Μαρία (Κεφάλαιο 14)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 05/12/2021

Back to Blog

(Η ιστορία αυτή είναι προϊόν μυθοπλασίας και κανένα από τα πρόσωπα δεν είναι υπαρκτό. Τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται είναι πραγματικά)

Λονδίνο άνοιξη 1927

Η Αλεξάνδρα κρατούσε την κορούλα της στην αγκαλιά της. Είχε γεννήσει πριν ένα μήνα και ήταν μια τρισευτυχισμένη μαμά. Λάτρευε τόσο πολύ την κόρη της που δεν είχε καμία διάθεση να αφήσει την περιποίηση της στις υπηρέτριες. Τη φρόντιζε μόνη της και αυτό της έδινε μεγάλη ικανοποίηση. Τώρα κατάλαβε πόσο σκληρό θα ήταν για τη μητέρα της, όταν ο πατέρας της την ανάγκασε να στείλει την ίδια στο Λονδίνο, εσώκλειστη σε σχολείο.

Σιγοτραγουδούσε στο κοριτσάκι όταν κτύπησε η πόρτα και η υπηρέτρια της ανήγγειλε ότι κάποιος κύριος τη ζητούσε. Η Αλεξάνδρα ξαφνιάστηκε. Δεν περίμενε κανένα κύριο.

-Πώς ονομάζεται; Ρώτησε την υπηρέτρια.

-Το όνομά του είναι ξένο. Δεν μπορώ να το θυμηθώ. Κατ’ ακρίβεια ζήτησε πρώτα τη μητέρα σας, τη Λαίδη Mary William Moore, και όταν του είπα ότι δε ζει πλέον στο Λονδίνο και εδώ μένει η κόρη με τον σύζυγό της, ζήτησε να μιλήσει σε σας. Τον έβαλα να περιμένει στη βιβλιοθήκη.

Παραξενεμένη αλλά και περίεργη η Αλεξάνδρα, άφησε το παιδί στην υπηρέτρια και προχώρησε προς τη βιβλιοθήκη. Σαν μπήκε μέσα αντίκρισε ένα ευπαρουσίαστο νεαρό άνδρα, γύρω στα τριανταπέντε, με μεσογειακή εμφάνιση, να περιεργάζεται τα βιβλία.

-Χαίρεται, ονομάζομαι Αλεξάνδρα James Macdonald, και είμαι η κόρη της Λαίδης Mary William Moore. Πώς μπορώ να σας βοηθήσω; Δυστυχώς, η μητέρα μου απουσιάζει στην Κύπρο.

-Πολύ κακή συγκυρία για μένα, είπε ο νεαρός κύριος. Το όνομά μου είναι Ελευθέριος Κωνσταντίνου και είμαι δικηγόρος. Έχω κάτι για τη μητέρα σας από τον δάσκαλό της, τον Αντώνιο Φιλίππου.

Η καρδία της Αλεξάνδρας κτύπησε δυνατά σαν άκουσε το όνομα Αντώνιος Φιλίππου. Πριν προλάβει όμως να αρθρώσει λέξη, ο κύριος Κωνσταντίνου συνέχισε, δείχνοντάς της ένα ξύλινο κουτί που κρατούσε.

-Έχω εντολή από το δάσκαλο να το παραδώσω στα χέρια της Λαίδης προσωπικά. Δεν ξέρω τι να κάνω τώρα. Κρατώ αυτό το κουτί για δεκαεπτά χρόνια και διάφορες συγκυρίες δε μου επέτρεψαν να συναντήσω τη μητέρα σας.

-Αρχικά, όταν ήρθα στο Λονδίνο το 1910, για σπουδές και έψαξα τη μητέρα σας, ανακάλυψα ότι δεν ήταν στο Λονδίνο, αλλά στις Ινδίες. Αργότερα, όταν έγινε ο πόλεμος, εγώ στρατεύτηκα και πολέμησα στο πλευρό των Βρετανών. Στο πόλεμο τραυματίστηκα και πέρασε καιρός να αναρρώσω. Μετά συνέχισα τις σπουδές μου και με κάποιες άλλες δυσκολίες που είχα, ντρέπομαι που το λέω, ξέχασα το κουτί και την αποστολή που μου είχε ανατεθεί από το δάσκαλο.

