Τα γονίδια (2ο μέρος)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 11/07/2021

Back to Blog

Αφιερωμένο στην εξαδέλφη μου Σωτηρούλα που ζει στην Αυστραλία και αξιοποιώντας τις μνήμες που εκείνη διέσωσε έγραψα αυτή την ιστορία.

………………..

Η απογευματινή αναπόληση της ζωής του τάραξε το Νικόλα και το βράδυ ήταν κάπως ανήσυχος.

—Τι έπαθες Νικόλα απόψε. Είσαι πολύ σιωπηλός, του είπε η Μιλιά η γυναίκα του.

—Έχω κεφαλαλγία, της απάντησε. Θα κάτσω λίγο στην αυλή να πάρω αέρα. Ξάπλωσε εσύ.

Η Μιλιά (από το Αιμιλία), η δεύτερη γυναίκα του Νικόλα, κουρασμένη σαν κάθε γυναίκα του χωριού, που δούλευε στο κάμπο και φρόντιζε και το σπίτι, ξάπλωσε νωρίς.

Εκείνος βγήκε έξω, κάθισε σε μια καρέκλα και κοίταξε τον έναστρο ουρανό. Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας τα άστρα λαμποκοπούσαν εκατομμύρια πάνω από το κεφάλι του. Μια φωτεινή λωρίδα, από αμέτρητα αστέρια, διέσχιζε τον ουρανό και έμοιαζε να τον χωρίζει στα δυο.

—Ο ποταμός, (γαλαξίας) σκέφτηκε ο Νικόλας.

Η ψυχή του Νικόλα ήταν ρομαντική. Βυθίστηκε στην ομορφιά του στερεώματος και σιγά – σιγά η καρδιά του γαλήνεψε. Οι σκέψεις χίμηξαν στο μυαλό του και τον ταξίδεψαν πάλι σε κείνα τα μακρινά χρόνια, όταν ζούσε στη Σκάλα.

Μετά το θάνατο της μητέρας του ο Νικόλας ήθελε να φύγει από τη Σκάλα. Πού να πάω, σκεφτόταν. Δεν έχω κανένα δικό πουθενά.

Μια μέρα ήρθε στο μαγαζί που δούλευε ένας χωριάτης. Τον έλεγαν Γιωρκή και ήταν από το Μαραθόβουνο. Πρώτη φορά είχε ακούσει αυτό το χωριό.

—Είναι στο κάμπο της Μεσαορίας, του είπε ο Γιωρκής. Μεγάλο χωριό. Έχει κοντά στους 800 κατοίκους και βρίσκεται κεντρικά στην περιοχή. Δεν έχουμε κανένα πογιατζή για να βάφει τις βράκες μας. Αν έρθεις εκεί θα κάνεις χρυσές δουλείες. Θα έρχονται και από τα άλλα χωριά. Δε θα τους προφταίνεις.

— Μα πώς να έρθω, αφού δεν ξέρω κανένα. Πού θα μένω;

—Εσύ έλα και άφησε τα άλλα πάνω μου. Είσαι λεβέντης, είσαι δουλευτής. Θα σε παντρέψουμε.

Ο Νικόλας δεν άργησε να πεισθεί. Αποφάσισε να ξοδέψει τις δύο χρυσές λίρες που του είχε δώσει ο πατέρας του. Αγόρασε ένα κάρο, ένα γαϊδούρι και όλα τα σύνεργα που χρειαζόταν για να ξεκινήσει την τέχνη του, αποχαιρέτησε τον κυρ Λευτέρη, τον κυρ Χρίστο και την γυναίκα του την Ελένη, τον φίλο του το Δημήτρη και ακολούθησε το Γιωρκή στο χωριό του.

Πρώτη φορά έφευγε μακριά από τη θάλασσα. Ήταν καλοκαίρι όπως και τώρα. Καθώς απομακρύνονταν από τη πόλη και άφησαν πίσω τους τις φυτείες που πρασίνιζαν το τοπίο, τρόμαξε με την μονοτονία του κάμπου, που αντίκρισε. Όλα έμοιαζαν άχρωμα κάτω από τον καυτό ήλιο. Πού και πού καμιά ελιά με το μολυβί της χρώμα έσπαζε την μονοτονία του χλωμού κίτρινου των σιτηρών. Έβλεπαν τους βοσκούς που με τα πρόβατά τους διέσχιζαν τον κάμπο. Μερικοί από αυτούς κάθονταν κάτω από καμιά ελιά να ξαποστάσουν και έπαιζαν το πιθκιαύλι (καλαμένιος αυλός) τους. Τα βελάσματα και τα κουδούνια των προβάτων συμπλήρωναν με τους ήχους τους τη βουκολική εικόνα που αντίκριζε ο Νικόλας.

Ένοιωσε παράξενα. Του έλειπε η θάλασσα, ο ήχος της, η μυρωδιά της. Έδιωξε γρήγορα αυτές τις σκέψεις. Είχε πάρει τις αποφάσεις του. Ο Μαραθόβουνος, αυτό το χωριό που δεν είχε αντικρίσει ακόμα, θα ήταν το χωριό του. Εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να μη μιλήσει ποτέ σε κανένα για τα παιδικά του χρόνια στο κονσουλάτο. Και δε μίλησε ποτέ. Ούτε καν το σκεφτόταν. Μέχρι σήμερα.

— Γέρασες Νικόλα, ψιθύρισε στον εαυτό του. Άντε να πέσεις να κοιμηθείς.

Μπήκε μέσα και ξάπλωσε πλάι στη γυναίκα του τη Μιλιά. Προσπάθησε να κοιμηθεί μα δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Οι αναμνήσεις, τώρα που ξύπνησαν, πήραν ξαφνικά όλη τη ενέργειά του και κατέλαβαν το μυαλό του.

Έτσι, αιχμάλωτος των σκέψεων του, έκλεισε τα μάτια του και συνέχισε να θυμάται.

Δεν άργησε να παντρευτεί. Με την πρώτη του γυναίκα απέκτησε δύο κόρες. Την πρώτη την ονόμασε Μαργαρίτα, το όνομα της μάνας του και τη φώναζαν Μαρκαρού, όπως φώναζαν και την μάνα του. Την δεύτερη την βάφτισαν Ανδριανή και την φώναζαν Ανδριανού. Η πρώτη του γυναίκα πέθανε νέα και αναγκάστηκε να ξαναπαντρευτεί. Πήρε την Μιλιά, και μαζί της έκαμε ακόμα πέντε παιδιά. Τρεις κόρες, την Λαζαρού, την Σταυρού και την Ελένη και δύο γιους. Τον Κωνσταντή και τον Βαγγέλη. Ο Βαγγέλης του πέθανε νέος. Πολύ τον πίκρανε αυτός το θάνατος.

Οι σκέψεις άρχισαν να θολώνουν σιγά – σιγά στο μυαλό του και ο Νικόλας αποκοιμήθηκε.

Το σπίτι του Νικόλα και της Μιλιάς ήταν στο κεντρικό δρόμο του χωριού. Δίπλα από το σπίτι ο Νικόλας είχε το μαγαζί του. Εκεί δούλευε εδώ και πολλά χρόνια. Οι δουλειές του πήγαιναν πολύ καλά. Οι πελάτες του δεν ήταν απλά χωριανοί. Έρχονταν και από τα γύρω χωριά, την Αγκαστίνα, την Βιτσάδα, το Τζιάος και την Μουσουλίτα, ακόμα και από πιο μακρινά χωριά, όπως ήταν η Καλογραία, η Τρυπημένη και την Αγία Μαρίνα. Τον καιρό εκείνο οι άνθρωποι ήταν φτωχοί και συχνά δεν είχαν να πληρώσουν σε χρήμα. Έτσι του έφερναν σαν πληρωμή τα προϊόντα που παρήγαγαν, όπως λάδι, ελιές, όσπρια και φρούτα της εποχής. Το σπίτι τους ήταν πάντα γεμάτο με όλα τα αγαθά και τα παιδιά του πάντα καλοταϊσμένα.

Ο ίδιος δεν είχε χωράφια δικά του, όμως η γυναίκα του η Μιλιά είχε την προίκα της σε χωράφια και ζώα. Ο ίδιος δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η γυναίκα του φρόντιζε τα χωράφια και τα ζώα τους, μαζί με τα παιδιά της και κανένα παραγιό που είχαν, όποτε ήταν ανάγκη. Ήξερε πως οι χωριανοί τον κορόιδευαν ότι μια φορά τον είχε στείλει η γυναίκα του να ελέγξει αν τα σπαρτά ήταν έτοιμα για θερισμό και αυτός, μην καταλαβαίνοντας, απάντησε αρνητικά. Μέχρι να πάει η ίδια να δει, τα σιτηρά παραωρίμασαν και καταστράφηκαν.

Δεν τον ένοιαζε όμως γιατί αυτός ήταν περήφανος για την τέχνη του, που παρείχε στην οικογένειά του ικανοποιητική οικονομική άνεση. Ήταν και άνθρωπος φιλομαθής. Είχε γνωριστεί με τον δάσκαλο του χωριού, τον Δημοφώντα Λαζαρίδη, που και αυτός καταγόταν από την Λάρνακα, και έγιναν φίλοι. Ο Λαζαρίδης του έφερνε που και που κανένα βιβλίο και διάβαζε και έτσι έμαθε πού ήταν η Σουηδία, πόσο κρύο έκανε εκεί και πώς ήταν οι άνθρωποι σε αυτή την μακρινή χώρα.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια το χωριό μεγάλωνε, αυξάνονταν οι κάτοικοί του. Αρχές του 20ού αιώνα είχαν ξεπεράσει τους 1200. Ο Νικόλας έγινε ένας σημαντικός κάτοικος του Μαραθόβουνου. Οι χωριανοί τον εκτιμούσαν για το χαρακτήρα και την ανθρωπιά του και για πολλά χρόνια έκαμε μουχτάρης (κοινοτάρχης) του χωριού. Αυτός μάζευε τους φόρους για τους Εγγλέζους, τη δεκάτη. Ο φόρος αυτός απαιτούσε ο κάθε γεωργός να δίνει το ένα δέκατο της παραγωγής του στο Κράτος. Ο Νικόλας ήταν δίκαιος με όλους, μα προπάντων ήταν ελαστικός όπου υπήρχε φτώχεια και ανάγκη. Είχε κτίσει και ένα πιθάρι στο τοίχο του σπιτιού του και μέσα φύλαγε τα χρήματα από τους φόρους. Ήταν ένα είδος χρηματοκιβωτίου.

Σε λίγες μέρες θα πάντρευε την κόρη του Λαζαρού με τον Γιαννή, τον γιο του Σταυρινού Τήλλυρου και της Στυλιανής από το Καϊμακλί. Ο Σταυρινός ήταν φίλος του και τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Είχε και αυτός χάσει την πρώτη του γυναίκα και πήρε δεύτερη. Από την πρώτη είχε ένα γιο τον Κλεάνθη και από τη δεύτερη, τον Ηλία και το Γιαννή. Ήταν όμως το αντίθετο του Νικόλα, όσο αφορά τις ασχολίες. Ήταν και αυτός λεβέντης και ψηλός, όμως σαν βέρος καμπίσιος ήταν και πρώτος θεριστής στο χωριό. Από αυτή του την ικανότητα πήρε το προσωνύμιο Τήλλυρος.

Θα πάντρευε λοιπόν σύντομα τη Λαζαρού με τον Γιαννή. Επέλεξε αυτό το νέο για την κόρη του για πολλούς λόγους, μα πάνω απ’ όλα γιατί ο Γιαννής ήταν τεχνίτης σαν τον ίδιο και πολύ καλός άνθρωπος. Ήταν σκαρπάρης (υποδηματοποιός). Κατασκεύαζε και επιδιόρθωνε παπούτσια και ποδίνες (μπότες). Θα του άνοιγε ένα μαγαζί δίπλα στο δικό του και θα μοιράζονταν την πελατεία. Ένας τεχνίτης ήταν πάντοτε σε θέση να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την οικογένειά του. Δε θα χρειαζόταν να περιμένει να βρέξει και να γιωρκίσει (αποδώσει) η γη για να ζήσει μια οικογένεια. ‘Όσο φτωχοί και να ήταν οι άνθρωποι, μπορούσαν να ανταλλάξουν προϊόντα για να αγοράσουν τα αγαθά που επιθυμούσαν. Αυτό θα ήταν μια ασφάλεια για την κόρη του.

Ο Γιαννής είχε και δικό του σπίτι. Στην πραγματικότητα θα μοιράζονταν με τη γυναίκα του το σπίτι των γονιών του. Όμως αυτό ήταν πολύ μεγάλο, είχε ανώγειο, κατώι με πολλά δωμάτια, ξεχωριστή κουζίνα, ξεχωριστό δωμάτιο για τα παιδιά, τραπεζαρία, ξεχωριστό δωμάτιο για το παππού και τη γιαγιά, αποθήκες για τα σιτηρά και δύο στάβλους για τα πρόβατα και τα γαϊδούρια. Για εκείνη την εποχή, που οι άνθρωποι ήταν πάμφτωχοι, το σπίτι που θα έμενε η κόρη του ήταν παλάτι.

Θα άφηναν φυσικά στην κόρη του σαν προίκα το σπίτι που έμενε αυτός με τη Μιλιά, όμως τώρα δε θα χρειαζόταν να μετακομίσουν. Κάποτε σκεφτόταν ότι ο ίδιος δεν είχε καμιά κτηματική περιουσία να δώσει στα παιδιά του. Όλα ήταν προίκα της Μιλιάς.

Ζώντας ανάμεσα σε γεωργούς και κτηνοτρόφους ο Νικόλας άκουσε πολλές φορές για τον καλό και τον κακό σπόρο. Ήξερε πως ο σπόρος καθόριζε την ποιότητα της σοδειάς και πως ένας μικρός σπόρος κρύβει μέσα του όλη τη δύναμη της παραγωγής. Αυτό τον προβλημάτισε. Ποιος είναι άραγε ο σπόρος που φτιάχνει τον άνθρωπο; Άραγε ο σπόρος του Σουηδού πατέρα του θα άλλαζε κάτι στη δική του γενιά;

Ρώτησε λοιπόν το δάσκαλο:

—Πώς λέγεται δάσκαλε ο σπόρος του ανθρώπου; Πόσες γενιές μένει μέσα στον άνθρωπο;

Ο Λαζαρίδης τον κοίταξε απορημένος. Δεν ήταν συνηθισμένη ερώτηση για ένα χωριάτη. Από την άλλη όμως ο Νικόλας δεν ήταν ένας συνηθισμένος χωριάτης. Ούτε στην εμφάνιση, ούτε στον τρόπο σκέψης.

—Ο σπόρος του ανθρώπου, αυτός που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά λέγεται «γονίδια», του απάντησε. Αυτά υπάρχουν πάντοτε στο αίμα των ανθρώπων, όσες γενιές και αν περάσουν. Προσθέτονται και άλλα γονίδια καθώς οι άνθρωποι παντρεύονται και αναπαράγονται, όμως ποτέ δε χάνονται. Γιατί ρωτάς;

—Έτσι για να μάθω, απάντησε ο Νικόλας και έκλεισε τη συζήτηση.

Κράτησε όμως τη λέξη μέσα του. Γονίδια σκέφτηκε. Τα γονίδια του πατέρα μου θα περάσουν στα παιδιά μου και τα εγγόνια μου και τα εγγόνια των εγγονιών μου. Κάτι έχω και εγώ να αφήσω στα παιδιά μου! Κάτι μοναδικό.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Ο Νικόλας και τα παιδιά του πέθαναν. Ήρθε η τουρκική εισβολή του1974, τα εγγόνια και τα δισέγγονα του Νικόλα έγιναν πρόσφυγες και ο Μαραθόβουνος μετατράπηκε σε στρατόπεδο των Τούρκων κατακτητών. Όλες οι περιουσίες χάθηκαν μέσα σε μια μέρα.

Οι κύκλοι της ζωής όμως είναι ομόκεντροι και αλληλένδετοι. Μια τυχαία μέρα, μετά από χρόνια, ένα τρισέγγονο του Νικόλα, μέσα σε ένα κλινικό εργαστήριο, ανακάλυψε τη σύνδεση που είχε ο γενετικός τους κώδικας με τη μακρινή Σουηδία. Και έτσι φάνηκε πως πάνω από τις περιουσίες, ακόμα και πάνω από την ίδια την πατρώα γη, υπερισχύουν τα γονίδια στην ύπαρξη και την πορεία του κάθε ανθρώπου.

 

 

Πληροφορίες για το χωριό Μαραθόβουνος λήφθηκαν από την Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 9, σελίδα 311

Η φωτογραφία παρουσιάζει τον παππού Γιαννή μαζί με το μικρό του γιο Κώστα, που ήταν ο πατέρας μου.

Leave a Reply

Your email address will not be published.