Τα γράμματα (Σκηνή 1)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 02/02/2024

Back to Blog

Θεατρικό που αποτελείται από τις τρεις σκηνές. Η πλοκή του έργου είναι προϊόν μυθοπλασίας, αλλά βασίζεται σε αληθινή ιστορία

ΣΚΗΝΗ 1

ΖΗΝΟΒΙΑ: Επιτέλους! Κοιμήθηκαν τα διαβολάκια. Ώρα να ξεκουραστώ και εγώ λίγο.

ΠΕΤΡΟΣ: Έλα κάθισε λίγο μαζί μου εδώ στη βεράντα. Είναι δροσιά απόψε. Θα φέρω εγώ κάτι να πιούμε. Μην κουράζεσαι άλλο.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Έχεις δίκαιο. Είναι πολύ όμορφα εδώ! Σε ευχαριστώ για την πορτοκαλάδα. Είμαι πολύ κουρασμένη σήμερα. Έπρεπε να τρέχω ξοπίσω τα διαβολάκια μας – που έκαναν όλου του κόσμου τις τρέλες –  και συγχρόνως να καθαρίζω το σπίτι. Πολύ κουραστική μέρα!

ΠΕΤΡΟΣ: Θα πρέπει να βρούμε κάποια να σε βοηθά. Έχεις φορτωθεί πολλά τελευταία.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Είναι και αυτό, αλλά παράλληλα ίσως θα ήταν καλύτερα να βρω κάποια δουλειά. Η συνεχής ενασχόληση με τα ίδια και η έλλειψη δημιουργικότητας δεν μου κάνουν καλό. Δεν λέω, ωραία είναι να φροντίζεις τα παιδιά σου, τον άντρα σου και το σπίτι σου, όμως υπάρχει και εκείνο το κομμάτι της ψυχής του ανθρώπου που θέλει να παράγει και να δημιουργεί.

ΠΕΤΡΟΣ: Το καταλαβαίνω, αλλά ύστερα από  την κατάθλιψη που πέρασες με το θάνατο των γονιών σου, είπαμε να ξεκουραστείς λίγο. Όμως έχεις δίκαιο. Είναι ώρα να τα αφήσεις όλα πίσω και να γίνεις μάχιμη και πάλι.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Αυτό είναι σίγουρο. Όμως σήμερα είχα μια εντελώς απρόσμενη επίσκεψη και θα ήθελα να σου μιλήσω για αυτή. Με έβγαλε εντελώς έξω από τις σκέψεις της καθημερινότητας και έφερε στη μνήμη μου άλυτες απορίες του παρελθόντος.

ΠΕΤΡΟΣ: Τι εννοείς; Ποιος ήρθε;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Δεν είναι κάποιος που γνωρίζουμε. Ήταν μια πολύ απρόσμενη συνάντηση.

ΠΕΤΡΟΣ: Για πες. Μου έχεις κινήσει το ενδιαφέρον.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Ήταν γύρω στις 10 το πρωί. Ήμουνα στο σαλόνι και ξεσκόνιζα όταν αντιλήφθηκα κάποιο να περπατά στο πεζοδρόμιο, έξω από το σπίτι μας, να κοιτάζει προς τα εδώ, να διστάζει, να πηγαίνει πάνω – κάτω, να ξανακοιτάζει και να μην τολμά να μπει μέσα. Μου κίνησε την περιέργεια και έμεινα να τον παρακολουθώ πίσω από την κουρτίνα. Αυτός δεν με έβλεπε φυσικά.

ΠΕΤΡΟΣ: Ποιος ήταν τελικά; Κτύπησε την πόρτα;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Ήταν ένας κύριος γύρω στα εβδομήντα, ψηλός, ευθυτενής, με γκρίζα μαλλιά και πολύ ευγενική φυσιογνωμία. Κάποια στιγμή πήρε το θάρρος και προχώρησε προς την είσοδο. Στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα στη πόρτα και μετά κτύπησε το κουδούνι. Προς στιγμή σκέφτηκα να μην ανοίξω – με τόσα που ακούμε κάθε μέρα – αλλά η εμφάνισή του ήταν τόσο αξιοπρεπής, που άνοιξα το παραθυράκι της πόρτας και τον ρώτησα τι ήθελε.

ΠΕΤΡΟΣ: Ελπίζω να μην τον έβαλες και μέσα!

ΖΗΝΟΒΙΑ: Μην προτρέχεις Πέτρο! Κάνε λίγη υπομονή. Είπαμε, φαινόταν πολύ αξιοπρεπής. Με κοίταξε λίγο περίεργα στην αρχή και μετά με ρώτησε αν εξακολουθούσε να μένει εδώ, η Ευρυδίκη Ιωάννου. Του είπα ότι ήταν η μητέρα μου και σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα πριν περίπου ένα χρόνο. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και κρατήθηκε να μην πέσει κάτω. Τρόμαξα όταν τον είδα έτσι, άνοιξα την πόρτα και του έδωσα μια καρέκλα από την βεράντα να καθίσει. Του έφερα νερό και τον ρώτησα πώς γνώριζε τη μητέρα μου. Μου είπε ότι λέγεται Ορέστης Δημητριάδης και γνώριζε την μητέρα μου από το σχολείο. Ένα καμπανάκι κτύπησε εκείνη τη στιγμή. Το όνομα αυτό κάτι μου θύμιζε. Αμέσως το μυαλό μου άρχισε να κάνει συνειρμούς και ξαφνικά θυμήθηκα. Η μητέρα μου είχε αναφερθεί σε αυτόν αρκετές φορές. Εκείνη τη στιγμή όμως δεν θυμόμουν γιατί. Εσύ το θυμάσαι;

ΠΕΤΡΟΣ: Καθόλου! Και πώς την θυμήθηκε έτσι ξαφνικά;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Μου είπε ότι το 1974, μετά τον πόλεμο, είχε φύγει με τους γονείς του από την Κύπρο και εγκαταστάθηκαν στην Μελβούρνη της Αυστραλίας. Από τότε δεν είχε επιστρέψει ξανά στην Κύπρο, αλλά ούτε και είχε επαφές με κανένα από εδώ. Εκείνο που λέμε: έριξε μαύρη πέτρα πίσω του. Η μητέρα μου ήταν ο εφηβικός του έρωτας, αλλά είχε χάσει τη διεύθυνσή της και δεν μπόρεσε ποτέ να επικοινωνήσει μαζί της.

ΠΕΤΡΟΣ: Καλά και πώς βρήκε το σπίτι τώρα μετά από τόσα χρόνια αφού δεν ήξερε την διεύθυνση;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Αμάν Πέτρο! Τι δύσπιστος άνθρωπος που είσαι! Εδώ είχε μεγαλώσει, εδώ ήταν η γειτονιά του και όπως πολύ καλά ξέρεις το σπίτι δεν έχει αλλάξει και πολύ. Μπορεί να το ανακαινίσαμε αρκετές φορές, όμως παραμένει το ίδιο.

ΠΕΤΡΟΣ: Καλά, συνέχισε. Είμαι περίεργος να δω πού θα καταλήξει αυτή η συνάντηση.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Λοιπόν, για να μην τα πολυλογώ, ο άνθρωπος σπούδασε στη Μελβούρνη – είναι αρχιτέκτονας από ότι μου είπε – παντρεύτηκε μια Αυστραλή, έκανε παιδιά, σπούδασαν τα παιδιά του, παντρεύτηκαν και αυτά, αλλά πρόσφατα πέθανε η γυναίκα του – από καρκίνο νομίζω – και ξαφνικά αισθάνθηκε την ανάγκη να γυρίσει στις ρίζες του. Τον πρώτο άνθρωπο που ήθελε να δει ήταν τη μητέρα μου. Φυσικά είχε πολλούς ενδοιασμούς. Δεν ήξερε καν αν το θυμόταν, αν θα ήθελε να τον δει, αν έμενε ακόμα εδώ και αν θα ήταν ευπρόσδεκτος, τελοσπάντων. Για αυτό δεν τολμούσε να κτυπήσει την πόρτα.

ΠΕΤΡΟΣ: Καλά και πώς για τόσα χρόνια δεν επέστρεψε στην Κύπρο; Δεν είχε συγγενείς; Περίεργο να λείπει για σχεδόν μισό αιώνα. Φυσικά η Αυστραλία είναι μακριά, αλλά όλο και έρχονται οι Κύπριοι μετανάστες από εκεί. Πρόσφατα άκουσα για μια κυρία 97 ετών που ήρθε με την κόρη της και τον γαμπρό της για διακοπές στην Κύπρο! Τους τραβά σαν μαγνήτης ο τόπος τους.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Αυτό τον ρώτησα και εγώ. Μου είπε ότι ο πόλεμος του ’74 του είχε αφήσει βαθιές πληγές και δεν ήθελε να τις αμβλύνει περισσότερο. Ο θάνατος όμως της γυναίκας του και το γεγονός ότι τα παιδιά του είχαν εγκατασταθεί  σε άλλες πόλεις της Αυστραλίας για να εργαστούν, τον έκαμε να σκεφτεί πολύ. Τώρα που ο χρόνος άρχισε να μετρά αντίστροφα για εκείνο, θεώρησε ότι ήταν η ώρα να αντιμετωπίσει το παρελθόν από το οποίο είχε φύγει κάποτε μακριά.

