Τα γράμματα (Σκηνή 3)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 12/02/2024

Back to Blog

ΣΚΗΝΗ 3

(στο σαλόνι του σπιτιού του ζεύγους, μετά το δείπνο της Τετάρτης)

ΖΗΝΟΒΙΑ: Τα παιδιά κοιμήθηκαν. Τώρα που καθίσαμε στο σαλόνι και είμαστε πιο άνετα, ας μιλήσουμε, πίνοντας το τσάι μας, για τα γράμματα που έλαβε η μητέρα μου το 1980. Πώς πίνετε το τσάι σας  κύριε Ορέστη;

ΟΡΕΣΤΗΣ: Με λίγο γάλα, χωρίς ζάχαρη ευχαριστώ.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Φαντάζομαι έχετε αγωνία να μάθετε περισσότερα για τα γράμματα.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Βέβαια έχω αγωνία. Τα σκεφτόμουν συνέχεια. Κατέληξα σε μια θεωρία για την προέλευσή τους, που μπορεί να έχει μια έμμεση σχέση και με μένα, αλλά καλύτερα ας να ακούσουμε τι έλεγε η Ευρυδίκη.

(ακούγεται ο θόρυβος από τα φλυτζάνια και το σερβίρισμα του τσαγιού)

ΖΗΝΟΒΙΑ: Ορίστε το τσάι σας.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Ευχαριστώ πολύ.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Θα σας διαβάσω πρώτα ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο της μητέρας μου. Νομίζω θα βοηθήσει να αντιληφθούμε την έκπληξή της για το γράμμα και τη απορία της για την ενέργεια του Τούρκου, που παρεμπιπτόντως λεγόταν Σουλεϊμάν Γκουνές. Διαβάζω λοιπόν:

25 Ιανουαρίου 1980

Σήμερα είχα τη μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής μου! Άνοιξα το γραμματοκιβώτιο του σπιτιού μας και βρήκα ένα γράμμα από την Τουρκία και συγκεκριμένα από την Κωνσταντινούπολη, απευθυνόμενο σε μένα! Το άνοιξα με τρόμο σχεδόν και μέσα ήταν μια κάρτα  που παρουσιάζει ένα πίνακα με δυο πουλιά (ίσως λελέκια) σε μια τρυφερή στάση. Εκείνο που με εξέπληξε ακόμα περισσότερο είναι το περιεχόμενο της κάρτας. Το κείμενο είναι στην αγγλική γλώσσα αλλά το μεταφράζω στα ελληνικά. Λέει τα πιο κάτω:

24.12.79

Αγαπητή Ευρυδίκη!

Χριστουγεννιάτικες ευχές για εκείνη που αγαπώ. Την υπέροχη μαγεία που φέρνουν τα Χριστούγεννα, εύχομαι σε σένα, αυτή που αγαπώ. Μαζί με όλες τις χαρές αγαπητή μου και μακάρι να είσαι ευτυχισμένη, όπως σου αξίζει να είσαι, διότι, το να ξέρω ότι είσαι ευτυχισμένη, σημαίνει όλο το κόσμο για μένα!

Σουλεϊμάν Γκουνές  και ακολουθεί η διεύθυνση μιας τράπεζας στην Κωνσταντινούπολη.

ΠΕΤΡΟΣ: Καταλαβαίνεις κύριε Ορέστη ότι η καημένη η Ευρυδίκη δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Σουλεϊμάν Γκουνές, ούτε που βρήκε την διεύθυνσή της ούτε πώς πήρε το θάρρος να της γράφει τέτοια ερωτόλογα. Είχε μείνει εμβρόντητη.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Ναι είναι απόλυτα κατανοητή η  έκπληξή της αλλά νοιώθω ότι όλο αυτό κρύβει και μια τραγική ειρωνεία. Όποιος και να ήταν αυτός ο κύριος, της έγραφε τα ερωτόλογα που ίσως θα ήθελα εγώ να της πω, εκείνη την εποχή. Όχι με τόσο μεγαλόστομα λόγια φυσικά, αλλά αυτό θα ήταν το νόημα. Και πώς το συσχέτισε αυτό μαζί μου;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Θα σας διαβάσω ακόμα ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο της μητέρας μου:

28 Ιανουαρίου 1980

Όλο το Σαββατοκύριακο που πέρασε μιλούσαμε με τη μητέρα μου και την αδελφή μου για την κάρτα που έλαβα. Καμιά μας δεν μπορούσε να καταλάβει την προέλευσή της. Σε κάποια στιγμή η μητέρα μου έριξε την ιδέα ότι μπορεί να είχε σχέση με κάποιο αγνοούμενο, που προσπαθεί να στείλει κάποιο μήνυμα. Στην Τουρκία έχει δικτατορία. Το ραδιόφωνο λέει ότι λογοκρίνουν ακόμα και την αλληλογραφία. Σίγουρα θα λογοκρίνουν ένα γράμμα που έχει παραλήπτη στην ελεύθερη Κύπρο. Αμέσως το μυαλό μου πήγε στον Ορέστη. Τον καλό μου φίλο Ορέστη, που χάθηκε στο πόλεμο. Πόσο θα ήθελα να είναι αυτός! Πόσο θα ήθελα να ζει και να είναι καλά!

Ω, κύριε Ορέστη, δακρύσατε. Δεν θα ήθελα να σας στενοχωρήσω!

ΟΡΕΣΤΗΣ: Δεν με στενοχωρείς παιδί μου! Με συγκινείς. Είναι διαφορετικό. Σε παρακαλώ συνέχισε.

ΖΗΝΟΒΙΑ:  Γράφει λοιπόν η μητέρα μου πιο κάτω:

Αφού μελέτησα με προσοχή το φάκελο, προσπαθώντας να καταλάβω κάτι, αντιλήφθηκα ότι η διεύθυνση μου ήταν γραμμένη, όχι με τον τρόπο που εγώ την γράφω στην αγγλική γλώσσα, αλλά σαν να ήταν μεταφρασμένη από τα ελληνικά. Είχα δώσει την διεύθυνσή μου στο παρελθόν στον οργανισμό Pen Pal, μια υπηρεσία  που φέρνουν σε επαφή νέους από όλο το κόσμο για να αλληλογραφούν, όμως δεν την έγραφα έτσι. Και σίγουρα δεν ήταν μέσα στις επιλογές των χωρών που επέλεξα  να αλληλογραφώ, η Τουρκία. Είμαι βέβαιη ότι δεν έχει σχέση με αυτό.

Στη συνέχεια έκανα μια μικρή έρευνα. Πήγα αρχικά στο ταχυδρομείο και τους έδειξα τον φάκελο. Το γραμματόσημο είναι τούρκικο και αντί να έχει σφραγίδα, έχει μια γραμμή με στυλό, σαν μονογραφή. Η υπάλληλος εκεί μου είπε ότι δεν έχουμε απευθείας ταχυδρομική σύνδεση με την Τουρκία και αυτό το γράμμα πρέπει να ήρθε μέσω Ελλάδας.

Ύστερα επισκέφθηκα την τράπεζα και τους ρώτησα για την ονομασία της τράπεζας που αναγράφεται στη κάρτα και στη διεύθυνση του Τούρκου αποστολέα. Μου είπαν ότι υπάρχει όντως και είναι από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Τουρκίας.

Εξακολουθώ να βρίσκομαι σε αδιέξοδο. Αυτές οι πληροφορίες δεν με διαφώτισαν καθόλου. Όμως δεν ξεχνώ αυτό που είπε η μητέρα μου: Μπορεί να είναι ένα καμουφλαρισμένο μήνυμα από κάποιο αγνοούμενο. Μπορεί να είναι ο Ορέστης. Πρέπει να το ψάξω περισσότερο.  Θα γράψω στον άνθρωπο αυτό, αλλά δεν θα στείλω το γράμμα απευθείας από την Κύπρο. Θα το στείλω στη φίλη μου την Άννα στο Παρίσι και θα της πω να το ταχυδρομήσει από εκεί. Θα του πω ότι μετακόμισα στο Παρίσι. Έτσι δεν θα φοβάται τόσο την λογοκρισία. Αν έχει κάτι να μου, θα μου το πει. Την απάντησή του – αν απαντήσει – θα μου την στείλει η Άννα σε κλειστό φάκελο.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Και τι έγινε; Έστειλε το γράμμα μέσω της φίλης της στο Παρίσι; Με συγκινεί η αγωνία που είχε για μένα, αλλά και η ευρηματικότητά της.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Κύριε Ορέστη, ήταν πολύ δύσκολες εποχές. Οι αγνοούμενοι ήταν ένα τεράστιο κεφάλαιο της εποχής εκείνης. Υπήρχε η πίστη και η ελπίδα ότι θα επιστρέψουν. Και ενώ επικρατούσε βαθύ σκοτάδι για την τύχη τους, οι γυναίκες τους, οι μητέρες τους, οι αδελφές τους, τα παιδιά τους έτρεχαν μέχρι και σε μάγους για να μάθουν που βρίσκονταν και αν ήταν ζωντανοί.

ΠΕΤΡΟΣ: Για μήνες, για χρόνια οι μητέρες τους έστεκαν στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, από όπου έρχονταν εδώ οι στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών και κρατούσαν μια φωτογραφία του αγνοούμενου με την ελπίδα ότι κάποιος μπορούσε να τον είχε δει και να τον αναγνωρίσει. Νομίζεις η Ευρυδίκη δεν θα έκανε αυτή την απλή κίνηση να στείλει το γράμμα στο Παρίσι, με μια αδιόρατη ελπίδα να μάθει κάτι;

ΟΡΕΣΤΗΣ: Σκέφτομαι πόσο δειλός ήμουν εγώ που έφυγα μακριά…

ΖΗΝΟΒΙΑ: Μην κρίνετε σκληρά τον εαυτό σας κύριε Ορέστη. Ο καθένας έκανε τον αγώνα επιβίωσής του. Στο κάτω – κάτω είναι υποχρέωσή μας σαν άνθρωποι να επιβιώνουμε. Δεν βλάψατε κανένα, δεν ήσασταν φυγόστρατος. Ήσασταν απλά πονεμένος και προδομένος.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Ευχαριστώ για τα λόγια παρηγοριάς. Η αλήθεια όμως είναι ότι έφυγα. Δεν έμεινα εδώ να μοιραστώ το δράμα των υπολοίπων. Όμως πες μου τι έγινε στη συνέχεια; Απάντησε ο Σουλεϊμάν;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Λόγω της περιπλοκότητας της διαδρομής των επιστολών ο Σουλεϊμάν έστειλε ακόμα μια κάρτα στις 28 Αυγούστου του 1980. Δεν απαντούσε σε καμία ερώτησή της, ούτε πού βρήκε την διεύθυνσή της, ούτε γιατί της έγραφε. Συνέχιζε το βιολί του με ένα ακόμα ερωτικό ποίημα. Το σίγουρο είναι ότι ο Σουλεϊμάν ήταν μορφωμένος και ήξερε καλά αγγλικά. Της έγραφε λοιπόν στη δεύτερη κάρτα μεταξύ άλλων:

Πίστεψέ με!

Αγαπώ μόνο εσένα στο κόσμο όλο.

Πίστεψέ με

Σε βρήκα στο πνεύμα μου

Σε σκέφτομαι από κάπου

Είσαι σαν ήλιος στην σκοτεινή μου νύχτα

Αν διαβάζω ένα βιβλίο, στις σελίδες του

βλέπω εσένα

Αν κλείσω τα μάτια μου

έρχεσαι στον μυαλό μου..

Η μητέρα μου εξοργιζόταν με αυτά που διάβαζε. Δεν έβγαζε καμιά άκρη.

ΠΕΤΡΟΣ: Τι θα μπορούσε να είναι τα λόγια αυτά; ένα κωδικοποιημένο μήνυμα ή μια κακόγουστη φάρσα; Νόημα δεν βγαίνει. Τι θα μπορούσε να περιμένει εκείνη την εποχή ένας Τούρκος από μια Ελληνοκύπρια; Ούτε τηλεφωνική επικοινωνία δεν μπορούσαν να έχουν. Και για να αποφεύγει επιμελώς να απαντήσει στην ερώτηση, πού βρήκε τη διεύθυνση και γιατί της γράφει, σίγουρα ο τρόπος που ήρθε στη κατοχή του δεν ήταν και τόσο καθαρός.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Αυτά τα λέμε σήμερα εμείς με απόσταση σχεδόν πενήντα χρόνων, καθισμένοι στο σαλόνι μας και πίνοντας το τσάι μας, τότε όμως, κάτω από εκείνες τις συνθήκες, οι άνθρωποι έλπιζαν σε ένα μήνυμα από τον σκοτεινό κόσμο εκείνων που χάθηκαν.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Από την Κυριακή που βρεθήκαμε μέχρι σήμερα, σκέφτομαι συνεχώς την ιστορία με τα γράμματα. Μπορεί να έχω μια πιθανή εξήγηση. Όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο στη Μελβούρνη, είχαμε ανθρώπους από πολλές χώρες του κόσμου. Θυμάμαι ότι είχαμε και Τούρκους. Δεν γνωρίζω τα ονόματά τους, ούτε είχα καμιά σχέση μαζί τους. Οι πληγές από την εισβολή ήταν ορθάνοικτες και για μένα αυτοί οι άνθρωποι ήταν εκπρόσωποι της χώρας που είχε καταστρέψει την πατρίδα μου. Όμως είναι εκείνη την εποχή που έχασα το πορτοφόλι μου με την διεύθυνση της Ευρυδίκης και τη φωτογραφία της. Πιθανόν να το βρήκε κάποιος από αυτούς ή ακόμα και να το έκλεψε. Κανείς δεν ξέρει. Φυσικά όλα αυτά είναι εικασίες, αλλά είναι μια πιθανή εξήγηση.

ΠΕΤΡΟΣ: Εσείς κύριε Ορέστη πότε χάσατε το πορτοφόλι σας; Υποθέτω νωρίτερα, Η πρώτη κάρτα ήρθε το 1980.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Εγώ θα πρέπει να τα έχασα μέσα του 1975, αρχές του 1976. ‘Όμως η κάρτα δεν ήρθε από την Αυστραλία αλλά από τη Κωνσταντινούπολη. Πιθανόν αυτός που είχε τα στοιχεία στη κατοχή του να επέστρεψε στην Τουρκία και τότε, για άγνωστο λόγο, αποφάσισε να στείλει εκείνη την κάρτα.

ΠΕΤΡΟΣ: Αυτή είναι μια πιθανή εξήγηση. Όμως μην ξεχνάτε πόσοι Τούρκοι στρατιώτες βρέθηκαν στη κατεχόμενη Κύπρο το 1974, αλλά και αργότερα. Ολόκληρα χωριά είχαν λεηλατηθεί. Μπορεί να βρήκε τα στοιχεία της σε ένα σπίτι εκεί.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Αυτό είναι κάτι που είχε σκεφτεί η μητέρα μου, αλλά δεν πίστευε ότι κάποιος στη κατεχόμενη Κύπρο είχε την διεύθυνσή της γιατί ουδέποτε αλληλογραφούσε με κάποιο από εκεί. Η εξήγηση του κυρίου Ορέστη μου φαίνεται πιο πιθανή. Εξ άλλου για να της γράψει θα πρέπει να είχε μια ένδειξη για την ηλικία της. Θα πρέπει να είχε δει φωτογραφία της. Διαφορετικά, δεν εξηγούνται τα ερωτόλογα.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Έχουμε κάποιο στοιχείο που να δείχνει  πόσο χρονών ήταν αυτός;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Υπήρξε και τρίτο γράμμα. Πολύ αργότερα. Αυτή τη φορά η ημερομηνία είναι 9 Μαρτίου 1982. Η μητέρα μου φαίνεται ότι απάντησε στη δεύτερη κάρτα, ρωτώντας επίμονα να της εξηγήσει πώς βρήκε την διεύθυνσή της και γιατί της γράφει. Σε αυτό το στάδιο, νομίζω, δεν έλπιζε πλέον και πολύ για στοιχεία για αγνοούμενους, αλλά ήθελε να λύσει το μυστήριο. Αυτός άργησε πολύ να απαντήσει. Αυτή τη φορά η επιστολή ήταν γραμμένη  σε επιστολόχαρτο της τράπεζας και όχι σε κάρτα. Σε αυτή την επιστολή λέει ότι είναι 27 χρονών. Ηλικία δηλαδή που ταιριάζει να ήταν στρατιώτης το 1974 στην Κύπρο ή φοιτητής στη Μελβούρνη. Φυσικά κανείς δεν ξέρει αν έλεγε την αλήθεια.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Και τι λέει σε αυτό το γράμμα, Ζηνοβία;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Αφού απολογείται για την καθυστέρηση να απαντήσει, μιλά για τις ομορφιές της Τουρκίας και για τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, ότι δηλαδή τα δύο κράτη είναι γειτονικά και θα μπορούσαν να έχουν καλύτερες σχέσεις και να μην είναι εχθροί. Με τον τρόπο που μιλά όμως είναι σαν να μην γνωρίζει ή δεν θέλει να γνωρίζει ότι η Κύπρος είναι ξεχωριστό κράτος και δεν βρίσκεται στο Αιγαίο πέλαγος. Τότε η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν έντονες διαφορές για την υφαλοκρηπίδα και την κυριότητα των ελληνικών νησιών. Στο τέλος καταλήγει στο προσφιλές του θέμα: Ξεκινώντας από τις ομορφιές του Βοσπόρου και τις τουλίπες που φυτρώνουν εκεί, περιγράφει τα ζευγαράκια που ερωτεύονται κάτω από το σεληνόφως. Στο σημείο αυτό και στην υπερπροσπάθειά του να τονίσει το ρομαντικό περιβάλλον λέει το εξής ανακόλουθο: «είναι πολύ όμορφα κάτω από το σεληνόφως, καθώς ο ήλιος λάμπει». Γέλασα πολύ όταν το διάβασα. Παρασυρμένος από τον ποιητικό του οίστρο, έγραφε ότι να ‘ναι.

ΠΕΤΡΟΣ: Από εδώ να καταλάβεις ότι ο άνθρωπος δεν είχε κανένα συγκεκριμένο σκοπό, έγραφε απλά ασυναρτησίες νομίζοντας ότι έτσι θα είναι ρομαντικός προς ένα κορίτσι, που δεν γνώριζε. Τώρα πώς είναι δυνατό να φαντάζεται ότι θα είχε κάποιο κέρδος από αυτό, δεν καταλαβαίνω. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν φυσικά ούτε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε τηλεφωνική σύνδεση με την Τουρκία, ούτε μπορούσε κάποιος με κυπριακό διαβατήριο να πάει στην Τουρκία ή το αντίστροφο. Δεν βγάζει κανένα νόημα. Θα μπορούσε να εκφράζεται με αυτό το τρόπο σε κάποιο, οποιοδήποτε άλλο κορίτσι που θα είχε έστω και μια μικρή ελπίδα να γνωρίσει! Την Ευρυδίκη δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να την συναντήσει ποτέ.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Τώρα που μίλησες για μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θυμήθηκα ότι πριν μερικά χρόνια, όταν ζούσε η μητέρα μου, σκεφτήκαμε να ψάξουμε μέσω Facebook, μήπως τον βρούμε. Το όνομα Σουλεϊμάν Γκουνές φαίνεται ότι είναι τόσο κοινό στη Τουρκία που μας έβγαλε χιλιάδες με το ίδιο όνομα. Ήταν αδύνατο να τον εντοπίσουμε. Δεν είχε και τόσο μεγάλη σημασία φυσικά. Ήταν σε μια στιγμή που η  μητέρα μου θυμήθηκε και πάλι την ιστορία αυτή, μια ιστορία που είχε μείνει μετέωρη, χωρίς απάντηση. Ήταν μια τελευταία προσπάθεια να λύσουμε τον γρίφο. Χωρίς αποτέλεσμα φυσικά.

ΠΕΤΡΟΣ: Και με εκείνη την εκπληκτική φράση ότι «κάτω από το σεληνόφως, όταν λάμπει ο ήλιος» ή κάτι παρόμοιο τελοσπάντων τελείωνε το γράμμα;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Όχι, αυτό ήταν ο πρόλογος για να καταλήξει στη δική του ερωτική φαντασία. Λέει λοιπόν αυτολεξεί:

Ή μπορείς να δεις άλλους ανάμεσα στις τουλίπες να χαϊδεύουν τους αγαπημένους τους. Η αγάπη είναι πολύ διαφορετική στο Βόσπορο. Αν ήσουν εκεί τέτοιες στιγμές θα με άφηνες να φιλήσω τα όμορφα σου κόκκινα χείλη, παίρνοντας το σώμα σου στην αγκαλιά μου;

ΠΕΤΡΟΣ: Πολύ ερωτιάρης μας βγήκε ο Σουλεϊμάν! Είμαι βέβαιος ότι όλο αυτό δεν άρεσε στην Ευρυδίκη.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Όχι μόνο δεν της άρεσε, την εξόργισε. Η μητέρα μου ήταν ένας πολύ περήφανος άνθρωπος. Να δέχεται ερωτόλογα από ένα άγνωστο, που στο κάτω – κάτω ανήκε στο έθνος που κατάστρεψε την πατρίδα της, ήταν για αυτή τουλάχιστον απαράδεκτο. Και το γεγονός ότι αυτός ο άγνωστος επέμενε με θράσος να μην αποκαλύπτει που βρήκε την διεύθυνσή της και γιατί της έγραψε, αλλά τολμούσε να εκφράζεται με αυτό τον τρόπο, την ξεπερνούσε. Θα σας διαβάσω ακόμα ένα απόσπασμα από το ημερολόγιό της:

30 Μαρτίου 1982

Χθες συνάντησα την Ελένη, την ξαδέλφη του Ορέστη. Της μίλησα για τα γράμματα και την κρυφή ελπίδα που είχα να ήταν ένα μήνυμα από εκείνο. Η Ελένη έμεινε έκπληκτη. «Δεν υπάρχει περίπτωση» μου είπε. «Ο Ορέστης είχε φύγει με τους γονείς του για την Αυστραλία, μετά τον πόλεμο. Δεν ήταν ποτέ αγνοούμενος». Χάρηκα που ο Ορέστης είναι σώος στην Αυστραλία. Είχα κάνει λάθος  που νόμιζα ότι ήταν αγνοούμενος. Δεν θυμάμαι ποιος έβαλε αυτή την ιδέα στο μυαλό μου. Ίσως γιατί μετά τον πόλεμο χάθηκε από τη ζωή μου, απλά εξαφανίστηκε.

Επιτέλους! Τώρα πια  δεν θα χρειαστεί ποτέ να ξαναγράψω στον Σουλεϊμάν, προσπαθώντας να βρίσκω τις λέξεις για να τον κάμω να απαντήσει στις ερωτήσεις μου και αυτός να μου λέει σαχλά ερωτόλογα. Όμως ο Ορέστης γιατί δεν μου έγραψε; Είμαστε πάντα τόσο φίλοι! Γιατί με ξέχασε έτσι;

ΠΕΤΡΟΣ: Ω, κύριε Ορέστη, πάλι δακρύσατε. Καλύτερα να σταματήσουμε αυτή τη κουβέντα, αφού σας ταράζει τόσο.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Όχι, όχι παιδί μου. Αντίθετα, τα λόγια της είναι μια απάντηση στα δικά μου αισθήματα για κείνη. Πάντοτε την αγαπούσα. Από τότε που ήμασταν παιδιά και παίζαμε μαζί. Ήταν η καλύτερή μου φίλη, ήταν το κορίτσι μου, έστω και αν ποτέ δεν της το είχα πει καθαρά, έστω και αν δεν τόλμησα να ξεστομίσω τα ερωτόλογα που με τόση άνεση της έγραφε αυτός ο άγνωστος. Κάπου βαθιά μέσα μου θα ήθελα να της τα έχω πει εγώ αυτά. Και το γεγονός ότι με κάποιο τρόπο αυτή τα συνέδεε μαζί μου, έστω και επειδή νόμιζε ότι ήμουν αγνοούμενος, είναι για μένα μια παρηγοριά.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Συγκινήσατε και εμένα τώρα κύριε Ορέστη. Πόσο θα χαιρόταν η μητέρα μου, αν σας έβλεπε! Πόσο θα ήθελα να ήταν τώρα μαζί μας!

ΠΕΤΡΟΣ: Μην μπεις σε τέτοιες σκέψεις πάλι. Είπαμε ο θάνατος είναι το πιο τετελεσμένο γεγονός που υπάρχει. Και η παρουσία του κυρίου Ορέστη εδώ, ξαναζωντάνεψε τη μητέρα σου με ένα τόσο ρομαντικό τρόπο! Δεν υπάρχει λόγος να το χαλάσουμε.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Χαίρομαι που ο κύριος Ορέστης είναι εδώ. Χαίρομαι που μέσα από αυτές τις αναμνήσεις νοιώθω την παρουσία της μητέρας μου και πάλι. Μην ανησυχείς Πέτρο μου. Δεν θα πέσω ξανά σε κατάθλιψη. Αυτό πέρασε. Απλά εξέφρασα μια επιθυμία.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Παρόλη την συγκίνηση που νοιώθω, οφείλω να ομολογήσω ότι είμαι ευτυχισμένος. Ξεκίνησα αυτό το ταξίδι από την Αυστραλία έχοντας μέσα μου μια ασαφή εικόνα του τι ερχόμουν στην Κύπρο να κάνω. Κατά βάθος ίσως να γνώριζα ότι βασικά ερχόμουν για να δω την Ευρυδίκη. Όμως οι πιθανότητες να την εύρισκα και κείνη να με θυμόταν, μετά από τη δική μου εξαφάνιση, θα ήταν μηδαμινές. Έτσι ίσως να μην ομολογούσα και στον εαυτό μου τον πραγματικό λόγο του ταξιδιού μου.

Δεν είχα ποτέ αυτά τα χρόνια καμιά αλληλογραφία και καμιά σχέση με τους συγγενείς μου εδώ. Δεν με ενδιέφερε και πολύ να τους δω. Από την άλλη η Κύπρος, η πατρίδα μου, ήταν για μένα μια ανοικτή πληγή… Δεν ήθελα να την ξύσω. Και όμως αυτό το ταξίδι ήταν τελικά λυτρωτικό. Γιατί γνώρισα εσάς, έμαθα ότι η Ευρυδίκη με σκεφτόταν και με νοιαζόταν και όσο και αν σας φανεί παράξενο, ένας άγνωστος της είπε, με ένα τρόπο πολύ ερωτικό, τα λόγια που εγώ θα ήθελα να της πω. Ήταν σαν να με εκπροσωπούσε έμμεσα…

ΠΕΤΡΟΣ: Χαίρομαι που το βλέπετε έτσι. Είναι και μια διέξοδος για τα αναπάντητα ερωτήματα που άφησαν αυτά τα γράμματα και μια δικαίωση για τις προσπάθειες που κατέβαλε η Ευρυδίκη για να σας βρει.

ΖΗΝΟΒΙΑ:  Και τι σκέφτεστε να κάνετε τώρα κύριε Ορέστη; Θα επιστρέψετε πίσω στην Αυστραλία; Θα μείνετε εδώ; Εμείς θα χαιρόμασταν πάρα πολύ να συνεχίσουμε να σας βλέπουμε.

ΠΕΤΡΟΣ: Αυτό είναι αλήθεια. Παρά το τόσο σύντομο της γνωριμίας μας, είναι σαν να σας ξέρουμε χρόνια. Θα ήσασταν και σαν παππούς για τα παιδιά μας.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Ειλικρινά με συγκινείτε αφάνταστα με τα λόγια σας. Δεν θα το περίμενα ποτέ να έχω τέτοια αντιμετώπιση! Ίσως να είναι η παρουσία της Ευρυδίκης που γεμίζει με αγάπη της καρδιές μας. Όμως δεν μπορώ να μείνω. Έχω και εγώ παιδιά και εγγόνια. Μπορεί να μην μένουμε στην ίδια πόλη, αλλά όταν είμαι στην Αυστραλία μπορώ να τους βλέπω που και που. Δεν θέλω να φύγω ξανά μακριά από τους αγαπημένους μου.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Έχετε δίκαιο. Είναι υπερβολική η απαίτησή μας να σας κρατήσουμε κοντά μας. Όμως θα θέλαμε πολύ να ξανάρθετε. Μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για την μητέρα μου. Είναι σαν να ξαναζωντανεύει όταν μιλούμε μαζί σας.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Καλό μου παιδί, σε ευχαριστώ. Όμως δεν ξέρω αν θέλω να ξαναέρθω. Η μια μου αγάπη που με έφερε εδώ ήταν η Ευρυδίκη. Η άλλη ήταν η πατρίδα μου. Η Κύπρος. Εκείνοι οι λογαριασμοί που άνοιξαν το 1974, δεν έχουν κλείσει ακόμα. Όπως σου είπα την πρώτη μέρα που σε συνάντησα, πρέπει κανείς να περπατήσει στη πράσινη γραμμή, κάτω στη παλιά Λευκωσία, για να αισθανθεί ότι το σκουλήκι που τρώει τον τόπο δεν πέθανε. Και για κάποιο παράξενο λόγο, οι κάτοικοι αυτού του νησιού δεν το βλέπουν.  Λείπω σχεδόν πενήντα χρόνια και γυρίζοντας βρήκα μια πατρίδα με ωραίο κέλυφος αλλά με σαρακοφαγωμένη καρδιά. Νοιώθω ότι τα πράγματα είναι χειρότερα από ότι τα άφησα το 1974.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Όχι, όχι, κύριε Ορέστη! Δεν θα ήθελα να το πιστέψω αυτό!

ΠΕΤΡΟΣ: Ναι, και εγώ αισθάνομαι ότι είστε κάπως υπερβολικός. Μια λύση κύριε Ορέστη, δεν εξαρτάται μόνο από εμάς. Υπάρχει μια τεράστια χώρα που λέγεται Τουρκία και έχει τα συμφέροντά της και υπάρχουν και οι δυνατοί του κόσμου που κινούν τα νήματα. Κάνουμε και εμείς λάθη, δεν λέω, αλλά δεν φταίμε για όλα εμείς.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Ίσως να έχετε δίκαιο. Δεν θα έπρεπε να χαλάσω αυτή την όμορφη βραδιά με τέτοιες σκέψεις. Απολογούμαι.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Μην απολογείστε κύριε Ορέστη. Εσείς απλά λέτε τι αποκομίσατε από τον τόπο. Καλύτερα όμως να είστε λίγο πιο αισιόδοξος. Πιστέψετέ με. Θα παλέψουμε για ένα καλύτερο αύριο!

ΟΡΕΣΤΗΣ: Το εύχομαι παιδί μου. Όμως οτιδήποτε και αν κάνετε να θυμάστε ότι πρέπει να πολεμήσετε τον φανατισμό. Είναι η αιτία πολλών κακών.

ΠΕΤΡΟΣ: Σε αυτό έχετε απόλυτο δίκαιο.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Λοιπόν, είναι ώρα να πηγαίνω. Σας ευχαριστώ για την υπέροχη βραδιά και λυπάμαι αν σας την χάλασα με τις αρνητικές σκέψεις μου.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Μην ανησυχείτε κύριε Ορέστη. Τίποτε δεν μπορεί να χαλάσει την χαρά που μου δώσατε μιλώντας για την μητέρα μου και προπάντων βρίσκοντας μια απάντηση για την προέλευση εκείνων των επιστολών του 1980.

ΠΕΤΡΟΣ: Να μας ξανάρθετε πριν φύγετε. Ειλικρινά θα θέλαμε να σας ξαναδούμε.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Σίγουρα θα έρθω να σας αποχαιρετίσω.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Και να επιστρέψετε ξανά στη Κύπρο. Θα παλέψουμε να βρούμε μια λύση στο εθνικό μας πρόβλημα. Ίσως τότε να πάψετε να νοιώθετε τόσο προδομένος. Και από την πλευρά μου θα κάνω ότι μπορώ, τα παιδιά που διδάσκω να μάθουν να έχουν ελεύθερη σκέψη και ελεύθερη άποψη.

ΠΕΤΡΟΣ:  Καλό βράδυ, κύριε Ορέστη.

ΟΡΕΣΤΗΣ: Καλό βράδυ και που ξέρεις μπορεί να είχε δίκαιο ο Σουλεϊμάν, όταν έλεγε: «είναι πολύ όμορφα κάτω από το σεληνόφως, καθώς ο ήλιος λάμπει». Δέστε τον ουρανό! Είναι φωτεινός μέσα στο σκοτάδι.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Ναι, έχετε δίκαιο. Μέσα από το σκοτάδι μπορεί να αναδυθεί το φως. Καληνύχτα.

 

2 responses to “Τα γράμματα (Σκηνή 3)”

  1. Maria.Klerides says:

    Πολύ ωραίο Μαρία μου. Σου αφήνει μια αίσθηση ρομαντισμού. Μου άρεσε ο τρόπος που ολοκληρώνεις το έργο σου με αισιοδοξια. Τη χρειαζόμαστε.

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ πολύ Μάρω μου. Πιστεύω ότι πάντα πρέπει να προσπαθούμε να είμαστε αισιόδοξοι. Είναι ο μόνος τρόπος να πάμε μπροστά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *