Το χωριό ( Η Κυρά Μόρφου)

Το χωριό μου δεν ήταν
τίποτε άλλο από
5-6 πεταμένες πέτρες
και πολλά αγκάθια
στην καμπούρα ενός μικρού λόφου.


Σκληρό χώμα,
τσουχτερές πέτρες,
τρομερά αγκάθια
κ’ ένας αμείλικτος ήλιος.


Και το Φθινόπωρο
με τα πρωτοβρόχια,
τρεις κρόκοι.
Ένας λευκός, ο άλλος μωβ
κι’ ο τρίτος κι’ απ’ τα δυο.


Η Κυρά (ή Τζυρά στην Κυπριακή διάλεκτο) βρίσκεται περίπου τρία χιλιόμετρα ανατολικά της Μόρφου. Πριν το 1974, είχε λιγότερους από χίλιους κατοίκους, που οι περισσότεροι ήταν γεωργοί, με την ευρεία έννοια του όρου. Ήταν δηλαδή άνθρωποι που είτε είχαν δική τους γη είτε δούλευαν σε χωράφια συγχωριανών τους. Στο χωριό καλλιεργούσαν σχεδόν τα πάντα: καρότα, καρπούζια, σιτάρι και κριθάρι, αλλά γύρω στα 1960, που κατάφεραν να αποκτήσουν έλεγχο των νερών του χωριού, άρχισαν να καλλιεργούν και εσπεριδοειδή που επέφεραν πλούτη σε πολλούς από τους κατοίκους.


Το χωριό είχε τρία με τέσσερα καφενεία, δύο κουρεία (ένα στη κάθε άκρη του χωριού), μία πανέμορφη εκκλησία και ένα παντοπωλείο ( που ανήκε στον παππού μου από την μητέρα μου), το οποίο πωλούσε τα πάντα, από φασόλια μέχρι πασατέμπο και γλυκά. Αυτός ο παππούς είχε μεγάλες εκτάσεις γης και στην πραγματικότητα είναι αυτός που έκτισε το σχολείο του χωριού. Εκεί είναι που φοίτησα τα πρώτα μου έξι χρόνια.


Από την άλλη, ο παππούς μου από την μεριά του πατέρα μου ήταν βοσκός και η γιαγιά μου θα έπρεπε να είχε κάνει κάθε πιθανή εργασία που υπήρχε τότε (δούλευε στα χωράφια, ήταν εργάτρια στην κατασκευή δρόμων και πολλά άλλα). Υπήρχε επίσης και ένας φούρνος, του κυρίου Σάββα, και θυμούμαι που πήγαινα και αγόραζα φρεσκοψημένο ψωμί, κάθε μεσημέρι.


Χάσαμε τα πάντα φυσικά όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στην πατρίδα μας το 1974. Ήμουνα τότε 15 χρονών και θυμάμαι ακόμα την ημέρα που στοιβαχτήκαμε στο αυτοκίνητο του πατέρα μου ( οι γονείς μου, πέντε παιδιά και ο παππούς μου) για να φύγουμε, υπολογίζοντας που θα επιστρέφαμε την άλλη μέρα! Είχαμε πάει να μείνουμε με κάποιους μακρινούς συγγενείς στην περιοχή της Πιτσιλιάς και φυσικά ακόμα αναμένουμε την επιστροφή…


Έγγραψα το ακόλουθο ποίημα για τον ξεριζωμό. Όταν ήμουν στα 20 μου χρόνια, στις αρχές του 1980.



Ξεριζωμός


Μαζέψαμε όλα αυτά τα κειμήλια
μιας περασμένης ζωής
μια στοίβα στιγμές και τίποτε άλλο.


Τις πακετάραμε -που τώρα τις πακετάραμε
που πακέτα δεν είχαμε;
Και τις κουβαλήσαμε μαζί μας -
πως τις κουβαλήσαμε
που δύναμη δεν είχαμε;


Ακόμα τις κουβαλούμε
βουβοί στα κεφάλια μας.
Εμείς τίποτα δεν χάσαμε.



Ανδρέας Μαρκίδης


Για να διαβάσετε πληροφορίες για τον Ανδρέα Μαρκίδη ακολουθείστε τον πιο κάτω σύνδεσμο:


https://cosmosblog.io/blog/post/andreas-markidhs



Φιλοξενούμενοι συγγραφείς | 14/03/2021.


Σχόλια

Το χωριό ( Η Κυρά Μόρφου)

monica.andreou5
monica.andreou5

Πολύ όμορφο...έμειναν οι αναμνήσεις....

andreas.markides32
andreas.markides32

thank you, Monica. It's amazing how much of an imprint that our village has on our lives!

maria.atalanti14
maria.atalanti14

Εκεί που γεννηθήκαμε, εκεί που μεγαλώσαμε, εκεί είναι η ψυχή μας...

Voula.Constantinou11
Voula.Constantinou11

Μαρία μου, πολύ ωραίο και ταυτόχρονα συγκινητικό!

Μου θύμησε και δικές μου αναμνήσεις απο το χωριό της γιαγιάς μου το Λεονάρισσο της Καρπασίας (αν και πιο μικρή σε ηλικία) - θυμάμαι πολλά!!!

1-4 of 4

Απάντηση σε αυτήν τη συζήτηση

Δεν μπορείτε να δημοσιεύσετε απαντήσεις και σχόλια. Πρέπει να εγγραφείτε μέσω της κατηγορίας «Λογαριασμός» (πάνω δεξιά)