ΠΕΤΡΟΣ: Φαντάζομαι θα τα βρήκε όλα διαφορετικά. Εκτός από τον οικοδομικό οργασμό που έχει μεταμορφώσει τα πάντα – και όχι πάντοτε προς το καλύτερο – είναι και η αποστασιοποίηση και η λήθη των ανθρώπων για ότι έγινε τότε. Ειδικά οι νέες γενιές δεν έχουν επαφή με την τραγικότητα εκείνης της εποχής.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Δεν είμαι  βέβαιη ότι είναι αυτό που αποκόμισε. Νομίζω δεν είχε επαφές με πολύ κόσμο. Περισσότερο περπάτησε στην πράσινη γραμμή και εκεί ξέρεις ότι η φθορά και η εξαθλίωση του περιβάλλοντος είναι οι ίδιες αν όχι και πολύ χειρότερες από τότε. Έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας! Η όλη κατάσταση τον έφερε σε επαφή με τον πόνο που είχε μέσα του. Δεν είδε καμιά πρόοδο «μόνο ένα σαράκι που κρύβεται στη πράσινη γραμμή και τρώει τον τόπο». Έτσι μου είπε. Και συνέχισε: «Όλα τα σκεπάζει ένα λεπτό περίβλημα που κρύβει την σάπια πραγματικότητα. Μια στιγμή και αυτό θα σπάσει και τι θα γίνει τότε;». Φαινόταν πολύ απογοητευμένος. Πού να ήξερε και για τα υπόλοιπα σάπια του τόπου μας!

ΠΕΤΡΟΣ: Ίσως να έχει και δίκαιο. Εμείς συνηθίσαμε αυτή την κατάσταση. Δεν είχαμε και επιλογή στο κάτω – κάτω. Έπρεπε να επιβιώσουμε. Και ο άνθρωπος εκ φύσεως ψάχνει την χαρά και την ανεμελιά. Αυτό είναι φυσικό, όμως ίσως να είναι χρήσιμο που και που να θυμόμαστε ποια κατάσταση επικρατεί στον τόπο μας. Για τη σχέση του με τη μητέρα σου όμως, τι σου είπε;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Δεν μου είπε και πολλά για να είμαι ειλικρινής. Φαίνεται δεν είχε και πολλά να μου πει. Εκείνο το καιρό οι σχέσεις των εφήβων ήταν ρομαντικές περισσότερο. Πήγαιναν στο ίδιο σχολείο με την μητέρα μου. Εκείνος πρέπει να ήταν κανένα δυο χρόνια μεγαλύτερος. Έμεναν στην ίδια γειτονιά και συχνά περπατούσαν μαζί για το σχολείο και μιλούσαν. Τότε ο κόσμος περπατούσε, όχι σαν σήμερα που πρέπει να μετακινούμε τα παιδιά παντού με το αυτοκίνητο. Δεν περπατούν ούτε διακόσια μέτρα!

Είχε αναπτυχθεί μια συμπάθεια μεταξύ τους και είχαν ανταλλάξει και φωτογραφίες. Δεν κατάλαβα να είχαν οτιδήποτε περισσότερο. Μου είπε πάντως ότι ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει μεγαλύτερη επικοινωνία με κανέναν άνθρωπο, από εκείνη που είχε νιώσει με την μητέρα, τότε. Συμπλήρωσε ότι παρόλο που διαφωνούσαν σε διάφορα θέματα, εκείνη τον καταλάβαινε περισσότερο από τον καθένα. Όποτε μιλούσε για την μητέρα μου, δάκρυζε πάντως. Ήταν πολύ συγκινημένος. Μου είπε ότι της μοιάζω και όταν άνοιξα την πόρτα νόμισε προς στιγμή ότι ήμουν εκείνη. Ύστερα σκέφτηκε ότι δεν θα μπορούσε να ήταν τόσο νέα. Με ρώτησε πώς πέθανε και όταν του εξήγησα ότι σκοτωθήκαν και οι δύο γονείς μου σε αυτοκινητικό δυστύχημα πριν ένα χρόνο, κλαίγαμε και οι δύο μαζί.

ΠΕΤΡΟΣ: Ευτυχώς που δεν ήμουν εκεί να βιώσω τέτοιο μελόδραμα!

ΖΗΝΟΒΙΑ: Κορόιδευε εσύ. Μην ξεχνάς ότι έχεις και τους δυο γονείς σου. Εύχομαι να μην ζήσεις ποτέ κάτι παρόμοιο!

ΠΕΤΡΟΣ: Με συγχωρείς, έχεις δίκαιο. Απολογούμαι. Απλά μου φαίνεται ότι ταυτίστηκες πλήρως με τον κύριο Ορέστη. Παρόλο που μόλις σήμερα τον γνώρισες!

ΖΗΝΟΒΙΑ: Ναι, είναι αλήθεια ότι ένοιωσα μαζί του μια οικειότητα, σαν να τον ήξερα χρόνια. Αυτή η σχέση που φαίνεται ότι είχε με τη μητέρα μου με συγκίνησε. Ξέρεις πολύ καλά πόσο αγαπούσα την μητέρα μου!

ΠΕΤΡΟΣ: Ναι καταλαβαίνω. Ήταν για σένα μια ευκαιρία να έρθεις σε επαφή μαζί της μέσω ενός ανθρώπου από το παρελθόν. Και τα παιδιά, πού ήταν όλη αυτή την ώρα;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Ευτυχώς έβλεπαν μια ταινία στη τηλεόραση και δεν μας ενόχλησαν. Διαφορετικά πώς θα μιλούσαμε;

ΠΕΤΡΟΣ: Αλήθεια, εγώ δεν μπορώ να θυμηθώ καθόλου τη μητέρα σου να αναφέρει το όνομα Ορέστης. Πότε έγινε αυτό; Και για ποιο λόγο;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Είναι γιατί εσύ δεν έδινες σημασία στις κουβέντες μας. Είναι πολλές οι φορές που ανέφερε αυτό το όνομα. Θυμάσαι τα γράμματα;

ΠΕΤΡΟΣ: Γράμματα; Ποια γράμματα;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Δεν σε πιστεύω! Ξέχασες την ιστορία με τα μυστηριώδη γράμματα που πήρε η μητέρα μου το 1980;

ΠΕΤΡΟΣ: Α, ναι μιλάς για εκείνα τα γράμματα που ήρθαν από την Τουρκία, έξι χρόνια μετά τον πόλεμο; Κάτι θυμάμαι.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Και βέβαια πρέπει να θυμάσαι. Η μητέρα μου μιλούσε συχνά για αυτά. Ήταν ένα μυστήριο στη ζωή της που δεν το έλυσε ποτέ. Ούτε μπόρεσε να βρει την παραμικρή άκρη.

ΠΕΤΡΟΣ: Και ο κύριος Ορέστης τι σχέση έχει με όλα αυτά; Αυτός ήταν στην Αυστραλία και τα γράμματα ήρθαν από την Τουρκία.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Ναι, είχαν έρθει από την Τουρκία και συγκεκριμένα από την Κωνσταντινούπολη. Η μητέρα μου τότε, δεν ξέρω για ποιο λόγο – ίσως γιατί αυτός είχε εξαφανιστεί μετά τον πόλεμο – πίστευε ότι ο Ορέστης ήταν αγνοούμενος. Έτσι συσχέτιζε τα γράμματα με κάποιο κρυφό μήνυμα από τον Ορέστη. Συνέχισε λοιπόν την αλληλογραφία με τον άγνωστο, ψάχνοντας να βρει κάποια άκρη.

ΠΕΤΡΟΣ: Περίεργος συσχετισμός. Βεβαία δεν κατάφερε τίποτε, αφού ο άνθρωπος βρισκόταν στην Αυστραλία!

ΖΗΝΟΒΙΑ: Ναι, είπαμε, αυτό δεν το γνώριζε. Αργότερα όταν έμαθε ότι ο Ορέστης είχε μετοικίσει στην Αυστραλία, σταμάτησε να προσπαθεί. Όμως ποτέ δεν είχε ξεχάσει τα γράμματα. Μιλούσε συχνά για αυτά. Ήταν ένα ερωτηματικό στη ζωή της. Ίσως κατά βάθος σκεφτόταν και τον Ορέστη κάθε φορά, παρόλο που είχε αποδειχθεί από τα γεγονότα ότι αυτός δεν θα μπορούσε να έχει καμιά σχέση.

ΠΕΤΡΟΣ: Και πώς έληξε αυτή η απροσδόκητη συνάντηση; Του μίλησες για τα γράμματα;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Όχι βέβαια! Τι θα έλεγα του ανθρώπου; Αλλά μπορεί να του μιλήσω.

ΠΕΤΡΟΣ: Τι εννοείς; Θα τον ξαναδείς;

ΖΗΝΟΒΙΑ: Μου ζήτησε να του πω που είναι ο τάφος της μητέρας για να τον επισκεφθεί. Του είπα ότι την Κυριακή θα είναι το ετήσιο μνημόσυνο και τον κάλεσα να παρευρεθεί.

ΠΕΤΡΟΣ: Ωραία! Θα πρέπει να εξηγούμε σε όλους τους καλεσμένους ποιος είναι ο κύριος Ορέστης και πώς τον γνωρίσαμε.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Μην είσαι αρνητικός! Θα είναι και η θεία Μόνικα και κάτι ξαδέλφια της μητέρας μου που μπορεί να τον θυμούνται. Θα είναι καλό και για τον ίδιο να τους δει. Φαίνεται ότι δεν ξέρει κανένα στην Κύπρο. Εξ άλλου είναι πολύ ευγενικός και διακριτικός κύριος. Δεν θα μας προκαλέσει κανένα πρόβλημα.

ΠΕΤΡΟΣ: Εσύ και η μεγαλοψυχία σου! Πάντως η ίδια θα πρέπει να εξηγήσεις στους συγγενείς του πατέρα σου ποιος είναι και ποια σχέση είχε με την μητέρα σου.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Για το όνομα του Θεού! Δεν είχε καμιά σχέση με την μητέρα μου. Ούτε πονηρή, ούτε απονήρευτη. Είναι απλά ένας γείτονας από το μακρινό παρελθόν.  Εξ άλλου θέλω να τον ρωτήσω για τα γράμματα.

ΠΕΤΡΟΣ: Νομίζω εσύ η ίδια το ξεκαθάρισες ότι δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με τα γράμματα. Ο άνθρωπος ήταν στην Αυστραλία! Η μητέρα σου είχε κάμει λάθος εκτιμήσεις αρχικά!

ΖΗΝΟΒΙΑ: Έχεις απόλυτο δίκαιο αλλά εγώ θέλω να τον ρωτήσω. Έχω ένα προαίσθημα και εξ άλλου το χρωστώ στη μητέρα μου. Μπορεί κάτι να ξεκαθαρίσει. Ποιος ξέρει;

ΠΕΤΡΟΣ: Όπως νομίζεις. Δεν μπορεί να τα βάλει κανείς μαζί σου! Καλύτερα να πάμε να ξαπλώσουμε. Είναι ήδη αργά και αύριο έχω δουλειά.

ΖΗΝΟΒΙΑ: Έχεις δίκαιο. Θα βάλω τα πιάτα στη λεκάνη και θα τα πλύνω αύριο. Αισθάνομαι πολύ κουρασμένη. Είναι και η συναισθηματική φόρτιση που πέρασα σήμερα. Έχω εξαντληθεί!

Συνεχίζεται…

 

8 responses to “Τα γράμματα (Σκηνή 1)”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Καλημέρα Μαρία, πώς αλλάζουν τα πράγματα με τα αναπάντεχα μέσα στη ζωή! Παρόλο που ίσως δεν είναι αυτός ο στόχος σου, αυτό μου θύμισε, ότι μόλις βγούμε έξω από το συνηθισμένο ανοίγουν οι μνήμες και ο νους και ξανοίγεται η καρδιά μας και η ζωή είναι ένα μυθιστόρημα ή ένα θεατρικό έργο, από άλλο χέρι γραμμένο!

    • Maria Atalanti says:

      Ίσως όταν προσπαθούμε να γράψουμε μια ιστορία, απλά προσπαθούμε να μιμηθούμε το Θεό που δημιούργησε την ιστορία του κόσμου. Ίσως προσπαθούμε να ανταποκριθούμε στο ” κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση”, που μας δόθηκε με την δημιουργία του ανθρώπου.

  2. Maria.Klerides says:

    Πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία που ξετυλίγεται Μαρία μου. Ακόμα μια φορά κρατάς τον αναγνώστη σου σε εγρήγορση

  3. veronica nicolaou says:

    Πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία! xxxxxx

  4. Μάρω Στυλιανού says:

    Ανυπομονώ για τη συνέχεια!
    Σ’ ευχαριστώ πολύ Μαρία μου, για όλα όσα μας ” προσφέρεις”. Νοιώθω τυχερή που σε έχω…

    • Maria Atalanti says:

      Μάρω μου πάντα να νοιώθεις τυχερή. Όχι γιατί έχεις εμένα αλλά γιατί είσαι τυχερή. Και τότε όλα θα αλλάξουν στη ζωή σου, όταν δηλαδή αναγνωρίσεις την τύχη που σε περιβάλλει.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *