Το δίλημμα του Γιαννή

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 08/01/2023

Back to Blog

 

Ήταν αργά το απόγευμα. Ο ήλιος πήγαινε σιγά – σιγά να δύσει και ο Γιαννής καθόταν σε μια πέτρα στην άκρη του χωραφιού και τον κοίταζε. Τόσα χρόνια και δεν μπόρεσε να χορτάσει ποτέ αυτή την ομορφιά. Ο ήλιος να γέρνει πίσω από τους λόφους του χωριού του, τα σπαρτά να χρυσίζουν και ο ουρανός να κοκκινίζει. Ήταν η μεγαλύτερη ομορφιά που είχε συναντήσει στη ζωή του. Αμέσως ένοιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά του. Πήρε στα χέρια του λίγο χώμα και το χάιδεψε με τα δάχτυλα. Αυτή η γη τάιζε γενεές των γενεών την οικογένειά του και όλες τις οικογένειες του χωριού του. Αν ήξερες να την φροντίζεις σωστά, να την ακούς και να ενεργείς σύμφωνα με τα προστάγματά της, δεν θα σε πρόδωνε ποτέ. Ήταν μάνα, η γη του τόπου του!

Ο Γιαννής ήταν πια γύρω στα πενήντα πέντε. Με την γυναίκα του τη Μαρία είχαν κάνει έξι παιδιά. Τέσσερεις κόρες και δύο γιούς. Ήταν περήφανος για την οικογένειά του. Είχαν αρκετά χωράφια για να ζήσουν όλοι. Καλλιεργούσαν όλα τα τρόφιμα τα οποία χρειάζονταν: το σιτάρι τους, το κριθάρι, τα όσπριά τους, τα λαχανικά τους, είχαν ακόμα τις κατσίκες τους που τους χάριζαν το γάλα τους και τις κότες που τους χάριζαν τα αβγά και το κρέας τους.

Είχαν επίσης χωράφια με ελιές, άλλα με αμυγδαλιές και μερικά αμπέλια. Οι ελιές, πέραν από το καρπό τους, τους έδιναν το λάδι για τις ανάγκες όλου του χρόνου, οι αμυγδαλιές τα αμύγδαλα, από τα αμπέλια έτρωγαν τα ζουμερά σταφύλια και έφτιαχναν και το κρασί τους. Στο μπακάλη δεν πήγαιναν συχνά γιατί δεν χρειαζόταν να αγοράσουν και πολλά πράγματα. Μόνο τον καφέ, τη ζάχαρη, το αλάτι και πετρέλαιο για να ανάβουν τις λάμπες τους και να φωτίζονται τα βράδια.

Στην αυλή τους μεγάλωναν κάθε χρόνο και ένα χοίρο, τον οποίο έσφαζαν τα Χριστούγεννα και έφτιαχναν, τα λουκάνικα, τις λούντζες (παστό κρέας) τους, τα χοιρομέρια τους και ότι περίσσευε το φύλαγαν μέσα στο λίπος, τα «κουμνιαστά» τα λεγόμενα και είχαν να τρώνε και τον υπόλοιπο χρόνο. Είχαν επίσης περιστέρια και πάπιες και ότι άλλο μπορούσαν να μεγαλώσουν για να τρέφεται η οικογένεια.

Έπειτα είχαν και τα ζώα που τους βοηθούσαν, δύο γαϊδουράκια για να μεταφέρουν τους καρπούς και να πηγαίνουν στα χωράφια και δύο βόδια για να καλλιεργούν τα χωράφια τους με το άροτρο. Αυτά τα αγαπούσαν σαν μέλη της οικογένειάς τους. Ήξεραν ότι είναι με τους δικούς τους κόπους που έβγαζαν πέρα τις δουλειές και χωρίς αυτά τίποτα δεν θα γινόταν. Έτσι ο Γιαννής συχνά πήγαινε, τους μιλούσε και τα χάιδευε. Κάθε πρωτοχρονιά τα τάιζαν πολλές φορές τη μέρα, λέγοντάς τους: «φάτε από τους κόπους σας». Αυτά τα ζωντανά ανταποκρίνονταν στα αφεντικά τους, με φιλικά μουγκρίσματα και νόμιζες ότι σου μιλούσαν και ακόμα ότι επικοινωνούσαν και μεταξύ τους. Ήταν τόσο εκφραστικά!

Η γυναίκα του από την άλλη ήταν άξια. Φρόντιζε τα παιδιά της, φρόντιζε τα ζώα που είχαν στο σπίτι, άρμεγε τις κατσίκες και με το γάλα τους έφτιαχνε χαλούμια και αναράδες για όλη τη οικογένεια. Επειδή το γάλα των δυο κατσικών που είχαν δεν ήταν αρκετό, είχαν συμφωνήσει με τους γείτονες και έδινε ο καθένας το δικό του γάλα στους άλλους και έτσι όλοι μπορούσαν να με τη σειρά να έχουν όλοι αρκετό για να φτιάξουν χαλούμια και ότι άλλο ήθελαν.

Παρόλο που δεν είχαν νερό στο σπίτι και το κουβαλούσαν με τους κουβάδες από τη βρύση, το σπίτι ήταν πάντα καθαρό και οι στάβλοι των ζώων τους σκουπισμένοι. Μάζευαν καθημερινά τις ακαθαρσίες και τις μετέφεραν στο πιο κοντινό χωράφι τους, σε μια κοπριά. Από αυτό το σωρό έπαιρναν και λίπαιναν τα χωράφια τους πριν τα σπείρουν. Τίποτα δεν πετούσαν. Ότι περίσσευε από το δικό τους φαγητό, το τάιζαν στα ζώα τους.

Η γυναίκα και τα παιδιά του τον βοηθούσαν και στα χωράφια, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Όλοι ήξεραν να κάνουν από όλες τις δουλειές. Έτσι είχε μάθει και αυτός από τους δικούς του γονείς και για εκατοντάδες χρόνια με αυτή τη σειρά προχωρούσαν μες τη ζωή τους. Τα δίδασκε καθημερινά τα παιδιά του:

-Η γη, τους έλεγε, είναι ζωντανή. Μας μιλά και πρέπει να την ακούμε. Για να καρπίσει πλούσια σοδειά θα πρέπει να την αφήνουμε να ξεκουράζεται. Έτσι τον ένα χρόνο θα πρέπει να σπέρνουμε τα μισά χωράφια μας και τον άλλο τα άλλα μισά. Τη γη πρέπει να τη σέβεσαι για να σου δίνει το καρπό της.

Ο Γιαννής ήξερε πολλά. Είχε γεννηθεί σε αυτό το ημιορεινό χωριό στους πρόποδες του Τροόδους και πάντοτε, από τότε που θυμόταν, μεγάλωνε μέσα στα χωράφια, ακούγοντας τους μεγαλύτερούς του να μοιράζονται τα μυστικά, πώς να κάνεις τη γη να σου δώσει τη καλύτερη σοδειά. Ήξερε ότι στο χωράφι που τον ένα χρόνο φύτεψες κουκιά, δεν θα έπρεπε να πετάξεις τα στελέχη τους, αλλά να τα αφήσεις εκεί, να ξεραθούν και να σμίξουν με το χώμα. Τον άλλο χρόνο θα είχες την καλύτερη παραγωγή σε αυτό το χωράφι γιατί οι ξεραμένες κουκιές έτρεφαν τη γη και την έκαναν πλούσια. Αυτά και πολλά άλλα ήταν τα μυστικά του γεωργού. Και τα ήξερε καλά.

Δεν είχε κανένα παράπονο από τη ζωή του. Σκληρή μεν,  αλλά τα παιδιά του δεν πείνασαν ποτέ. Ούτε όταν είχε ανομβρία, την μάστιγα των γεωργών της Κύπρου. Αυτοί κάτι είχαν φυλαγμένο στο αμπάρι τους και περνούσαν μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες.

Ο ήλιος είχε κατεβεί ακόμα πιο χαμηλά. Τα λιγοστά σύννεφα που κοσμούσαν τον ουρανό είχαν γίνει κατακόκκινα, πριν το σκοτάδι απλωθεί παντού.

-Θα νυχτώσει σε λίγο σκέφτηκε και εγώ δεν έχω αποφασίσει. Τα πράγματα αλλάζουν με ταχύτητα τελευταία. Ο ρυθμός που ήξερα σε όλη μου τη ζωή, ο ρυθμός της φύσης και της γης προσπερνιέται από την πρόοδο που μπήκε με φόρα, μετά την δημιουργία της δημοκρατίας.

Πριν το 1960, η Κύπρος ήταν αποικία των Εγγλέζων. Τα πράγματα ήταν στάσιμα για τους αγρότες. Σχεδόν τίποτε δεν άλλαζε. Το 1955, ξεκίνησε ο αγώνας της ΕΟΚΑ και παρόλο που έγινε για την ένωση με την Ελλάδα, εκείνο που κέρδισαν στο τέλος ήταν η δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους. Όπως και να ‘χει όμως, η ζωή πήρε μια εντελώς διαφορετική πορεία.

Είχαν έρθει στο χωριό τους εργάτες από τη Λευκωσία και άνοιγαν παντού χαντάκια για να φέρουν το νερό σε κάθε σπίτι ξεχωριστά. Απίστευτα πράγματα. Σίγουρα η ζωή τους θα ήταν πιο εύκολη έτσι. Στο καφενείο, συζητούσαν προχθές ότι θα φέρουν και το ηλεκτρικό. Θα πατάς ένα κουμπί και το δωμάτιο θα φωτίζεται. Ούτε λάμπες, ούτε πετρέλαιο, τίποτε. Απλά ένα κουμπί!

Όλα αυτά του φαίνονταν παράξενα και μια χαιρόταν και μια τρόμαζε. Είχε ακούσει ακόμα και για τις θεριστικές μηχανές που θέριζαν το χωράφι στο πι και φι, για τα τρακτέρ που το όργωναν στο άψε – σβήσε. Έπειτα ήταν και τα λιπάσματα. Αυτά τα έβαζες στο χωράφι σου και μπορούσε να καρπίσει κάθε χρόνο. Δεν χρειαζόταν η αγρανάπαυση.  Ο τρόπος που ήξερε, τα μυστικά της γης, έμοιαζαν άχρηστα τώρα πια.

Έπρεπε να αποφασίσει. Αύριο χρειαζόταν να δώσει την απάντησή του. Η γη, που έθρεψε τους γονείς του, τους παππούδες του και τα παιδιά του, δεν φαίνονταν να μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του μέλλοντος. Οι κόρες του είχαν μεγαλώσει, έπρεπε να τις παντρέψει, να τις προικίσει. Ήθελε χρήματα, πέραν από τα τρόφιμα που του έδινε η γη. Αρχικά σκέφτηκε να πουλήσει μερικά χωράφια. Και το έκανε. Μα δεν ήταν αρκετό. Ύστερα ήθελε το μικρό του γιο, τον Χριστάκη, να τον στείλει στο Γυμνάσιο. Για να περάσεις πλέον στη κοινωνία θα έπρεπε να είσαι μορφωμένος. Και για όλα αυτά χρειάζονταν χρήματα. Και αυτός δεν είχε αρκετά.

Του είχαν προτείνει μια δουλειά εργάτη στη Χώρα (Λευκωσία). Θα είχε ένα σίγουρο μισθό, θα εργαζόταν οκτάωρο και δεν θα χρειαζόταν να κουράζεται τόσο πολύ, αλλά και ούτε να αγωνιά αν θα βρέξει ή αν η ζέστη κάψει τα σπαρτά. Είχε εξάλλου αρχίσει να μεγαλώνει. Είχαν πάει και άλλοι χωριανοί του εκεί. Του έλεγαν ότι ήταν καλά.

Όμως αυτός σκεφτόταν τη γη του, τη γη που αγαπούσε τόσο πολύ. Που θα άφηνε τα χωράφια του; Μπορούσε φυσικά να τα νοικιάσει σε κάποιο χωριανό για να τα καλλιεργεί. Θα είχε έτσι και ένα επιπλέον εισόδημα. Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν ο αποχωρισμός από τη ζωή που ήξερε. Ήταν πάντα αφέντης στο σπίτι και την περιουσία του. Τώρα θα έπρεπε να έχει άλλα αφεντικά από πάνω του. Θα το άντεχε;

Ξεκίνησε σιγά – σιγά για το χωριό. Το σκοτάδι είχε πέσει. Μόνο το φως του φεγγαριού φώτιζε την στράτα του. Δεν τον ένοιαζε και πολύ. Μπορούσε να κάνει το δρόμο με κλειστά μάτια. Τόσο καλά τον ήξερε. Σαν έφτασε στο σπίτι του, πήγε κατευθείαν στο στάβλο που είχαν τα βόδια. Άρχισε να τα χαϊδεύει και να τους μιλά:

-Πέρασε και εσάς η εποχή σας! Τώρα ήρθε η πρόοδος, το νερό στο σπίτι, το ηλεκτρικό, οι μηχανές που οργώνουν και θερίζουν και εμάς δεν μας χρειάζονται και τόσο πολύ τώρα πια. Ένας άλλος κόσμος γεννιέται. Θα αναγκαστώ να σας πουλήσω. Και ποιος θα σας θέλει άραγε;

Όμως κάπου βαθιά μέσα του γνώριζε ότι ο τρόπος της γης δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Όλη η πρόοδος του κόσμου δεν μπορεί να αγνοήσει τη μάνα γη. Θα έρθει μια ώρα που η γη θα τιμωρήσει τον άνθρωπο. Ο Γιαννής το ήξερε αυτό. Του το είχε πει χιλιάδες φορές, όταν κουβέντιαζε μαζί της.

-Ήρθες Γιαννή; Του φώναξε η Μαρία. Έλα, σε περιμένουμε να φάμε.

Ο Γιαννής μπήκε στο σπίτι και είδε όλα τα παιδιά του γύρω στο τραπέζι να τον περιμένουν. Αυτοί ήταν ο θησαυρός του, τα πλούτη του. Και για αυτούς θα έκανε το παν.

-Καλησπέρα τους είπε. Το αποφάσισα. Αύριο θα πάω να δουλέψω στη Χώρα.

 

Φωτογραφία:

Όργωμα με βόδια

 

4 responses to “Το δίλημμα του Γιαννή”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Καλημέρα! Για κάποιο λόγο το βρήκα πολύ θλιβερό, όχι γιατί δεν είναι όμορφο, αλλά γιατί βλέπουμε σήμερα το αποτέλεσμα της απομάκρυνσης από τις πανανθρωπινες αξίες και τους φυσικούς νόμους και την σχεδόν πλήρη αφομοίωση με τις τεχνιτές ανάγκες και αξίες. Τρέχουμε τόσο πολύ που ξεχνούν να αφουκραστούμε τι μας λέει το σύμπαν και ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος μη αληθινός, ένας κόσμος φτιαχτός. Όμως η πένα σου είναι πολύ καλή. Έφερε στην επιφάνεια αυτό το ξεχασμένο δέσιμο με τη φύση! Αν και λέει και πολλά άλλα, αλλά εμένα αυτό μου μίλησε βαθύτερα

    • Maria Atalanti says:

      Πολύ σωστά αντιλήφθηκες το μήνυμα που θέλει να δώσει η ιστορία αυτή. Η έμπνευση ήταν ένα ντοκιμαντέρ που παρακολούθησα, το οποίο παρουσίαζε μια διακεκριμένη ιστορικός και μιλούσε για τη θεότητα Γαία των Αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι είχαν θεοποιήσει τη γη και την θεωρούσαν ζωντανό οργανισμό που θα έπρεπε κάποιος να σέβεται, να ακροάζεται τις ανάγκες της και να ανταποκρίνεται σε αυτές. Αντίστοιχη θεότητα είχαν και άλλοι λαοί, όπως οι αρχαίοι Ινδοί. Σήμερα πολλοί προσπαθούν να αναβιώσουν τον τρόπο της γης ως μοναδικό μέσο για να σώσουμε το πλανήτη μας. Προσπάθησα και εγώ με αυτή την απλή ιστορία να δώσω αυτό το μήνυμα. Χαίρομαι που το κατάλαβες.

  2. andreas markides says:

    very good and sentimental essay. I think that you are very similar to myself! We both love the old times and look back with much love and fondness BUT that life no longer exists. What a big tragedy!

    • Maria Atalanti says:

      Ανδρέα μου, με αυτό το κείμενο δεν θα επιθυμούσα να επανέλθουμε στο παλιό τρόπο ζωής, όσο ρομαντικό και αν φαίνεται αυτό. Όμως κάτω από τις οποιεσδήποτε συνθήκες θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη την επίδραση των πράξεών μας στη φύση, κάτι που με μεγάλη υπεροψία δεν κάνουμε τώρα και αυτό έχει επιπτώσεις. Από την άλλη νομίζω αξίζει να καταγράφουμε τον τρόπο ζωής των προγόνων μας, που έχει πλέον χαθεί. Όσο για το γεγονός ότι μοιάζουμε, δεν διαφωνώ. Αν δεν μοιάζαμε δεν θα είμαστε φίλοι.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *