Ανάπαυση

Ήρθε η ώρα η άγια

Η ώρα της δικαίωσης και της δικαιοσύνης

Τα καρφιά που κρατούσαν τον Προμηθέα,

οι αλυσίδες που τον τύλιγαν

έσπασαν μέσα σε μια βοή

και ο άντρας με τα πύρινα μάτια

σηκώθηκε.

Οι πέτρες κυλούσαν γύρω του,

οι αετοί έκραζαν

και τα δένδρα καίγονταν

απ΄ τη φλόγα των ματιών του.

Το αίμα απ΄ τις ξεσχισμένες σάρκες του

θόλωνε το νερό,

Μα η καρδιά του δονούσε το σύμπαν

απ΄ τη χαρά της δικαίωσης.

Με πλατιά βήματα ξεκίνησε.


--- Είμαι η Ελένη.

Είμαι η Ελένη του Κάλλους και της αμφισβήτησης…

Οι άνθρωποι που με αγάπησαν,

Οι άνθρωποι που με μίσησαν,

έγιναν σκόνη του σύμπαντος ακολουθώντας

τους νόμους της μοίρας τους.

Εγώ είμαι κόρη του Δία.

Η μοίρα μου είναι αθάνατη

η καρδιά μου ανικανοποίητη

και ο πόθος μου ανεκπλήρωτος…..

Η ζωή μου, μια λίμνη από αίμα,

τα όνειρά μου, φευγάτα ερωτόλογα,

ασήμαντων εραστών.


Και ο άντρας που πόθησα-

Δεν τον συνάντησα ποτέ…

Εγώ, η Ελένη, η Θεά του Κάλλους,

να δονούμαι μες την αιωνιότητα

ανικανοποίητη, φτωχή…

Μέχρι που …


Κοιμήθηκα.

Μέσα στο κόσμο του ονείρου μου

κατέβαινα τα σκαλοπάτια

μέχρι το κατώφλι της ψυχής μου.

Τα πόδια μου ήταν γυμνά

και τα μαλλιά μου ξέπλεκα.

Άπλωσα το χέρι για το μάνταλο

μα δεν υπήρχε

Και η πόρτα της ψυχής μου

έμενε κλειστή…

Η καρδιά μου κτυπούσε,

η ύπαρξη μου σπάραζε

και τα δάχτυλά μου

πάλευαν να χωθούν στη χαραμάδα

Και να χωρίσουν την πόρτα

απ΄ το κούφωμά της…

Κι όπως μαχόμουν για το ακατόρθωτο

η πόρτα χάθηκε …

Στην είσοδο της ψυχής μου πρόβαλε

πύρινος, ολόλαμπρος

ο Προμηθέας.

Τα μάτια του ήταν από κάρβουνο,

τα μαλλιά του από έβενο,

η επιδερμίδα του από φλόγα χρυσή

και το κορμί του

από σάρκα δυνατή.

Τον κοίταζα να καίγεται

και δεν τολμούσα να πλησιάσω,

Μα ούτε μπορούσα

να καταλάβω

την ψυχή μου που φλεγότανε.

Ο Προμηθέας,

Ο πύρινος Θεός

ήταν στο κατώφλι της ψυχής μου

κρατώντας τη γνώση και την ολοκλήρωση

μέσα στις φλόγες του…


Τον περίμενα.

Εκεί στη ρίζα του Καυκάσου

Εγώ ήμουνα κόρη του Δία.

Τα χέρια μου έσταζαν αίμα

προς τέρψη της θείας επιβουλής.

Εκείνος ήταν Τιτάνας.

τα χέρια του έσταζαν αίμα,

από παρακοή της θείας εντολής.

Και ήταν γεμάτος πύρινη αγάπη.

Για τον Άνθρωπο.



Το πυρ της Γνώσης

και το πυρ του Έρωτα

συναντήθηκαν.

Οι φλόγες απ΄ τα μάτια τους

φώτιζαν τα πρόσωπά τους

Και τα πρόσωπά τους φώτιζαν το Σύμπαν.

Τα αέρινα πέπλα της Ελένης

χόρευαν μέσα στον αιθέρα

και ο αιθέρας παλλόταν ερωτικά.

Το μύρο της Ελένης διαχεόταν στον άνεμο

αι ο άνεμος ψιθύριζε στον Προμηθέα

λόγια του έρωτα τρυφερά.


Ο Τιτάνας, το πυρ της Αγάπης

και της Αντίστασης, ο Προμηθέας

των βράχων και των ορνέων,

ο εραστής της προσφοράς και της θυσίας,

λύγισε και γονάτισε μπροστά στην Αιώνια Θεά.

Με τα ματωμένα χέρια του

άγγιξε τα λευκά πέπλα της

και αυτά έγιναν πορφυρά.

Έγειρε το αγέρωχο κεφάλι του

στο στήθος της

και γέμισε το Σύμπαν

ανάπαυση.

Η Ελένη λύγισε τα δάχτυλα

και χάιδεψε το κεφάλι του Τιτάνα

που αγάπησε πάνω απ΄ τον Θεό

τον Άνθρωπο.


Η Θεά του Κάλλους δόθηκε,

εκεί στη ρίζα του Καυκάσου

στη μόνη οντότητα

που υπήρξε ποτέ

στο Σύμπαν

και της Άξιζε.



rsz_cosmosmaria (002).png

Αν ακολουθήσετε τους πιο κάτω συνδέσμους μπορείτε να διαβάσετε τους μύθους που σχετιζονται με το ποίημα:


https://cosmosblog.io/blog/post/prometheus


https://cosmosblog.io/blog/post/wraia-elenh-o-my8os


14 Οκτωβρίου 2001

21 Σεπτεμβρίου 2002

2 Ιουνίου 2003

Ποιήματα | 21/09/2020.


Σχόλια

Repose

Voula.Constantinou11
Voula.Constantinou11

Χίλια Μπράβο Μαρία μου!!!!!

maria.atalanti14
maria.atalanti14

Ευχαριστώ πολύ Βούλα μου. Να είσαι πάντα καλά!

jacob.papageorgiou13
maria.atalanti14

1-4 of 4

Απάντηση σε αυτήν τη συζήτηση

Δεν μπορείτε να δημοσιεύσετε απαντήσεις και σχόλια. Πρέπει να εγγραφείτε μέσω της κατηγορίας «Λογαριασμός» (πάνω δεξιά)