Η σταχτοπούτα με τα γκρίζα μάτια – Κεφάλαιο 7

Δημοσιεύτηκε από τη: Maria Atalanti

Δημοσιεύτηκε στις: 10/06/2023

Πίσω στο ιστολόγιο

 Το διαδίκτυο

Πέρασαν μερικές μέρες από το γεύμα που είχαν οι δύο γυναίκες με το όνομα Καλλιρρόη στο παραλιακό εστιατόριο και η  Καλλιρρόη η νεότερη δεν είχε επικοινωνήσει καθόλου με την γηραιότερη. Η θεία Κάλλη καθόταν στο κήπο, κρατώντας ένα βιβλίο στα χέρια της και σκεφτόταν την νεαρή φίλη της. Καταλάβαινε ότι δεν θα ήταν δυνατό το κορίτσι να ασχολείται συνεχώς μαζί της. Όμως μέσα της ένοιωθε μια εξάρτηση από την ενέργεια που εξέπεμπε εκείνη. Τώρα πια, στα ογδόντα τρία χρόνια της, οι δικές της δυνάμεις είχαν ατονήσει και είχε ανάγκη από νέους γύρω της. Έπαιρνε και αυτή κάτι από την ζωντάνια της ψυχής τους.

Αναστέναξε και γύρισε και πάλι στις σελίδες του βιβλίου της, αν και ήταν αρκετά αφηρημένη για να συγκεντρωθεί στο διάβασμα. Άρχισε να αναπολεί τη πρώτη φορά που επέστρεψε στη Κύπρο το 1980, μετά από απουσία περίπου είκοσι δύο χρόνων. Είχε κλείσει δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο στη Λεμεσό, αφού δεν είχε πού να μείνει στο χωριό. Θες από ματαιοδοξία, θες από δίψα για δικαίωση, είχε φέρει μαζί της όλα τα υπέροχα μοντέλα που είχε ράψει για την ίδια και τα φορούσε σε όλες τις επισκέψεις της στο χωριό.

Αρχικά επισκεπτόταν μόνο τη φίλη της την Ελένη με την οποία διατηρούσε, όλα τα χρόνια που έλειπε, αλληλογραφία. Τόσο σύντομα μετά τον πόλεμο του 1974, οι περισσότεροι άνθρωποι στην Κύπρο ήταν φτωχοί και χιλιάδες ήταν οι πρόσφυγες που έμεναν σε καταυλισμούς. Έτσι η ιδία, ντυμένη τόσο σικ και προσεγμένα, προξενούσε μεγάλη εντύπωση. Μερικές φορές ένοιωθε άβολα, σαν να ήθελε να προκαλέσει, όμως το αποτέλεσμα εξέπληξε και την ίδια. Οι συγχωριανοί της την καλωσόριζαν και της μιλούσαν πολύ φιλικά όταν την έβλεπαν στο δρόμο, σάμπως και δεν ήταν το παιδί που περιφρονούσαν τόσο απροκάλυπτα τα παλιά τα χρόνια.

Η μεγαλύτερή της έκπληξη όμως ήταν κάποιες ξαδέλφες της, που δεν της είχαν ποτέ μιλήσει όταν ήταν μικρές, τώρα την καλωσόριζαν θερμά και την προσκαλούσαν στο σπίτι τους για γεύμα. Μάλιστα επέμεναν τόσο πολύ, που αναγκαζόταν να πάει. Η αλήθεια είναι ότι μέσα της ένοιωθε ένα θρίαμβο για όλα αυτά, έστω και αν ήξερε ότι το μόνο που είχε αλλάξει πάνω της ήταν τα ρούχα που φορούσε. Είχε επιβεβαιώσει ακόμα μία φορά ότι εκείνο που κερδίζει τους ανθρώπου είναι η εικόνα και όχι η ουσία. Ειρωνικό, αλλά μια πραγματικότητα.

Το αποκορύφωμα της όλης αλλαγής που επήλθε, ήταν όταν άρχισαν να της κάνουν προξενιά. Οι ξαδέλφες της, όταν την καλούσαν για γεύμα, καλούσαν δήθεν τυχαία και ένα άνδρα γνωστό τους, που είτε ήταν χήρος  είτε είχε ξεμείνει σαν την ίδια και δεν είχε παντρευτεί, προσπαθώντας να τους ταιριάξουν. Η Καλλιρρόη κάποτε γελούσε, κάποτε θύμωνε.

-Ίσως να σκέφτονται ότι είμαι πλούσια, συμπέραινε τότε.

Και έφερνε στο νου της, τα λόγια της γιαγιάς της την τελευταία μέρα που θα έφευγε από το χωριό:

-Αφού κόρη μου αποφάσισες να φύγεις, να πας στο καλό. Εδώ στο χωριό μας κανείς δεν πρόκειται να σε παντρευτεί. Εκεί που δεν σε ξέρουν, ίσως να βρεις κάποιο να σε πάρει…

-Και όμως τώρα πια, σκέφτοταν, πολλοί από αυτό το χωριό θα ήθελαν να με πάρουν.

Όμως η ίδια δεν ενδιαφερόταν για αυτά τα προξενιά. Μάλλον την ενοχλούσαν. Ήταν ευχαριστημένη από τη ζωή της στο Λονδίνο. Είχε πια καταξιωθεί στο τομέα της, είχε ένα καλό μισθό, έβγαζε και κάποια χρήματα από τις επενδύσεις που είχε κάνει παλιά – ας ήταν καλά η μακαρισμένη η Λαίδη Raffiel  που την είχε καθοδηγήσει. Πρόσφατα μάλιστα, οι ιδιοκτήτες της εταιρείας που δούλευε, της είχαν προτείνει να της δώσουν 10% των μετοχών, ώστε να είναι βέβαιοι ότι δεν θα φύγει από κοντά τους. Έτσι, δεν είχε καμία διάθεση να εγκλωβιστεί σε ένα συμβατικό γάμο.

Εκείνο το πρώτο ταξίδι στη Κύπρο ήταν που την έκαμε να αποφασίσει να κτίσει ένα δικό της σπίτι στο χωριό για να έχει κάπου να μένει, όταν θα ερχόταν εδώ. Η αλήθεια ήταν ότι δεν την είχαν σαγηνεύσει οι φιλικές συμπεριφορές των συγχωριανών της. Πέραν από την ικανοποίηση που ένοιωθε, που ομολογουμένως είχε και ένα στοιχείο θριάμβου, δεν σήμαιναν τίποτε για αυτή. Ήταν άλλοι οι λόγοι που την έκαναν να θέλει να έρχεται στη Κύπρο.

Παρά τις επαγγελματικές της επιτυχίες στο Λονδίνο, δεν είχε κανένα δικό της άνθρωπο εκεί. Όλες οι γνωριμίες της, ακόμα και οι έξοδοί της, είχαν να κάνουν με τη δουλειά της. Είχε χάσει και κάθε επαφή με την Ελπίδα, που ήταν η μόνη πραγματική φίλη που είχε, έτσι της απέμενε στο κόσμο μόνο η φίλη της η Ελένη και η οικογένειά της. Ήθελε να δεθεί περισσότερο μαζί τους, έτσι για να νοιώθει ότι και αυτή ανήκει κάπου.

Από την άλλη της έλειπε το τοπίο του χωριού της, η θέα της θάλασσας, ο ήλιος που μπορεί να σου κάψει το πρόσωπο, αλλά συνάμα να ζεστάνει την καρδιά σου. Επιθυμούσε να είναι μέρος αυτού του κόσμου, που ήθελε να αποκαλεί πατρίδα. Εκείνο το ζευγάρι από την Κερύνεια που είχε φιλοξενήσει το 1974, την έμαθαν ότι είναι σημαντικό ο άνθρωπος να έχει πατρίδα και να την αγαπά.

Έτσι ανάθεσε στο σύζυγο της Ελένης, που ήταν κτίστης, την κατασκευή μιας κατοικίας εκεί που ήταν το σπίτι που είχε ζήσει με την μητέρα της. Εκείνος βρήκε τον αρχιτέκτονα, εκείνος έβγαλε τις άδειες, εκείνος το έκτισε. Η Καλλιρρόη απλά του έστελνε χρήματα, όποτε της ζητούσε. Αυτός ο φτωχός άνθρωπος, που με δυσκολία τα έβγαζε πέρα εκείνους τους δύσκολους καιρούς, φύλαγε όλες τις αποδείξεις για ότι πλήρωνε, μήπως νομίσει η Καλλιρρόη ότι ήθελε να την γελάσει.

-Οι φτωχοί έχουν περισσότερο φιλότιμο, σκέφτηκε. Είναι οι πλούσιοι ή καλύτερα οι επίδοξοι πλούσιοι που προσπαθούν να σε γελάσουν.

Εκείνη τη στιγμή κτύπησε το τηλέφωνο και την έβγαλε από τον ειρμό των αναμνήσεών της. Όταν το απάντησε άκουσε τη χαρούμενη φωνή της Καλλιρρόης:

-Θεία Κάλλη, θα είσαι το απόγευμα στο σπίτι; Μπορώ να περάσω να σε δω; Σου έχω μια έκπληξη.

-Βέβαια θα είμαι στο σπίτι. Περιμένω με αγωνία την έκπληξη!

Το απόγευμα που ήρθε η Καλλιρρόη κρατούσε στα χέρια της τον ηλεκτρονικό της υπολογιστή.

-Έλα να καθίσουμε εδώ στο σαλόνι, είπε στη θεία Κάλλη. Θέλω να δεις κάτι.

Η ηλικιωμένη κυρία την ακολουθήσε και η Καλλιρόη έβαλε τον υπολογιστή σε ένα τραπεζάκι και απέναντι δύο καρέκλες. Στη μια είπε στη θεία Κάλλη να καθίσει και στην άλλη κάθισε η ίδια.

Η θεία Κάλλη υπάκουσε, περιμένοντας με αγωνία να καταλάβει πού θα οδηγούσε όλη αυτή η διαδικασία. Η ίδια δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με αυτό το μοντέρνο τρόπο επικοινωνίας και πληροφόρησης. Από τη μια το θαύμαζε από την άλλη το φοβόταν. Έβλεπε ότι είχε απεριόριστες δυνατότητες αλλά από την άλλη ξεπερνούσε τον άνθρωπο και τον κόσμο που για αιώνες προσδιόριζε το χώρο μέσα στον οποίο μπορούσε να κινηθεί. Έμοιαζε σαν να εισέβαλε σε μια πνευματική διάσταση και έφερνε μπροστά σου όλη τη γνώση μαζεμένη, αλλά ενεργούσε ασύδοτα, χωρίς φραγμούς. Ήταν, κατά τη γνώμη της, ένα επικίνδυνο παιχνίδι.

Η Καλλιρρόη η νεότερη κινούσε τα δάκτυλά της επιδέξια πάνω στο πληκτρολόγιο και η οθόνη του υπολογιστή άλλαζε εικόνες με ταχύτητα. Σε λίγο η θεία Κάλλη άκουσε ένα θόρυβο σαν να κτυπούσε ένα κουδούνι. Αμέσως εμφανίστηκε μπροστά τους μία κοπέλα που χαιρέτησε την Καλλιρόη στα αγγλικά:

-Hello Kalliroe! Glad to see you again!

Η Καλλιρόη η νεότερη την χαιρέτησε το ίδιο φιλικά και την ρώτησε:

-Is your grandmother there?

-Say hello grandmother.

Στην οθόνη εμφανίστηκε μια ηλικιωμένη κυρία που κοίταζε το ίδιο έκπληκτη με την θεία Κάλλη τα πρόσωπα που έβλεπε απέναντί της. Ήταν φανερό ότι ούτε και εκείνη είχε γνώση του τι συνέβαινε. Ξαφνικά η Καλλιρρόη, η θεία, αναγνώρισε πίσω από τα ρυτιδιασμένα μάτια και το γερασμένο πρόσωπο την φίλη της, την Ελπίδα.

-Θεέ μου πόσο γέρασε! Σκέφτηκε. Μήπως εγώ είμαι καλύτερη; Έχουν περάσει σχεδόν εξήντα χρόνια από τότε!

Μεγαλόφωνα όμως αναφώνησε:

-Ελπίδα, είσαι η Ελπίδα δεν είναι έτσι; Αγαπημένη μου Ελπίδα, θα σπάσει η καρδιά μου από τη χαρά που σε βλέπω!

Η Ελπίδα όμως δεν μπορούσε να μιλήσει. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της ασταμάτητα και με τα χέρια της δοκίμαζε να αγγίξει τον υπολογιστή, νομίζοντας ότι θα μπορούσε να αγκαλιάσει τη φίλη της. Η Καλλιρρόη ήταν το ίδιο συγκινημένη, αλλά προσπαθούσε να συγκρατηθεί. Ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει με την Ελπίδα, να σμικρύνει το διάστημα των εξήντα χρόνων που τις χώριζε.

Γύρισε με αγωνία και ρώτησε την Καλλιρρόη τη νεότερη:

-Πόση ώρα μπορούμε να μιλήσουμε;

-Όση ώρα θέλετε. Εγώ πάω στη κουζίνα να φτιάξω τσάι και εσείς πείτε τα. Θα την πάρουμε ξανά μην ανησυχείς. Όσες φορές χρειαστεί.

Όταν άρχισαν να μιλούν οι δύο ηλικιωμένες φίλες, ένας χείμαρρος λόγων και πληροφοριών ανταλλασσόταν μεταξύ τους που ήταν δύσκολο να τις αφομοιώσουν. Εκείνο όμως που ήταν εντυπωσιακό ήταν ότι η απόσταση των εξήντα χρόνων είχε εκμηδενιστεί, καθώς και τα χιλιόμετρα που τις χώριζαν. Η ίδια αγάπη και κατανόηση τις συνέδεε και πάλι μέσα από την οθόνη του υπολογιστή.

Η Καλλιρρόη η νεότερη, έφερε τσάι στη θεία και την άφησε να μιλά με τη φίλη της για τουλάχιστον μία ώρα. Ήταν φανερό ότι στο τέλος είχαν και οι δυο εξαντληθεί. Με την υπόσχεση ότι θα επαναλάβουν την επικοινωνία και την επόμενη βδομάδα, οι δύο φίλες δέχθηκαν να αποχαιρετιστούν.

Η θεία Κάλλη δεν ήξερε πώς να ευχαριστήσει την Καλλιρρόη για αυτή την επικοινωνία.

-Είναι το ωραιότερο δώρο που μου έχουν κάμει στη ζωή μου! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Πώς την βρήκες;

-Με τα στοιχεία που μου έδωσες βρήκα την εγγονή της και συμφωνήσαμε να οργανώσουμε αυτή την επικοινωνία. Βλέπεις που η τεχνολογία είναι χρήσιμη;

-Πρώτη φορά κατάλαβα πόσο πολύ χρήσιμη είναι! Ο Θεός να σε έχει καλά κόρη μου! Χίλια σε ευχαριστώ.

-Την άλλη βδομάδα θα την ξαναπάρουμε. Μην ανησυχείς. Τώρα που την βρήκες δεν θα την χάσεις.

Σαν έφυγε η Καλλιρρόη η νεότερη, η ηλικιωμένη κυρία άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν ανενόχλητα. Έκλαιγε σιωπηλά για πολύ ώρα και αναλογιζόταν αυτά που της είχε πει η Ελπίδα.

Στην αρχή μίλησαν για τις πολύτιμες αναμνήσεις που είχαν και οι δυο όταν ζούσαν πάνω από το φισιάδικο στο Camden Town. Θυμάσαι αυτό, θυμάσαι εκείνο έλεγαν η μια στην άλλη και γελούσαν χαρούμενες. Η Καλλιρρόη είχε πολύ καιρό να γελάσει τόσο πολύ.

Ύστερα όμως αναπόφευκτα μίλησαν για την ζωή τους όταν χώρισαν οι δρόμοι τους. Η Ελπίδα παραδέχθηκε ότι σταμάτησε την αλληλογραφία που είχαν τότε, όχι γιατί δεν είχε χρόνο, αλλά γιατί ήταν τόσο δυστυχισμένη που δεν ήθελε να μιλήσει σε κανένα. Προπάντων στην Καλλιρρόη που κατά κάποιο τρόπο την είχε προειδοποιήσει για την απόφασή της να παντρευτεί ένα σχεδόν εντελώς άγνωστο.

-Εκείνα τα χρόνια που ζήσαμε μαζί, της είχε πει, με έκαναν να καταλάβω τη δύναμή που είχα σαν γυναίκα και την ικανότητά μου να διαφεντεύω την ζωή μου. Ο άντρας μου δεν ήταν κακός άνθρωπος, αλλά έτσι είχε μάθει στο σπίτι των γονιών του: ο άντρας είναι ο αφέντης του σπιτιού και η γυναίκα κατά κάποιο τρόπο μια υπάκουη υπηρέτρια. Σε αυτό το σημείο είχαμε τρομερούς καυγάδες. Πολλές φορές διερωτώμουν αν έκανα καλά που έζησα ανεξάρτητη και γνώρισα την ελευθερία. Ίσως αν δεν είχα αυτές τις εμπειρίες θα δεχόμουν τον άντρα μου, όπως ήταν. Ποιος ξέρει;

-Από την άλλη όμως, εκείνα τα χρόνια που ζήσαμε εμείς οι δυο μαζί ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου. Δεν μετανιώνω ποτέ για αυτά. Πόση δύναμη είχαμε! Πόσα τολμούσαμε! Θυμάσαι που λέγαμε: Η ισχύς εν τη ενώσει;

-Αν θυμάμαι; απαντούσε η Καλλιρρόη. Ήταν και για μένα τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου. Αλλά πες μου τι έγινε με το γάμο σου; Χώρισες;

-Ναι μετά από πέντε χρόνια γάμου και δυο παιδιά, δυο πανέμορφα κορίτσια, αποφασίσαμε να χωρίσουμε. Εκείνος τράβηξε το δρόμο του και εγώ το δικό μου. Δεν ξέρω για εκείνο, ο δικός μου δρόμος όμως ήταν γεμάτος δυσκολίες και προβλήματα. Μετά τον χωρισμό εκείνος εξαφανίστηκε από τη ζωή μας. Μου φαινόταν πολύ παράξενο στην αρχή γιατί τα παιδιά τα αγαπούσε. Κανείς δεν ήξερε τι του είχε συμβεί. Πέρασαν πολλά χρόνια να μάθουμε νέα του, όταν τα κορίτσια μεγάλωσαν και τον έψαξαν. Είχε καταστραφεί η ζωή του μετά τον χωρισμό μας και λυπάμαι ειλικρινά πολύ για αυτό.

-Η δική μου ζωή, μέχρι να μεγαλώσω τις κόρες μου ήταν σκληρή. Δούλευα δεκαέξι ώρες την ημέρα τη μηχανή για να βγάζω καλό μεροκάματο και να μην τους λείψει τίποτα. Τα πόδια μου και τα χέρια μου αγκύλωσαν από την πολύωρη ίδια στάση, για χρόνια. Σήμερα με δυσκολία περπατώ. Όμως τις μεγάλωσα, τις σπούδασα, τις πάντρεψα, μου χάρισαν εγγόνια και δισέγγονα. Αυτή που είδες σήμερα είναι η μικρότερη εγγονή μου. Την λένε Ελπίδα, σαν και μένα. Εσύ τι έκανες με τη ζωή σου μετά που χωρίσαμε;

-Οφείλω να σου ομολογήσω ότι στην αρχή μου στοίχισε πολύ η απουσία σου. Σύντομα όμως έψαξα για καινούργια δουλειά, δημιουργική, με ενδιαφέρον, όπως πάντοτε επιθυμούσα. Ευτυχώς βρήκα μια σε ένα εργοστάσιο στο νότιο Λονδίνο. Ράβαμε ρούχα για πλούσιες κυρίες και εγώ δούλευα στο τμήμα των κατά παραγγελία ρούχων, σαν αρμόδια για τις πρόβες, Στην αρχή ήμουν βοηθός στο τέλος όμως έγινα υπεύθυνη και τώρα έχω και μετοχές στην επιχείρηση αυτή. Εκεί γνώρισα πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ποτέ δεν παντρεύτηκα, όμως νοιώθω ότι έζησα μια γεμάτη ζωή. Αν ήξερα όμως τι περνούσες εσύ, δεν θα σε άφηνα μόνη. Θα σε έφερνα κοντά μου, θα σου έδινα μια πιο ενδιαφέρουσα δουλειά, θα πληρωνόσουν καλύτερα, θα μεγαλώναμε μαζί τις κόρες σου. Ω, Θεέ μου, αν ήξερα!

-Εγώ κάποτε προσπάθησα να σε βρω. Τηλεφώνησα στον κύριο Χρήστο, στο φισιάδικο, αλλά μου είπαν ότι είχες φύγει και ότι έχασαν τα ίχνη σου.

-Και εγώ κάποτε σου έγραψα αλλά το γράμμα γύρισε με την ένδειξη «Άγνωστος».

-Ναι, είχαμε αλλάξει σπίτι, όταν χώρισα. Ίσως να μην ήταν η μοίρα μας να συναντηθούμε τότε. Ίσως η καθεμιά μας να έπρεπε να διαβεί το δικό της δρόμο και να σηκώσει τα δικά της βάσανα. Όμως τώρα που βρεθήκαμε, για όσο καιρό ζήσουμε ακόμη, θα διατηρούμε επαφή.

-Ναι Ελπίδα μου, όσο καιρό θα ζήσουμε, πρέπει να διατηρούμε επαφή.

Τα δάκρυα έτρεχαν ακόμα από τα μάτια της Καλλιρρόης, καθώς θυμόταν την κουβέντα της με την Ελπίδα. Όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο ευσυγκίνητη. Τα δάκρυα που κρατούσε στη νιότη της, βρήκαν διέξοδο τώρα στα γηρατειά. Ένοιωθε πολύ εξαντλημένη. Η εναλλαγή συναισθημάτων της μέρας που πέρασε,  της είχαν απορροφήσει όλη την ενέργεια. Με δυσκολία μπόρεσε να ετοιμάσει ένα τσάι και να πάει να ξαπλώσει.

Καθώς ο ύπνος βάραινε τα βλέφαρά της, έδωσε μια υπόσχεση στον εαυτό της:

-Θα φέρω την Ελπίδα στη Κύπρο, στο σπίτι μου. Όσο καιρό μπορεί να μείνει, αλλά θα την φέρω. Θα πρέπει να ζήσουμε για ακόμα μια φορά μαζί, όπως τότε.

 

5 απαντήσεις στο “Η σταχτοπούτα με τα γκρίζα μάτια – Κεφάλαιο 7”

  1. Ο/Η Μόνικα Ανδρέου λέει:

    Περιμένω τη συνέχεια!

  2. Ο/Η Maria.Klerides λέει:

    Πολύ συγκινητικό αυτό το κεφάλαιο. Με έκανες και δάκρυσα Μαρία μου. Περιγράφεις με γλαφυρότητα τον πόνο του αποχωρισμού και της επανένωσης.

  3. Ο/Η Georgia Gouti λέει:

    Η τεχνολογία και η ανάπτυξη της διευκολύνει τον τρόπο επικοινωνίας στις προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις. Μου αρέσει που έχει ρόλο στην ιστορία μας με τη βοήθεια των νέων που είναι καλύτεροι γνωστές

    • Ο/Η Maria Atalanti λέει:

      Η τεχνολογία είναι αυτό που απογειώνει τις επικοινωνίες στη ζωή μας, αλλά εγκυμονεί και πολλούς κινδύνους!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *