Το μυστικό της Ζηνοβίας (Κεφάλαιο 5)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 03/07/2022

Back to Blog

Το κείμενο αυτό είναι προϊόν μυθοπλασίας. Κανένας από τους χαρακτήρες που περιγράφονται δεν είναι πραγματικός.

Μελβούρνη – Αυστραλία – Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2019

Πέρασαν πέντε μήνες από το θάνατο του πατέρα της Ζήνας. Η ζωή της είχε αλλάξει δραστικά από τότε. Η γνωριμία της με τον Αλέξη και τα μαθήματα των ελληνικών είχαν προσθέσει μια άλλη διάσταση στο κόσμο της. Αυτό είχε φέρει πλούτο στη καθημερινότητά της και την είχε κάνει να αντιληφθεί ότι υπάρχουν ανεξερεύνητοι κόσμοι που περιμένουν να ανακαλυφθούν.

Μιας και είχε σταματήσει τα ταξίδια στο εξωτερικό, είχε χρόνο να μελετήσει την ελληνική γλώσσα. Αρχίζοντας με αυτό τον όχι και τόσο ορθόδοξο τρόπο, την μελέτη ενός δύσκολου ποιήματος δηλαδή, είχε μια πρόκληση που ταίριαζε στο ταπεραμέντο της. Ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον να προσεγγίσει τη γλώσσα έτσι, σε σύγκριση με τη μέθοδο που χρησιμοποιούσαν στο ελληνικό σχολείο, όταν πήγαινε μικρή.

Διάβαζε τις λέξεις φωνακτά και προσπαθούσε αφενός να τις προφέρει σωστά και ύστερα να απολαύσει την ηχητική τους. Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο, σιγά – σιγά όμως άρχισε να το ευχαριστιέται. Ύστερα μετάφραζε κάθε λέξη για να καταλάβει το νόημα – σε αυτό τη βοηθούσε και ο Αλέξης- και στο τέλος ένοιωθε ότι κατείχε τη μήνυμα που ήθελε να εκφράσει το ποίημα ή το κείμενο. Το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν να δοκιμάσει η ίδια να μιλήσει στα ελληνικά. Αυτό δεν το τολμούσε.

Η μέθοδος που ακολουθούσε, και η έρευνα που έκανε για κάθε λέξη, την εισήγαγαν πέραν από τη κατανόηση της γλώσσας, στο κόσμο της ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού. Η όλη διαδικασία ήταν μια επιπρόσθετη πρόκληση, που δεν την άφηνε αδιάφορη. Μελετούσε με ενδιαφέρον και πάθος, αυτό για το οποίο πριν μερικούς μήνες είχε πλήρη άρνηση.

Ο Αλέξης είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην όλη προσπάθεια. Συχνά έβγαιναν μαζί μετά το μάθημα και πήγαιναν για φαγητό ή ακόμα και σε συγκεντρώσεις Ελλήνων της Μελβούρνης, όπου άκουγε ελληνική μουσική, ποίηση, ακόμα και διαλέξεις. Σε μια πόλη που ζουν περισσότερες από 110.000 ελληνόφωνοι, που κατά μερικούς είναι μετά τη Θεσσαλονίκη η πόλη με το μεγαλύτερο αριθμό Ελλήνων κατοίκων, ήρθε η Ζήνα σε επαφή με τους συμπατριώτες του πατέρα της. Βρήκε ενδιαφέρουσα αυτή τη συνάντηση και με την ενθάρρυνση του Αλέξη άρχισε να κάνει φίλους.

Συχνά έπαιρνε τα γράμματα που ήταν στο κουτί που της άφησε ο πατέρας της και προσπαθούσε να τα διαβάσει. Ακόμα το εύρισκε δύσκολο. Δεν ήθελε να τα δώσει του Αλέξη. Ήθελε να τα καταφέρει μόνη της. Πέραν από την αρχική της εντύπωση ότι τα γράμματα ήταν μόνο μεταξύ του παππού της Ευάγγελου και της προγιαγιάς της Ζηνοβίας, είχε αντιληφθεί ότι υπήρχε και ένα γράμμα προς την ίδια, που το είχε γράψει ο πατέρας της. Αυτό σίγουρα θα το διάβαζε πρώτο,  μόλις θα ήταν σε θέση να το κάνει.

Τους μήνες που πέρασαν ασχολείτο αποκλειστικά με τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας, τις εξόδους της με τον Αλέξη και κάποιες επαφές με το δικηγόρο της σχετικά με το θέμα της πώλησης της εταιρείας του πατέρα της. Πρώτη φορά έμεινε τόσο πολύ καιρό μακριά από τη δουλειά της. Αισθανόταν όμως ότι από αυτή την αλλαγή θα έβγαινε πιο δυνατή και με ευρύτερους ορίζοντες.

Εκείνο που την προβλημάτιζε ήταν η στάση του Αλέξη απέναντί της. Ήταν φιλικός και διακριτικός. Παρά το γεγονός ότι έβλεπε σε κάποιες στιγμές κάτι ερωτικό στο βλέμμα του, ουδέποτε προχώρησε σε μια κίνηση περισσότερο τολμηρή. Η ίδια, που ήταν συνηθισμένη στις εφήμερες σχέσεις, που ξεκινούσαν εύκολα και τελείωναν ανώδυνα, ένοιωθε αμηχανία για αυτή την στάση.

Μια φορά, που τον ρώτησε για την ερωτική του ζωή, για τις σχέσεις του, εκείνος απάντησε γενικά και αόριστα, διασαφηνίζοντας πάντως ότι δεν τον ενδιαφέρουν οι εφήμεροι δεσμοί. Όσο και αν της φαινόταν αυτό παράξενο, κάπου μέσα της ένοιωθε σεβασμό για αυτό τον άνδρα, που νοιαζόταν περισσότερο για το πνεύμα της, αντί για το σώμα της. Ήταν μια αισθητή αλλαγή στη ζωή της.

Όμως τίποτε δεν μένει στάσιμο. Οι άνεμοι, που αρχίζουν να φυσούν από άλλες διαστάσεις, παρεισφρέοντας στον υλικό κόσμο και παρασύροντας στο διάβα τους την τάξη και την αρμονία που νομίζουμε ότι έχουμε κτίσει γύρω μας, αναποδογύρισαν τη ζωή στην  Αυστραλία και τάραξαν την ευχάριστη διαβίωση της Ζήνας.

Οι εποχιακές φωτιές που κάθε χρόνο κατέκαιγαν την Αυστραλία, αυτή τη χρονιά πήραν ανεξέλεγκτες διαστάσεις και προχωρούσαν καταστρέφοντας τα πάντα στο διάβα τους. Οι δυνάμεις της πυροσβεστικής δεν μπορούσαν να τις αναχαιτίσουν και η οικολογική καταστροφή ήταν τεράστια. Δάση, κατοικίες, πανίδα και χλωρίδα χάνονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ενώ ο ουρανός γέμιζε με τοξικά αέρια.

Μπροστά σε ένα τέτοιο γεγονός η Ζήνα δεν θα μπορούσε να μείνει αδιάφορη. Άφησε τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας και τη χαλαρή καθημερινότητά της και έφυγε για τα σημεία που γίνονταν οι μάχες με τις φωτιές. Αρχικά συνενώθηκε με τους εθελοντές που αγωνίζονταν να σώσουν τα ζώα, ιδιαίτερα τα κοάλα και πάλεψε μαζί τους. Σύντομα όμως κατάλαβε ότι ο δικός της ρόλος θα μπορούσε να ήταν πιο ουσιαστικός και παρεμβατικός.

Άρχισε να γράφει άρθρα και να τα στέλνει σε διάφορες εφημερίδες, περιοδικά και ιστότοπους στην Αυστραλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Μεγάλη Βρετανία, στον Καναδά και οπουδήποτε το αναγνωστικό κοινό ήταν αγγλόφωνο. Μέσα από μια εξαιρετικά ζωντανή γραφή, παρουσίαζε στον αναγνώστη τις μάχες που γίνονταν με τις φλόγες, την αγωνιώδη προσπάθεια των εθελοντών για διάσωση της άγριας ζωής, μα πάνω απ’ όλα την αυτοθυσία τους.

Έδινε στη λέξη «ηρωισμός» μια άλλη διάσταση και διαχώρισε το ρόλο των εθελοντών, από τον όρο όπως χρησιμοποιείται συνήθως: «ήρωες, έγραφε, δεν είναι αυτοί που εντέλλονται να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν για μια αμφισβητούμενη ιδέα. Ήρωες είναι αυτοί που εθελοντικά εγκαταλείπουν την καθημερινότητά τους και παλεύουν να σώσουν τη ζωή και τη φύση, ανώνυμοι, χωρίς κανένα όφελος, για ένα οικουμενικό σκοπό. Αυτό θα πει ηρωισμός».

Τα άρθρα της ξυπνούσαν στους αναγνώστες αισθήματα αλληλεγγύης και έφερναν στην επιφάνεια τα κοιμισμένα ένστικτα γενναιοδωρίας που ο κάθε άνθρωπος διαθέτει. Πολλές δωρεές κατέφθαναν στην Αυστραλία από όλο το κόσμο, χάρη στα κείμενα της Ζήνας. Σε μερικές περιπτώσεις κάποιοι έρχονταν και ως εθελοντές.

Η Ζήνα είχε παρασυρθεί από το πυρετό αυτής της ανάγκης και αυτού του σκοπού και είχε σχεδόν ξεχάσει τον Αλέξη. Αντάλλασσαν μόνο κάποια σκόρπια μηνύματα. Όμως η ίδια ήταν ταυτισμένη με το έργο που επιτελούσε. Μεγαλώνοντας σε μια χώρα πολυπολιτισμική, τα ιδανικά της ήταν οικουμενικά και η αγάπη για τον πλανήτη μας και τη φύση, ήταν η κινητήριος δύναμη για τις ενέργειες της.

Παρόλα αυτά μέσα του Δεκέμβρη αναγκάστηκε να γυρίσει στη Μελβούρνη, γιατί ο δικηγόρος της είχε καταλήξει σε συμφωνία πώλησης της εταιρείας του πατέρα της στους συνεργάτες του Nick Georgiou και Jacob Papadopoulos. Η συμφωνία δεν ήταν ακριβώς αυτή που θα επιθυμούσε ο δικηγόρος της, αλλά η Ζήνα ήταν απόλυτα ικανοποιημένη. Η εταιρεία θα έμενε σε ανθρώπους που την νοιάζονταν και αυτό ήταν που είχε σημασία για αυτή. Ήταν βέβαιη ότι ο πατέρας της θα ήταν ευχαριστημένος.

Στις 19 Δεκέμβριου 2019, στις 11 π.μ., συναντήθηκαν όλοι στο γραφείο του δικηγόρου της στην κεντρική Μελβούρνη. Οι κύριοι Nick Georgiou και Jacob Papadopoulos, ντυμένοι με τα κουστούμια τους και με το πρόσωπό τους να μοιάζει ολόκληρο με ένα χαμόγελο, δεν μπορούσαν να κρύψουν τη χαρά τους για την συμφωνία. Αγκάλιασαν και οι δύο την Ζήνα με θέρμη και δεν ήξεραν πώς να την ευχαριστήσουν. Γνώριζαν πολύ καλά ότι η εταιρεία θα μπορούσε να πωληθεί πολύ ακριβότερα στην ελεύθερη αγορά και αναγνώριζαν την γενναιοδωρία της κόρης του τέως αφεντικού τους.

-Μην νομίσετε ότι δεν αναγνωρίζω τη δύναμη που έχουν τα χρήματα, τους είπε η Ζήνα. Μπορεί να μην φέρνουν την ευτυχία, αλλά έχουν τη ικανότητα να σηκώσουν κάποια από τα βάρη της δυστυχίας. Ωστόσο ο πατέρας μου και εγώ πάντοτε πιστεύαμε στην επιτυχία που μπορεί να επιφέρει η δημιουργική δύναμη των ανθρώπων που νοιάζονται μια επιχείρηση. Η εταιρεία αυτή περικλείει όλο το έργο του πατέρα μου, από τότε που έφτασε σε αυτή τη χώρα. Και εσείς οι δύο τον βοηθήσατε σε αυτό. Αξίζει η εταιρεία να γίνει δική σας. Ελπίζω να συνεχίσετε να την αγαπάτε και να συνεργαστείτε και στο μέλλον για το καλό της εταιρείας και για ένα πλούσιο μέλλον για τα παιδιά σας.

Εκ μέρους των δύο μίλησε ο Nick Georgiou:

-Πραγματικά σε ευχαριστούμε για αυτή την αντιμετώπιση και σε διαβεβαιώνουμε ότι θα συνεχίσουμε με την εταιρεία όπως εργαζόμασταν όταν ζούσε ο πατέρας σου και με περισσότερο ενθουσιασμό ακόμα, μια και θα είναι δική μας! Όπως πιθανόν να γνωρίζεις, οι γονείς μας ήρθαν στην Αυστραλία, πρόσφυγες από την Κύπρο μετά την Τουρκική εισβολή του 1974. Άρχισαν να δουλεύουν στην επιχείρηση του πατέρα σου σαν απλοί κτίστες και σιγά – σιγά έβαλαν και εμάς, τα παιδιά τους. Έτσι εμείς την πονούμε αυτή τη δουλειά γιατί αυτή στήριξε τους γονείς μας σε μια ξένη χώρα και συνέβαλε στη δική μας μόρφωση. Να είσαι βέβαιη ότι το όνομα του πατέρα σου θα διατηρηθεί όσο καιρό η επιχείρηση αυτή θα είναι στα χέρια μας.

-Με αυτή τη πεποίθηση σας παραδίδω το έργο του πατέρα μου και δεν έχω αμφιβολία ότι εσείς θα μπορέσετε να προχωρήσετε την εταιρεία ακόμη μακρύτερα. Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείτε. Απλά ανταποκρίνομαι στην επιθυμία του πατέρα μου, αλλά και στη δική μου θεώρηση της ζωής.

Ο Jacob Papadopoulos την κοίταξε χαμογελαστός, πήρε το χέρι της στα δυο του χέρια και χωρίς άλλη κουβέντα την προσκάλεσε:

-Αγαπητή μας Ζήνα θα ήταν μεγάλη χαρά και για τους δυο μας, αλλά και για τις οικογένειές μας, αν τα Χριστούγεννα έρθεις στο σπίτι μας για να γιορτάσουμε μαζί. Θα συναντηθούμε όλοι στο δικό μου σπίτι και θα έχουμε ένα κυπριακό γλέντι.

Η πρώτη αντίδραση της Ζήνας ήταν να βρει μια δικαιολογία για να αρνηθεί. Ουδέποτε στο παρελθόν είχε δεχθεί να παρευρεθεί σε τέτοιου τύπου συνάξεις, αλλά κάτι της έλεγε ότι η άρνηση θα ήταν μεγάλη αγένεια. Έτσι απάντησε:

-Ευχαριστώ πάρα πολύ για την πρόσκληση. Θα προσπαθήσω να είμαι εκεί. Θα μπορούσα να φέρω και κάποιο φίλο μαζί μου;

-Να φέρεις όσους φίλους θέλεις. Όλοι είναι ευπρόσδεκτοι. Θα σου στείλω τη διεύθυνση με μήνυμα.

Φεύγοντας η Ζήνα ένοιωθε ανάλαφρη και χαρούμενη. Πολύ πιο χαρούμενη από ότι θα ανέμενε η ίδια. Δεν ήταν απλά μια δουλειά που τελείωσε. Ήταν μια δουλειά που τελείωσε καλά. Τόσο καλά που θα έκανε τον πατέρα της ευτυχισμένο.

Παραξενεύτηκε με αυτή τη μεταφυσική διάθεση που απέκτησε, μετά το θάνατο του πατέρα της. Του μιλούσε, τον ένοιωθε σαν να ήταν ζωντανός και προσπαθούσε να τον ευχαριστήσει.

-Δεν είναι για μένα αυτά, ψιθύρισε στον εαυτό της. Τι έχω πάθει τελευταία, δεν καταλαβαίνω!

Ύστερα θυμήθηκε  το χριστουγεννιάτικο πάρτι. Δεν έπρεπε να δεχθεί, όμως πώς θα τους το έλεγε; Ευτυχώς που σκέφτηκε να ζητήσει να έχει συνοδό. Θα μιλούσε στον Αλέξη.

-Και ελπίζω ο Αλέξης να μην έχει άλλα σχέδια, είπε φωνακτά.

Το βράδυ που πήρε τον Αλέξη τηλέφωνο, εκείνος ήταν πολύ χαρούμενος που την άκουγε μετά από τόσο καιρό. Μίλησαν για τη δουλεία που είχε κάνει για τις φωτιές, για κάποια ύφεση που πήραν τελευταία μετά από κάποιες δυνατές  βροχές και στο τέλος η Ζήνα του είπε για την πρόσκληση.

Αρχικά φάνηκε ότι είχε κανονίσει κάτι άλλο, αλλά ήταν πρόθυμος να αλλάξει τα σχέδιά του για να είναι μαζί της. Η Ζήνα ένοιωσε πολύ κολακευμένη. Θα την έπαιρνε με το αυτοκίνητό του, γύρω στις 12 το μεσημέρι, την ημέρα των Χριστουγέννων.

Ευτυχώς που το σκέφτηκε και έστειλε μήνυμα στο κύριο Jacob Papadopoulos για να την ενημερώσει πόσα παιδιά είχαν και οι δύο οικογένειες μαζί. Κατ’ ακρίβεια πόσα εγγόνια, γιατί τα παιδιά των νέων ιδιοκτητών της εταιρείας είχαν πιο μεγαλώσει. Αγόρασε λοιπόν δώρα για όλους, φόρεσε ένα πολύ κομψό μπλε φόρεμα και περίμενε τον Αλέξη.

Όταν εκείνος έφτασε, η Ζήνα εμφανίστηκε με ένα σωρό πακέτα, που τους πήρε κάποιο χρόνο να τα τακτοποιήσουν. Μόλις τελείωσαν ο Αλέξης την πήρε στην αγκαλιά του και η Ζήνα ανέμενε να δώσουν το φιλί των χριστουγεννιάτικων ευχών. Όμως εκείνος της έδωσε ένα παθιασμένο ερωτικό φιλί και της είπε:

-Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μου έλειψες!

Η Ζήνα, ενώ περίμενε αυτό το φιλί μήνες τώρα, ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να μιλήσει.

-Γιατί τώρα, ψιθύρισε σε κάποια στιγμή. Τόσους μήνες ήσουν απόμακρος και αδιάφορος. Κάποιος εντελώς διαφορετικός από τους άνδρες που είχα γνωρίσει στη ζωή μου.

-Ακριβώς για αυτό, της απάντησε. Θα σου πω μερικά πράγματα για μένα για να καταλάβεις. Όμως μου έλειψες πολύ, πάρα πολύ και δεν μπορούσε να συγκρατήσω άλλο τον εαυτό μου.

-Οι γονείς μου είναι από τη Κύπρο. Συγκεκριμένα από ένα χωριό της Μεσαορίας που ονομάζεται Μαραθόβουνος. Τον Αύγουστο του 1974 τα τουρκικά στρατεύματα κατέλαβαν το χωριό μου και οι γονείς μου έφυγαν μόνο με τα ρούχα που φορούσαν. Εγώ ήμουν τότε μερικών μόλις μηνών. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δύσκολο ήταν για ένα νεαρό ζευγάρι να βρεθεί στους δρόμους, χωρίς τίποτε, με ένα μωρό στην αγκαλιά. Αφού έζησαν κάποια περίοδο σε σκηνή σε καταυλισμούς στο ελεύθερο μέρος της Κύπρου, αποφάσισαν να φύγουν για την Αυστραλία.

-Έμειναν στη Μελβούρνη μέχρι το 1989. Εγώ τότε ήμουν 15 χρονών. Είχα μεγαλώσει εδώ, θεωρούσα την Αυστραλία πατρίδα μου, αλλά αυτοί ήθελαν να πάνε πίσω. Στην αρχή τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Έπρεπε ξανά όλοι να προσαρμοστούμε στη νέα πατρίδα: την Κύπρο. Για κείνους ήταν πιο εύκολο. Για μένα δύσκολο. Στο σχολείο σχεδόν δεν καταλάβαινα τι έλεγαν. Είχα όμως τη τύχη να έχω μια εξαίρετη καθηγήτρια ελληνικών που με βοήθησε πολύ. Με έκανε να αγαπήσω την ελληνική γλώσσα. Εξ αιτίας της σπούδασα στο τμήμα Κλασσικών Σπουδών και Φιλοσοφίας, του νεοσύστατου τότε, Πανεπιστημίου Κύπρου. Μόλις τελείωσα ήθελα να επιστρέψω πίσω.

-Βλέπεις όταν ήμουν στο σχολείο είχα γνωρίσει μια Αυστραλή, Helen, την έλεγαν, και ήθελα να την βρω ξανά. Αλληλογραφούσαμε συνεχώς, αλλά η επιθυμία μου ήταν να συναντηθούμε. Τον πρώτο καιρό που ήρθα, μέναμε μαζί και όλα ήταν μια χαρά. Όμως μετά εκείνη έφυγε. Ήθελε να γνωρίσει το κόσμο, μου είπε. Εγώ υπέφερα πολύ. Βλέπεις ήταν η πρώτη μου αγάπη. Ύστερα ήμουν πολύ επιφυλακτικός με τις γυναίκες και ιδιαίτερα εκείνες που μου άρεσαν πολύ. Ζούσα και εγώ σε εφήμερες σχέσεις, τόσο όσο για να μην δεσμευτώ και να μην υποφέρω.

-Στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης είχα, εν τω μεταξύ, φοιτήσει σε ένα κλάδο με θέμα πώς να διδάξεις μια ξένη γλώσσα σε ενήλικες και έτσι άρχισα να διδάσκω την ελληνική γλώσσα, όπως με γνώρισες.

-Εσένα σε πρόσεξα από την πρώτη στιγμή που σε είδα στο γυμναστήριο. Όμως εσύ δεν μου έριχνες ούτε μια ματιά. Ήσουν η επιτυχημένη, ανεξάρτητη Αυστραλή, χωρίς αναστολές και δεσμεύσεις. Εγώ δεν έψαχνα για κάτι τέτοιο. Όταν μου μίλησες, οφείλω να το ομολογήσω, έκανα το παν να σε κρατήσω κοντά μου και να σε γνωρίσω. Για αυτό σου ζήτησα να έρθεις στο μάθημά μου. Και ευτυχώς ήρθες!

-Με τρόμαξες εκείνη τη μέρα. Μα με μαγνήτισες παράλληλα. Έχεις μια γοητεία Αλέξη, οφείλω να σου το αναγνωρίσω. Και δεν το μετάνιωσα. Περίμενα πολύ καιρό αυτό το φιλί, είπε γελώντας. Και πολύ περισσότερα… Όμως εσύ βράχος!

-Ζήνα, σε έχω ερωτευτεί! Δεν θα ήθελα να ξεκινήσουμε μια σχέση με ημερομηνία λήξης.

-Δεν έχω δεσμευτεί ποτέ μου. Όμως εσύ είσαι διαφορετικός. Όλες οι σχέσεις μου ήταν εφήμερες. Ούτε εγώ θα ήθελα ακόμα μια από τα ίδια. Όλα αυτά μου έχουν αφήσει ένα κενό. Και από τότε που πέθανε ο πατέρας μου, όλα γύρω μου έχουν αποκτήσει μια άλλη υπόσταση. Είμαι έτοιμη να ξεκινήσω κάτι σοβαρό, αν είσαι και εσύ έτοιμος για αυτό.

-Εγώ την έχω πάθει μαζί σου!

Εν τω μεταξύ είχαν φθάσει στη περιοχή, Balwyn North, έξω από τη Μελβούρνη που ήταν η διεύθυνση που τους είχε δώσει ο Jacob Papadopoulos. Ακολουθώντας τις οδηγίες του GPS, έφτασαν έξω από το σπίτι. Πριν κατεβούν έσφιξαν με δύναμη ο ένας το χέρι του άλλου και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Έτσι έδωσαν μια βαθιά υπόσχεση.

Φορτώθηκαν τα δώρα και βγήκαν από το αυτοκίνητο. Τους περίμεναν όλοι χαρούμενοι και ενθουσιασμένοι. Κάθονταν στο κήπο και έψηναν σούβλες. Χριστουγεννιάτικο έθιμο, κυπριακό! Τα παιδιά έκαναν βουτιές στη πισίνα και ακουγόταν ελληνική μουσική.

-Καλώς ήρθες στο σπίτι μας, κόρη μου, της είπε μία ηλικιωμένη κυρία και την φίλησε. Ο Θεός να σε ευλογεί.

Και για πρώτη φορά στη ζωή της, η Ζήνα ανατρίχιασε από συγκίνηση και ευτυχία.

-Πατέρα, σκέφτηκε. Σε ευχαριστώ!

 

 

Φωτογραφία

Φωτιές στην Αυστραλία

 

 

4 responses to “Το μυστικό της Ζηνοβίας (Κεφάλαιο 5)”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Νομίζω το απολαμβάνεις Μαρία και είσαι πιο ελεύθερη από το πρώτο σου μυθιστόρημα, ανοίγεσαι περισσότερο και αναμένω να δω πού θα μας πάρεις!

    • Maria Atalanti says:

      Θα σας πάρω εκεί που θα μας πάρει. Ταξιδεύω και εγώ μαζί σας. Όπως έλεγε και ο Πλάτωνας, οι ιδέες προϋπάρχουν. Το θέμα είναι να τις συναντήσεις και να τις μεταφέρεις στον υλικό κόσμο… Αυτό είναι η μαγεία.

  2. Μόνικα Ανδρέου says:

    Πολύ ωραία απάντηση!

  3. andreas markides says:

    Hmm….
    Let’s see!

Leave a Reply

Your email address will not be published.