίες, μπορεί να έβαζαν σε μία σειρά τα γεγονότα, όμως δεν της έδιναν κάποια κατεύθυνση για να ακολουθήσει. Ήταν αόριστες πληροφορίες, που δεν οδηγούσαν πουθενά. Μία σημαντική ίσως πληροφορία ήταν η υπηρέτρια με το όνομα Εμινέ. Αν αυτή ζούσε ακόμα, πιθανόν να ήξερε κάτι. Κάπου βαθιά στη μνήμη της υπήρχε μία αχνή εικόνα ενός κοριτσιού, μα δε θυμόταν πολλά πράγματα.

Αποφάσισε την επομένη να ξαναεπισκεφτεί την κυρία για να την ευχαριστήσει, παράλληλα να την ενημερώσει για το βιβλίο που έγραφε και να ζητήσει να μάθει αν ζούσε η Εμινέ και πού μπορούσε να τη βρει.

Μέχρι την άλλη μέρα το πρωί η Μαρία είχε βρει τη συνηθισμένη αυτοκυριαρχία της. Ετοιμάστηκε και ξεκίνησε. Πήρε μαζί της και ένα μικρό δωράκι, από εκείνα που είχε φέρει από το Λονδίνο και κτύπησε την πόρτα της κυρίας που είχε γνωρίσει την προηγούμενη μέρα. Η κυρία, φιλόξενη, σαν όλες τις Λευκωσιάτισσες, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, τη δέχτηκε πρόσχαρα και την κάλεσε μέσα.

Έδωσε το δωράκι στην κυρία Αϊντάν, όπως έμαθε πως την έλεγαν, και δικαιολογήθηκε για τη χθεσινή της συμπεριφορά λέγοντας ότι πονούσε το στομάχι της. Ύστερα την ενημέρωσε για το βιβλίο που θα γράψει για τη Λευκωσία και τους κατοίκους της και πόσο πολύ θα ήθελε να συμπεριλάβει αυτό το αρχαίο αρχοντικό στην ιστορία της.

Η Αϊντάν, εντυπωσιάστηκε και κολακεύτηκε που η Αγγλίδα κυρία ζητούσε τη βοήθειά της για να γράψει ένα  βιβλίο. Δεν είχε ιδέα όμως πού βρισκόταν η Εμινέ, δεν ήξερε καν αν ζούσε. Πιθανόν, να είχε γυρίσει στην Πάφο, αφού μάλλον καταγόταν από εκεί. Θα ρωτούσε όμως και όταν θα ξαναπερνούσε η κυρία θα την ενημέρωνε τι είχε μάθει.

Η κυρία Αϊντάν δε σταματούσε να μιλά και η Μαρία δυσκολεύτηκε να καταφέρει να φύγει. Όμως τέτοιοι άνθρωποι, σκέφτηκε, είναι χρήσιμοι για την έρευνά της. Τους ρωτάς λίγα και σου λένε πολλά, δεν ξέρεις όμως πόσο αξιόπιστοι είναι.

Φεύγοντας υποσχέθηκε στην κυρία Αϊντάν ότι θα επιστρέψει. Συνέχισε να περπατά μέσα στους δρόμους της Λευκωσίας και σταμάτησε μπροστά στην εκκλησία της Χρυσαλινιώτισσας. Σε κάθε γειτονιά της Λευκωσίας υπήρχε και ένας ναός. Όλοι ήταν πολύ όμορφοι αλλά η Μαρία εύρισκε την εκκλησία της Χρυσαλινιώτισσας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Είχε ένα παράξενο Γ σχήμα, από τις διάφορες προσθήκες που της είχαν γίνει, αλλά η πρόσοψή της ήταν στολισμένη με αψίδες που της έδιναν μία αυτοκρατορική εμφάνιση, έστω και αν σαν εκκλησία, ήταν πολύ μικρή. Απέξω καθόταν ο ιερέας και η Μαρία τον ρώτησε πότε κτίστηκε αυτή η όμορφη εκκλησία.

-Είναι η πιο αρχαία εκκλησία της Χώρας, της απάντησε. Την έκτισε η Ελένη η Παλαιολογίνα τον 15ο αιώνα για να έχουν ένα μέρος να εκκλησιάζονται οι Ορθόδοξοι. Τότε την Κύπρο την είχαν οι Φράγκοι και όλες οι εκκλησίες που είχαμε μέσα στην πόλη, ήταν φράγκικες. Η Ελένη Παλαιολογίνα ήταν σύζυγος του Φράγκου βασιλιά της Κύπρου Ιωάννη του Β’ και έκαμε πολλά καλά για μας τους ορθόδοξους. Καταγόταν από τον οίκο των Παλαιολόγων και ήταν σπουδαία γυναίκα.

-Μα εσύ δεν είσαι Εγγλέζα; τη ρώτησε.

-Ναι, είμαι Εγγλέζα του απάντησε, αλλά μεγάλωσα στην Κύπρο και μιλώ ελληνικά. Μπορώ να μπω μέσα;

-Βεβαίως κόρη μου. Μπες να προσευχηθείς, αν θέλεις.

Η Μαρία μπήκε στην εκκλησία και παρά το γεγονός ότι δεν ήταν θρησκευόμενη, δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει ότι η ατμόσφαιρά της ήταν πολύ κατανυκτική. Μερικά κεριά ήταν αναμμένα στο μανουάλι και έδιναν ένα θαμπό φωτισμό στο εσωτερικό της. Δεν υπήρχαν τοιχογραφίες στους τοίχους, όμως οι εικόνες, με τη βυζαντινή τους αυστηρότητα, έμοιαζαν να στέκουν φρουροί και συμπαραστάτες, για κάθε πιστό που ήθελε να τους αποθέσει τον πόνο και τις ελπίδες του. Πρόσεξε, ανάμεσα στις βυζαντινές εικόνες και μερικές με δυτικότροπη τεχνοτροπία και θυμήθηκε τα λόγια του ιερέα για τους Φράγκους Βασιλείς της Κύπρου.

Χωρίς να το σκεφτεί, μια προσευχή, βγήκε από τα χείλη της:

-Βοηθήστε με, σας παρακαλώ, να δω πώς θα συνεχίσω αυτή την αναζήτηση!

Ξαφνιάστηκε και η ίδια με τα λόγια της και βγήκε από την εκκλησία. Χαιρέτησε τον ιερέα και τράβηξε για το σπίτι της, πιο ανάλαφρη από πριν.

Εκεί, την περίμενε μία ευχάριστη έκπληξη. Δύο επιστολές, μία από την κόρη της και μία από τον Σουηδό αρχαιολόγο Kristian Hubertus.

Πέταξε από τη χαρά της και μόλις που άκουσε την κυρία Βασιλεία που παραπονιόταν ότι οι Εγγλέζοι λάμβαναν αμέσως την αλληλογραφία τους, αλλά οι ντόπιοι περνούσαν μήνες για να πάρουν ένα γράμμα.

Άνοιξε πρώτα το γράμμα από την κόρη της. Της έλεγε πως ήταν έγκυος και σε τρεις μήνες θα γεννούσε. Μόλις το μωρό θα μπορούσε να ταξιδέψει θα έρχονταν στην Κύπρο να τη δουν. Αυτό δεν ήταν απλή χαρά. Ήταν αγαλλίαση! Ένοιωσε τόσο ευτυχισμένη όσο ποτέ.

Το δεύτερο γράμμα το κράτησε για λίγο στα χέρια της. Τι να της έλεγε άραγε αυτός, ο τόσο ιδιαίτερος, φίλος της;

Περίμενε να μείνει μόνη της για να το ανοίξει. Της έγγραφε για τις έρευνες που είχε κάμει σε αρχαιολογικούς χώρους της Κύπρου και ότι σε ένα μήνα θα έφευγε για το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είχε  ενημερώσει σχετικά τον βασιλιά της χώρας του με μια έκθεση που παράδωσε μέσω του κονσουλάτου της Σουηδίας. Πριν φύγει θα περνούσε από τη Λευκωσία για να τη δει. Της ζητούσε να του εισηγηθεί κάποιο καλό ξενοδοχείο για να μείνει.

Ένα διαφορετικό συναίσθημα χαράς τη γέμισε. Κάθισε αμέσως να του γράψει.

Αγαπητέ Kristian

Είναι με μεγάλη χαρά που έχω λάβει το γράμμα σου και με μεγαλύτερη χαρά έχω ενημερωθεί για την επικείμενη επίσκεψή σου στη Λευκωσία. Ανυπομονώ να ακούσω για τα αποτελέσματα των ερευνών σου!

Στη Λευκωσία υπάρχουν μερικά ξενοδοχεία που θα μπορούσες να μείνεις. Προσωπικά θα σου εισηγούμουν το ξενοδοχείο Κλεοπάτρα που βρίσκεται στον Μακρύδρομο. Σε αυτό υπάρχουν  και κοινωνικές δραστηριότητες. Διοργανώνονται χορευτικά απογευματινά «τέϊα» και θα είναι ευκαιρία να γνωρίσεις πώς ψυχαγωγούνται οι Λευκωσιάτες, «Χωραΐτες» κατά τους ντόπιους.

Θα περιμένων λοιπόν την επίσκεψή σου για να μάθω τα νέα σου.

Με φιλικούς χαιρετισμούς

Λαίδη Mary William Moore

Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι της και έφερε στη μνήμη της τα ανάμεικτα συναισθήματα που της είχε επιφυλάξει, η αλλοπρόσαλλη μέρα της, που είχε αρχίσει με απογοητεύσεις και τελείωσε με χαρά, χαμογέλασε. Η ζωή είναι ένα παράξενο ταξίδι, σκέφτηκε. Ποτέ δεν ξέρεις τι βρίσκεται πίσω από τη στροφή. Απλά χρειάζεται να κάνεις υπομονή και να περιμένεις το μυστήριο να αποκαλύψει τον εαυτό του…

 

Βιβλιογραφία:

Αγνής Μιχαηλίδη: Χώρα, η παλιά Λευκωσία

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Φωτογραφία: Η οικία της Ανιές Ντε Λουζινιάν, όπως είναι σήμερα, Η εσωτερική όψη

6 απαντήσεις στο “Μαρία (Κεφάλαιο 8)”

  1. Ο/Η Tassou-Redor λέει:

    Merci beaucoup Maria pour ton récit très intéressant et très bien documente.
    Il constitue une mine historique .Je suis passionnée par sa lecture.
    Je te suis chaque dimanche matin avec impatience .
    Bravo

    • Ο/Η Maria Atalanti λέει:

      Άννα μου σε ευχαριστώ. Μου δίνουν μεγάλη χαρά τα λόγια σου! Μπορεί να φαίνεται τυπική η απάντησή μου, αλλά είναι απόλυτα ειλικρινής. Και πάλι σε ευχαριστώ!

  2. Ο/Η Andreas Markides λέει:

    Thank you Maria. Just a few points from me:
    1. Your writing reminds me of long-forgotten words eg “manouali”. Well done!
    2. You mention Kipling. Did you know his famous poem “IF”? He is a very well loved English writer, even though I have the sense that he was a racist.
    3. Just a suggestion for your story -maybe move it a little outside Nicosia. For example, Platres which at that time had started to develop as a popular resort. Did you know that Daphne du Maurer wrote her book “Rebecca” whilst staying in Platres? George Seferis came later!
    ANDREAS

    • Ο/Η Maria Atalanti λέει:

      Αντρέα μου σε ευχαριστώ πολύ για τις παρατηρήσεις σου. Πραγματικά, πάντα χαίρομαι τα σχόλιά σου. Ναι, γνωρίζω το ποίημα του Kipling “If”. Έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και το μελετούσαμε και στο σχολείο. Στα επόμενα κεφάλαια η Μαρία θα ταξιδέψει και εκτός Λευκωσίας. Ίσως, όχι στις Πλάτρες αλλά σε κάποιες άλλες όμορφες περιοχές της Κύπρου.
      Ευχαριστώ για την πληροφορία. Δε γνώριζα ότι η Daphne du Maurer είχε επισκεφτεί την Κύπρο. Πρώτη φορά το ακούω. Πολύ ενδιαφέρον. Φυσικά, το γνωρίζω για τον Σεφέρη:”Τ΄ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”

  3. Ο/Η Georgia Gouti λέει:

    Η αγωνία μας να μάθουμε την εξέλιξη της ιστορίας συνεχίζεται. Μπράβο πολύ καλό

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.