-Τελευταία παντρεύτηκα και καθώς προσπαθούσα να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα για να τα μεταφέρω στο νέο μου σπίτι ανακάλυψα το κουτί αυτό. Νοιώθω πραγματικά άσχημα γιατί ήταν η τελευταία επιθυμία του δασκάλου μου να το παραδώσω στα χέρια της Μαρίας του, όπως την έλεγε, και εγώ απέτυχα. Όμως δεν ξέρω αν μπορώ να το δώσω σε σας. Η εντολή του δασκάλου ήταν ρητή: θα το παραδώσεις προσωπικά μόνο στα χέρια της Μαρίας.

-Δε θέλω να σας πιέσω κύριε Κωνσταντίνου, αλλά θα ήθελα να ξέρετε ότι η μητέρα μου, μου έχει μιλήσει για τη ζωή της και για τον δάσκαλό της. Τώρα βρίσκεται στην Κύπρο με σκοπό να βρει τον δάσκαλό της ή οποιαδήποτε στοιχεία για αυτόν.

-Για να σας βγάλω όμως από τη δύσκολη θέση, προτείνω να σας δώσω τη διεύθυνση της μητέρας μου και είτε να της γράψετε, είτε να της τηλεγραφήσετε και να ζητήσετε την άδειά της για να μου δώσετε εμένα το κουτί. Σε ένα μήνα φεύγουμε με το σύζυγό μου για την Κύπρο, για να επισκεφτούμε τη μητέρα μου και μπορούμε να της το πάρουμε.

Ο Ελευθέριος αναστέναξε με ανακούφιση.

-Ναι, αυτό θα ήταν μια πολύ καλή λύση. Θα τηρούσα την υπόσχεσή μου στο δάσκαλο και θα παρέδιδα επιτέλους το κουτί, έστω και με έμμεσο τρόπο.

Η Αλεξάνδρα του έγγραψε τη διεύθυνση της Μαρίας σε ένα χαρτάκι και του την έδωσε. Ζήτησε συγχρόνως και τη δική του διεύθυνση σε περίπτωση που κάτι θα πήγαινε στραβά. Αφού αντάλλαξαν διευθύνσεις, ο Ελευθέριος την ευχαρίστησε και φεύγοντας της είπε:

-Έχετε σπουδαία βιβλία στη βιβλιοθήκη σας!

-Είναι της μητέρας μου απάντησε η Αλεξάνδρα.

Το βράδυ που επέστρεψε ο σύζυγός της, η Αλεξάνδρα του μίλησε για την αναπάντεχη επίσκεψη και την απρόσμενη τροπή που πήραν τα γεγονότα.

-Είναι τουλάχιστον τραγική ειρωνεία, η μητέρα μου να ψάχνει τόσο καιρό στοιχεία για τον δάσκαλό της στην Κύπρο και τα στοιχεία αυτά να βρίσκονται στο Λονδίνο. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ!

-Τι σου έγραψε στο τελευταίο της γράμμα για αυτό το θέμα;

-Μου είχε αναφέρει ότι συγκεκριμένες πληροφορίες την οδηγούν σε κάποιο δικηγόρο, Ελευθέριο Κωνσταντίνου, αλλά είχε φτάσει σε αδιέξοδο γιατί κανείς δεν ήξερε πού βρίσκεται. Φαίνεται ότι ο δάσκαλός της ανέλαβε τη μόρφωση και τις σπουδές του και από ότι προκύπτει από την επίσκεψή του, του εμπιστεύτηκε  και οτιδήποτε γνώριζε για τη μητέρα.

-Νομίζεις αυτός να ξέρει τι συνέβηκε στη μητέρα σου;

-Δε φαντάζομαι γιατί το κουτί που κρατούσε ήταν σφραγισμένο, καρφωμένο για την ακρίβεια. Άραγε να ενημερώσουμε τη μητέρα για αυτό το συμβάν, ή να περιμένουμε να της γράψει ο κύριος Κωνσταντίνου;

-Πιστεύω ότι είναι καλύτερα να την ενημερώσουμε. Θα είναι τουλάχιστον προετοιμασμένη και θα πάψει να αισθάνεται ότι βρίσκεται σε αδιέξοδο. Πήρες τη διεύθυνσή του;

-Ναι, βέβαια, μπας και ξεχάσει πάλι, είπε γελώντας η Αλεξάνδρα.

-Ίσως, να πρέπει να επισπεύσουμε το ταξίδι μας στην Κύπρο, συμπέρανε ο James. Νομίζεις ότι θα είναι εντάξει για το παιδί μας να ταξιδέψει;

-Δε νομίζω να κάνει καμιά διαφορά αν ταξιδέψει σε δύο εβδομάδες ή σε κανένα μήνα. Η κόρη μας είναι όλο ζωντάνια. Σφύζει από υγεία. Εξάλλου θα πάμε σε καλύτερο κλίμα από το κλίμα του Λονδίνου.

Την άλλη μέρα η Αλεξάνδρα πήγε πρωί – πρωί στο τηλεγραφείο και έστειλε το εξής τηλεγράφημα στη μητέρα της:

«Με επισκέφθηκε Ελευθέριος Κωνσταντίνου. Έχει στοιχεία για δάσκαλο. Θα ζητήσει άδεια να μου τα δώσει. Μόλις τα έχουμε φεύγουμε για Κύπρο.»

Σε μερικές μέρες πήρε απάντηση από τη Μαρία:

«Ελευθέριος Κωνσταντίνου επικοινώνησε. Του έδωσα την άδεια. Ελάτε το συντομότερο».

Πραγματικά, την επομένη επισκέφθηκε την Αλεξάνδρα ο Ελευθέριος Κωνσταντίνου. Στα χέρια του κρατούσε και πάλι το ξύλινο κουτί. Φαινόταν πολύ ανακουφισμένος.

-Επιτέλους της είπε. Μπορώ να το παραδώσω στα χέρια σας και εσείς στα χέρια της μητέρας σας. Έτσι ξεπληρώνω αυτό το χρέος μου προς τον δάσκαλο, γιατί γενικά του χρωστώ πάρα πολλά στη ζωή μου.

-Πέστε μου για αυτόν το δάσκαλο, του ζήτησε η Αλεξάνδρα. Τα ίδια με σας λέει και η μητέρα μου. Ότι του χρωστά τα πάντα στη ζωή της.

-Ο δάσκαλός μας, ο Αντώνιος Φιλίππου, ίσως να είναι το πρότυπο της σημασίας του όρου «δάσκαλος». Όσα παιδιά είχαν την ευλογία να μαθητεύσουν κοντά του θα τον θυμούνται μέχρι να πεθάνουν. Εγώ προσωπικά του χρωστώ οτιδήποτε είμαι σήμερα. Γύρω στα πέντε είχα χάσει και τους  δύο γονείς μου και έμενα με τους παππούδες μου. Ήταν και οι δύο πολύ ηλικιωμένοι και το μόνο που μπορούσαν να φροντίσουν για μένα, ήταν ένα πιάτο φαΐ. Τριγυρνούσα άσκοπα στους δρόμους και βασικά ήμουν ένας αλητάκος. Όταν γνώρισα τον δάσκαλο, αυτός άρχισε να με πλησιάζει λέγοντάς μου ιστορίες και παραμύθια με βάση την ελληνική μυθολογία. Εγώ μαγεύτηκα, γιατί πρώτη φορά είχα ακούσει τέτοια πράγματα. Με αυτό τον τρόπο με τράβηξε στο σχολείο και την αλήτικη ζωή μου αντικατέστησαν σιγά – σιγά  η πειθαρχία και η μάθηση. Μου έδωσε τα χρήματα για να σπουδάσω, που θεωρώ ότι ήταν όλες οι οικονομίες της ζωής του. Για αυτό ένοιωσα τόσο άσχημα όταν ανακάλυψα ότι ξέχασα την υπόσχεση μου για την παράδοση αυτού του κουτιού στη Μαρία.

-Σύντομα θα φύγουμε για την Κύπρο για να παραδώσουμε αυτό το πολύτιμο κουτί στη μητέρα μου. Μήπως θα θέλατε να της δώσουμε και κάποιο μήνυμα από εσάς; Είμαι βέβαιη ότι θα ήθελε πολύ να σας γνωρίσει.

-Πέστε της ότι ο Αντώνιος Φιλίππου την αγαπούσε τόσο πολύ που κάποτε ζήλευα. Ήταν το υποκατάστατο της κόρης του Αθηνάς, που επίσης έχασε σε πολύ μικρή ηλικία. Πρέπει να είναι πολύ σπουδαία γυναίκα. Είστε τυχερή που την έχετε για μητέρα!

-Ναι, είπε η Αλεξάνδρα. Είναι μια σπάνια γυναίκα.

-Εύχομαι μέσα σε αυτό το κουτί να βρει ότι ψάχνει και ότι χρειάζεται. Θα ήθελα και εγώ πολύ να τη γνωρίσω. Ποιος ξέρει, μπορεί κάποτε να συμβεί και αυτό.

Δεν πέρασαν πολλές μέρες και η Αλεξάνδρα μαζί με το σύζυγο και την κόρη της ταξίδευαν για την Κύπρο. Τα αισθήματά της ήταν ανάμεικτα, μεταξύ μιας γλυκιάς προσμονής, αλλά και αγωνίας για το τι άραγε να κρύβει το καλά σφραγισμένο ξύλινο κουτί. Της είχε λείψει η μητέρα της, όμως είχε πια μάθει να ζει μακριά της. Όταν στα δέκα της χρόνια αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από κοντά της, πέρασε πολύς καιρός για να συνέλθει. Όμως αυτός ο χωρισμός την είχε κάνει δυνατή και ανεξάρτητη. Σαν την ίδια τη Μαρία.

Τώρα πια μπορούσε να ζει μακριά της χωρίς να υποφέρει. Από την άλλη ο James ήταν ένας εξαίρετος σύζυγος, με τον οποίο είχε άριστη επικοινωνία. Εκείνος εύρισκε πάντα τον καλύτερο τρόπο να χαλιναγωγεί το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της, που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της. Ήταν πολύ ευτυχισμένη μαζί του.

Μέσα από τα γράμματα της μητέρας της είχε αντιληφθεί ότι είχε δημιουργήσει μια ιδιαίτερα φιλική σχέση με ένα Σουηδό αρχαιολόγο και η Αλεξάνδρα δε θα παραξενευόταν καθόλου αν τον ερωτευόταν.

-Εκείνος σίγουρα την ερωτεύτηκε, σκέφτηκε. Όλοι οι άνδρες ερωτεύονται τη μητέρα μου. Ιδιαίτερα οι άνδρες με πνευματικά ενδιαφέροντα. Είναι το ιδανικό μιας όμορφης, καλλιεργημένης και έξυπνης γυναίκας.

Η ίδια η Αλεξάνδρα ήταν αρκετά όμορφη αλλά σίγουρα όχι τόσο όσο η μητέρα της. Αυτό όμως δεν την ένοιαζε. Η σπάνια ομορφιά δημιουργεί και μεγάλα προβλήματα. Είχε αντιληφθεί και η ίδια πώς παρουσίαζε ο πατέρας της τη μητέρα της: σαν ένα τρόπαιο για να καμαρώνει.

-Εκείνο που έχει σημασία σε μια σχέση είναι η αγάπη, η κατανόηση και η τρυφερότητα, συμπέρανε. Οτιδήποτε ξεπερνά το κανονικό, δημιουργεί ανισότητες, που κάποτε είναι πολύ δύσκολο να διαχειριστούν οι άνθρωποι.

Με τον ερχομό της κορούλας της η Αλεξάνδρα ένοιωθε ότι είχε ολοκληρώσει την ευτυχία στη ζωή της. Ήξερε όμως ότι οι περισσότεροι κύκλοι στη ζωή της μητέρας της είχαν μείνει μετέωροι και της είχαν αφήσει τεράστια κενά. Η άγνωστη προέλευσή της, ο βίαιος αποχωρισμός της από το δάσκαλό και σωτήρα της, ο τυπικός γάμος της που έγινε βασικά για να ευχαριστήσει τη μητέρα της, ο εξαναγκασμός  από τον σύζυγό της να αποχωριστεί την κόρη της. Ήταν πολλά μαζεμένα. Και όμως, αυτή η γυναίκα έστεκε σαν βράχος και επιβαλλόταν με την παρουσία της όπου και αν βρισκόταν.

Σίγουρα άξιζε να είναι ευτυχισμένη η μητέρα της! Και η Αλεξάνδρα δε θα έστεκε ποτέ εμπόδιο σε αυτό. Είχε θυσιάσει πολλά, για να ευχαριστήσει τους άλλους. Ήταν καιρός οι άλλοι να της προσφέρουν όσο χώρο χρειαζόταν για να βρει την ευτυχία.

Η Αλεξάνδρα παραξενευόταν και η ίδια με τις σκέψεις της. Ποτέ δεν είχε υπάρξει ξανά τόσο ανιδιοτελής.

-Ίσως, να με άλλαξε η μητρότητα, σκέφτηκε. Όταν αυτό το γεγονός έρθει στη ζωή του ανθρώπου, αυτός αντιλαμβάνεται ότι η χαρά του να προσφέρεις είναι μεγαλύτερη από τη χαρά του να παίρνεις.

Κοίταξε την κόρη της που κοιμόταν βαθιά, νανουρισμένη από το κούνημα του πλοίου.

-Δεν υπάρχει ωραιότερο θέαμα από ένα παιδί που κοιμάται, συμπέρανε. Υπάρχει τόση μακαριότητα, τόση παράδοση του εαυτού στη ζωή, τόση εμπιστοσύνη! Μεγαλώνοντας έρχονται οι αμφιβολίες, οι εγωιστικές διεκδικήσεις και όλο αυτό χάνεται. Μαζί χάνεται και η δροσιά από το πρόσωπο, η λάμψη από τα μάτια και η απόλαυση του ανθρώπου για την ίδια την ύπαρξή του.

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε με τη φιλοσοφική της διάθεση. Δεν ήταν συνηθισμένο φαινόμενο για αυτή!

-Φταίει η μητρότητα, συμπέρανε ξανά.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα της καμπίνας και εμφανίστηκε ο James, ο σύζυγός της.

-Έλα, της είπε, θα μείνω εγώ με το παιδί. Βγες και εσύ λίγο έξω να απολαύσεις το ηλιοβασίλεμα. Έχει φανταστικά χρώματα.

Η Αλεξάνδρα, ένοιωθε τόση πληρότητα με την παρουσία της κόρης της που δεν είχε άλλες επιθυμίες αλλά σίγουρα ένα ηλιοβασίλεμα θα τη βοηθούσε να αλλάξει παραστάσεις και σκέψεις.

Φόρεσε μία ζακέτα και ανέβηκε στο κατάστρωμα. Ο ήλιος είχε κατεβεί αρκετά και άγγιζε με το δίσκο του την επιφάνεια της θάλασσας. Χρυσά, κόκκινα, κίτρινα και πορτοκαλιά χρώματα απλώνονταν στην επιφάνεια του νερού χορεύοντας ρυθμικά με την κίνηση των κυμάτων. Τα σύννεφα πάνω στον ουρανό είχαν πάρει φωτιά και ένα πλήθος επιβατών κοίταζε μαγεμένο.

Η Αλεξάνδρα κρατούσε με τα δυο της χέρια την κουπαστή του πλοίου και θαύμαζε το μεγαλοπρεπές φαινόμενο του ήλιου που βυθιζόταν μέσα στο βαθύ μπλε του νερού. Σιγά – σιγά τα χρώματα άρχισαν να ξεθωριάζουν. Τα κόκκινα σύννεφα, έγιναν αρχικά χρυσά, μετά ρόδινα και στο τέλος απλώθηκε το γκρίζο που δήλωνε την αποχώρηση του δειλινού. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο ουρανός γέμισε λαμπερά αστέρια πάνω στο μαύρο φόντο της νύχτας. Η Αλεξάνδρα εξακολουθούσε να κοιτάζει.

-Τι ομορφιά, σκέφτηκε. Πόση λαμπρότητα!

Ξαφνικά και απρόσμενα ήρθαν στο νου της οι φρικτές εικόνες που έζησε στο πόλεμο. Πόσος πόνος, πόση αθλιότητα, πόση μιζέρια! Και όλα αυτά σε ένα κόσμο που μπορεί να λούζεται μέσα σε τόση ομορφιά!

-Πώς μπορούν αυτά τα δύο να συνδυάζονται και να συνυπάρχουν, αναρωτήθηκε.

Δεν πήρε απάντηση. Όπως δεν πήρε ποτέ κανένας που υπέβαλε αυτή την ερώτηση. Υπάρχει μόνο η κατακραυγή των ανθρωπίνων πράξεων που  φέρνουν τον όλεθρο και την καταστροφή. Όμως ο όλεθρος και η καταστροφή είναι και εκφάνσεις της φύσης γύρω μας. Συνειρμοί και ερωτήματα που παραμένουν εδώ και αιώνες. Και δεν αλλάζουν. Όπως δεν αλλάζει η πορεία που ακολουθεί ο ήλιος από την απαρχή της ζωής, όπως διατηρεί την ομορφιά του αναλλοίωτη σε όλες τις ανατολές και σ’ όλα τα ηλιοβασιλέματα, έστω και αν αυτά γίνονται πάνω από καμένη γη.

Η Αλεξάνδρα επέστρεψε στην καμπίνα της και βρήκε τον James να κρατά την κόρη τους στην αγκαλιά του και να της μιλά τρυφερά. Εκείνη χαμογελούσε αδιόρατα.

-Α, ξύπνησε, είπε η Αλεξάνδρα. Είναι η ώρα της να φάει. Ένα λεπτό να πλυθώ και να τη θηλάσω.

Σε λίγα λεπτά κρατούσε την κόρη της στην αγκαλιά της και εκείνη θήλαζε λαίμαργα.

-Τι αμφίδρομη σχέση ο θηλασμός, αναλογίστηκε. Είναι όπως τον έρωτα. Μοιράζεσαι τους χυμούς της ύπαρξής σου με μια άλλη ύπαρξη και της δίνεις ζωή. Είμαι ευτυχισμένη που έχω εμπειραθεί και τις δύο αυτές μέγιστες εκφράσεις της ζωής!

Ύστερα σκέφτηκε τη μητέρα της και την αυριανή συνάντησή τους στο λιμάνι της Αμμοχώστου. Τους είχε τηλεγραφήσει ότι θα ερχόταν η ίδια να τους παραλάβει. Η κυρία Jennifer Thomson, η σύζυγος του στρατιωτικού διοικητή Λευκωσίας, της είχε δανείσει τον οδηγό και το αυτοκίνητό της για να μην ταλαιπωρηθούν καθόλου. Ιδιαίτερα το παιδί.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Ήξερε ότι το περιεχόμενο του σφραγισμένου κουτιού σίγουρα θα περιείχε κάποιες τραγικές πληροφορίες. Όμως έπρεπε να μάθουν και οι δύο. Πρώτα η μητέρα της, έπειτα εκείνη. Ήταν οι ρίζες τους. Η ιστορία της ζωής τους. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να πορευτούν, γνωρίζοντας την ταυτότητα τους, όποια κι αν ήταν αυτή.

 

 

 

10 responses to “Μαρία (Κεφάλαιο 14)”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Όμορφα που μοιράζεσαι τις σκέψεις σου Μαρία! Ένας πολύ όμορφος τρόπος να εκφράσεις τον εσωτερικό σου πλούτο!

    • Maria Atalanti says:

      Ναι, πραγματικά είναι μια δίοδος με την οποία βγαίνουν σκέψεις και ιδέες που δεν ήξερα ότι είχα!

  2. Maria Leventi Klerides says:

    Μας κρατάς σε μεγάλη αγωνία Μαρία. Μπράβο!

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ. Η πλοκή της ιστορίας οδηγείται από μόνη της εκεί που πάει. Είναι σαν να έχει δική της βούληση.

  3. Μάρω Στυλιανού says:

    Τέλεια η εξέλιξη Μαρία μου, αναμένουμε…Ωστόσο από όσα μοιράστηκες μαζί μας κρατώ το “ο,τιδήποτε ξεπερνά το κανονικό, δημιουργεί
    ανισότητες που κάποτε ο άνθρωπος δύσκολα μπορεί να διαχειριστεί”. Μπράβο, σ’ ευχαριστούμε πολύ!

    • Maria Atalanti says:

      Μάρω μου με εντυπωσιάζεις κάθε φορά με αυτά που επιλέγεις να σχολιάσεις. Ξέρεις όταν τα γράφω είναι σαν να τα ακούω και εγώ για πρώτη φορά!

  4. Andreas Markides says:

    I cannot wait for the next one? All to be revealed?.?

    • Maria Atalanti says:

      Κάνε υπομονή Ανδρέα μου. Ένα τόσο μακροχρόνιο μυστικό θέλει το χρόνο του. Όμως θα αποκαλυφθεί, σύντομα.

  5. Georgia Gouti says:

    Μπράβο Μαρία . Όσο ξεδιπλώνει το κουβάρι της ζωής της η Μαρία ανακαλύπτουμε πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζουμε τις ρίζες μας

    • Maria Atalanti says:

      Κατά τη διάρκεια της ζωής μου ανακάλυπτα σιγά – σιγά ότι ναι έχει σημασία να γνωρίζουμε τις ρίζες μας. Μέσα στο DNA μας μεταφέρονται δεδομένα που μας καθορίζουν.

Leave a Reply

Your email address will not be published.