Η κουτοπονηριά της παρανομίας

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 20/02/2022

Back to Blog

 

Αφιερώνω τις πιο κάτω σύντομες ιστοριούλες στον πρώην συνάδελφο, φίλο και κουμπάρο, Ευστάθιο Ματσεντίδη, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή.

Το αυτοκίνητο που δεν ξεκινούσε

Ήταν τέλη της δεκαετίας του 1970 και ο Ευστάθιος Ματσεντίδης, ήταν τροχονόμος στη νεοσύστατη υπηρεσία του Δήμου Λευκωσίας, που ξεκίνησε το 1973. Έπαιρνε πολύ σοβαρά τη δουλειά του και προσπαθούσε να την εκτελέσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Μια μέρα περιπολούσε σε μία πολυσύχναστη λεωφόρο της Λευκωσίας και βλέπει σταματημένο στα φώτα τροχαίας ένα αυτοκίνητο με τον οδηγό μέσα. Ήταν το πρώτο στη σειρά, το φανάρι ήταν πράσινο και οι οδηγοί πίσω του κόρναραν θυμωμένοι. Σταμάτησε και  ρώτησε τον οδηγό γιατί δεν προχωρεί.

-Τι να κάνω, έχει χαλάσει, δεν ξεκινά απάντησε εκείνος.

-Δε γίνεται. Έχετε κλείσει την κυκλοφορία. Πρέπει να μετακινηθείτε. Βγάλτε την ταχύτητα να σας σπρώξω στην πάροδο, προθυμοποιήθηκε ο Ματσεντίδης σε μια προσπάθεια να λύσει άμεσα το πρόβλημα.

Και χωρίς να καθυστερήσει ούτε ένα λεπτό, πήγε πίσω από το αυτοκίνητο και άρχισε να σπρώχνει. Το αυτοκίνητο δε μετακινείτο καθόλου.

-Βγάλτε την ταχύτητα, φώναξε στον οδηγό, ενώ είχε αρχίσει να ιδρώνει από την προσπάθεια, κοιτάζοντας παράλληλα γύρω για βοήθεια.

Δεν υπήρχε κανείς. Συνέχισε να σπρώχνει και φωνάζει ξανά στον οδηγό:

-Βγάλτε την ταχύτητα. Δεν μπορώ να σας σπρώξω.

Τίποτα. Το αυτοκίνητο έμενε σταθερό στη θέση του. Οι οδηγοί πίσω κόρναραν. Πανδαιμόνιο. Ξαφνικά βλέπει μια κυρία να βγαίνει από το ανθοπωλείο, δίπλα  από τα φώτα τροχαίας, να μπαίνει στο αυτοκίνητο τρέχοντας, και εκείνο να ξεκινά και να εξαφανίζεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Έμεινε με το στόμα ανοικτό όταν κατάλαβε το λόγο που το αυτοκίνητο είχε κολλήσει στα φώτα τροχαίας!

Το τι έγινε μετά, τι λέχθηκε και πώς λέχθηκε, από το Ματσεντίδη, αλλά και από τους οδηγούς που περίμεναν, το αφήνω στη φαντασία σας…

Η κυρία με το ακούνητο μαλλί

Λίγα χρόνια αργότερα, ένα απόγευμα στο γραφείο τροχονόμων, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα μία κυρία, πολύ καθώς πρέπει. Ήταν μετρίου αναστήματος, γύρω στα πενήντα, με κοντά μαλλιά, κρεπαρισμένα και φορτωμένα με λακ. Φορούσε ένα κομψό ταγεράκι και στα χέρια της κρατούσε ένα εξώδικο το οποίο κουνούσε μπροστά στον Ευστάθιο Ματσεντίδη, που εκείνη την ώρα βρισκόταν εκεί. Η φωνή της ήταν σταθερή, ήρεμη και γεμάτη αυτοπεποίθηση:

-Κύριε Ματσεντίδη, άρχισε να λέει. Αυτό είναι απαράδεκτο. Ενώ πήγαινα με το αυτοκίνητό μου στην τάδε περιοχή (και ανέφερε μία περιοχή έξω από το κέντρο της Λευκωσίας), αισθάνθηκα ότι τρύπησε ένα λάστιχο και σταμάτησα σε μια πάροδο να το ελέγξω. Μέχρι να δώσω ένα γύρο του αυτοκινήτου, βρήκα αυτό στον ανεμοθώρακα. Δεν ξέρω ποιος το έβαλε ούτε πώς το έβαλε. Εγώ δεν είδα κανένα, αλλά φαίνεται ήρθε με το ελικόπτερο, το τοποθέτησε και έφυγε.

-Κυρία μου, απάντησε σε αυτή την εξωφρενική ιστορία, ο Ματσεντίδης, αυτό δεν είναι δυνατό. Αφενός δεν έχουμε περιπολίες στην περιοχή στην οποία αναφέρεστε και αφετέρου δεν έχουμε ελικόπτερο. Ούτως ή άλλως δε θα μπορούσε να σας βάλει κάποιος εξώδικο, χωρίς να τον δείτε, εφόσον ήσασταν εκεί.

-Επιμένω κύριε Ματσεντίδη. Αυτό συνέβηκε, συνέχισε η κυρία με ήρεμη φωνή και αυτοπεποίθηση. Σας διαβεβαιώ. Έτσι έχουν τα πράγματα. Ο τροχονόμος σας είχε ελικόπτερο!

Και εξακολουθούσε να κρατά στο χέρι της το εξώδικο και να το ανεμίζει.

-Κάπου αλλού θα σας έχουν καταγγείλει και δεν προσέξατε το εξώδικο.

-Όχι, δε σταμάτησα πουθενά αλλού. Μόνο στο σημείο που σας λέω. Εκεί μου έβαλε το εξώδικο.

-Σας παρακαλώ κυρία, δώστε μου το εξώδικο να το δω.

-Πάρτε το κύριε Ματσεντίδη, αλλά πιστέψετέ με, τα γεγονότα έγιναν όπως σας περιγράφω. Δεν έγινε κάτι άλλο.

Παίρνει ο Ματσεντίδης το εξώδικο στα χέρια του και αφού το διαβάζει, λέει στην κυρία:

-Κυρία μου, δεν έχετε καταγγελθεί εκεί που λέτε, αλλά στην οδό Γρηγορίου Ξενοπούλου, στο κέντρο της Λευκωσίας. Φαίνεται δεν προσέξατε το εξώδικο όταν ξεκινήσατε και το είδατε όταν σταθμεύσατε.

-Ούτε ξέρω πού είναι αυτή η οδός που λέτε, ούτε έχω πάει ποτέ μου. Τα πράγματα έγιναν όπως σας λέω εγώ, συνέχισε η κυρία με την ίδια ηρεμία.

Τότε άρχισε ένας μαραθώνιος να της εξηγήσουν πού είναι η οδός Γρηγορίου Ξενοπούλου. Στρίβεις αυτό εδώ, πάεις από εκεί, είναι απέναντι από αυτό, κλπ.

Όταν επιτέλους κατάλαβε, έχασε την εκνευριστική αυτοκυριαρχία της και άρχισε να φωνάζει:

-Δεν είναι δυνατό, εκεί είχα σταθμεύσει προηγουμένως, όταν πήγα επίσκεψη τη φίλη μου τάδε. Απαράδεκτο να με καταγγείλετε ενώ ήμουν επίσκεψη στην τάδε.

-Μα δε σας καταγγείλαμε γιατί πήγατε επίσκεψη, αλλά γιατί σταθμεύσατε παράνομα. Εκεί που βάλατε το αυτοκίνητό σας δεν επιτρεπόταν η στάθμευση. Υπήρχε σχετικό σήμα.

-Όχι, κύριε Ματσεντίδη. Είναι παράλογο. Εγώ το μόνο που έκανα, πήγα επίσκεψη.

Και εκνευρισμένη όπως ήταν, άρπαξε το εξώδικο και έφυγε, κτυπώντας πίσω της την πόρτα. Τα μαλλιά της εξακολουθούσαν να μένουν ακούνητα. Τα χέρια της όμως τώρα κινούντο ζωηρά. Είχε αγανακτήσει. Ακούς εκεί να την καταγγείλουν ενώ είχε πάει επίσκεψη στην κυρία τάδε! Πού ξανακούστηκε;

Και όμως, αυτή η καταγγελία πρέπει να διαγραφεί!

Θα ήταν μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν συνέβηκε το ακόλουθο περιστατικό. Ήταν γύρω στο μεσημέρι, που η κυρία επισκέφθηκε το γραφείο των τροχονόμων του Δήμου Λευκωσίας.

Ήταν γύρω στα 40 – 45, αρκετά άχρωμη, από τις γυναίκες που δε θα σου τραβήξουν την προσοχή. Κρατούσε στα χέρια της ένα εξώδικο και είπε ήρεμα και με βεβαιότητα:

-Αυτό το εξώδικο πρέπει να διαγραφεί.

-Γιατί πιστεύετε ότι πρέπει να διαγραφεί;

-Εγώ ήμουν στο νοσοκομείο γιατί η μητέρα μου είναι άρρωστη, έφυγα για λίγο για να φέρω κάτι και με κατήγγειλαν.

-Σας κατήγγειλαν γιατί σταθμεύσατε το αυτοκίνητό σας σε χώρο για αναπήρους.

-Ναι, μα εγώ έφυγα από το νοσοκομείο.

-Και τι σημασία έχει αυτό; Θα έπρεπε να σταθμεύσετε κάπου αλλού.

-Σας λέω ότι πρέπει να το διαγράψετε.

Μιλούσε ήρεμα και άτονα, χωρίς να αντιλαμβάνεται καθόλου ότι είχε κάμει παράπτωμα. Το μοτίβο αυτό της συζήτησης συνέχισε για αρκετή ώρα, χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος όταν κατάλαβε ότι με το επιχείρημα που επαναλάμβανε δε θα κέρδιζε τίποτε, έριξε τη μεγάλη βόμβα:

-Πρέπει να το διαγράψετε γιατί το αυτοκίνητο δεν είναι δικό μου.

-Και ποιου είναι το αυτοκίνητο; Ήρθε λογικά η επόμενη ερώτηση

-Δεν ξέρω. Το βρήκα στο χώρο στάθμευσης του νοσοκομείου, με τα κλειδιά πάνω και επειδή βιαζόμουν, το πήρα για να κάμω τη δουλειά μου!

-Κυρία μου, μα αυτό είναι κλοπή!

-Όχι, δεν το έκλεψα. Το δανείστηκα και θα το πάρω πίσω.

-Και αν το ψάχνει ο κάτοχός του, τι θα γίνει;

-Θα το πάρω πίσω. Πρέπει να διαγράψετε την καταγγελία.

-Αν δεν είναι δικό σας το αυτοκίνητο, ακόμα ένας λόγος να το πληρώσετε για να μην έχει πρόβλημα ο κάτοχός του!

Θα ήταν κουραστικό να ξαναπώ πόσες φορές επαναλήφθηκε το ίδιο επιχείρημα και δόθηκαν οι ίδιες απαντήσεις. Μετά από καμιά ώρα,  η κυρία «που βιαζόταν», πήρε το εξώδικό της και έφυγε, εντελώς ανίκανη να καταλάβει την άρνηση του κυρίου Ματσεντίδη να της διαγράψει την καταγγελία.

Τότε δεν ήταν εύκολο να διαπιστώσει κάποιος τον ιδιοκτήτη εντός οχήματος από τον αριθμό εγγραφής. Ήταν μεγάλη διαδικασία. Έτσι κανείς δεν έμαθε ποτέ αν όντως η κυρία είχε «δανειστεί» το αυτοκίνητο ή απλά θεώρησε το επιχείρημα ως μια ενισχυμένη δικαιολογία για να απαλλαγεί από το εξώδικο.

 Όλα τα πιο πάνω επεισόδια είναι πέρα για πέρα αληθινά μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Εμείς οι άνθρωποι έτσι συμπεριφερόμαστε, όταν θέλουμε να δικαιολογήσουμε τα παραπτώματά μας. Σαν μωρά παιδιά!

 

6 responses to “Η κουτοπονηριά της παρανομίας”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Πολύ αστεία, αλλά είναι λαμπρά παραδείγματα των στενών, σκοτεινών φυλακών μέσα στις οποίες μας κλείνει ο νους μας με τα κατασκευασματα του και δεν μπορούμε να δούμε τίποτα άλλο από εκείνο που σκεφτόμαστε!

    • Maria Atalanti says:

      Πολύ σωστά!Σε τέτοιες περιπτώσεις εμείς οι άνθρωποι αποκαλύπτουμε τις πιο χαζές εκδοχές του εαυτού μας. Το πρόβλημα είναι ότι δεν το καταλαβαίνουμε. Νομίζουμε ότι επιχειρηματολογούμε σωστά! Πόσο χρειάζεται να σταθούμε σε μια απόσταση και να δούμε το είδωλό μας στο καθρέφτη της αντικειμενικότητας!

  2. Μάρω Στυλιανού says:

    Τέλεια Μαρία μου! Πόσο γελοίοι μπορεί να γίνουμε στην προσπάθειά μας να πείσουμε/εξαπατήσουμε τους άλλους. Αν το καταλαβαίναμε σίγουρα θα προτιμούσαμε να σιωπήσουμε παρά να εκτεθούμε. Η φωτογραφία σου ξυπνά μνήμες, παρόλον ότι δεν κατάφερα να ξεχωρίσω όλους τους συναδέλφους της φωτογραφίας – βλέπεις εγώ μπήκα στο Δήμο πολύ αργότερα- ωστόσο είναι προφανές ότι ¨τα καϋμένα τα νιάτα τι γρήγορα που περνούν” !!!

    • Maria Atalanti says:

      Μάρω μου όταν βρεθούμε θα σου γνωρίσω τους άγνωστους νεαρούς της φωτογραφίας. Θα εκπλαγείς. Σε προτρέπω να δεις και τη φωτογραφία στην αγγλική έκδοση του κειμένου. Είναι διαφορετική

  3. ΛΕΥΤΕΡΗΣ says:

    Μαρία εξαιρετική περιγραφή σαν να βλέπω μπροστά μου τις σκηνές με τον Τάσο.

    • Maria Atalanti says:

      Λευτέρη μου χαίρομαι πραγματικά που διάβασες αυτή την ανάρτηση! Θα ήταν καλό να το πεις και σε άλλους τροχονόμους. Είναι ένα τεκμήριο της ζωής που ζούσαμε τότε αλλά ίσως και τώρα.

Leave a Reply

Your email address will not be published.