Η σταχτοπούτα με τα γκρίζα μάτια (Ενοποιημένο κείμενο)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 09/05/2024

Back to Blog

 Κεφάλαιο 1

Το Λονδίνο

Η κυρία Κάλλη Μισιέλ, η κατά κόσμο Καλλιρρόη Μιχαήλ, καθόταν στην βεράντα του σπιτιού της, σε ένα χωριό της επαρχίας Λεμεσού και κοίταζε την θάλασσα. Ήταν Μάρτιος μήνας και η φύση γύρω της οργίαζε από τα αγριολούλουδα και τα τιτιβίσματα των χελιδονιών. Δεν χόρταινε ποτέ να βλέπει αυτή την ομορφιά.

Ήταν πια ογδόντα τριών χρόνων, καλοστεκούμενη για την ηλικία της, με τα λευκά της μαλλιά να πλαισιώνουν το πρόσωπό της και τα γκρίζα της μάτια να είναι φανερό ότι κρύβουν τα μυστικά μιας ζωής. Μιας ζωής μοναχικής, αλλά ενδιαφέρουσας, με πολλές αναμνήσεις στο αποθεματικό της. Το ταξίδι της σε αυτό το κόσμο ήταν απρόσμενο, σημαδεμένο από τα παιδικά της χρόνια και την επιθυμία της να γνωρίσει όσα πιο πολλά μπορούσε.

Σήμερα θα ερχόταν να την επισκεφθεί η Καλλιρρόη, η εγγονή της αποκλειστικής της φίλης που είχε στη Κύπρο, της Ελένης και κόρη της Δήμητρας που η ίδια είχε παντρέψει το 1995. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν η μοναδική οικογένεια που είχε και την φρόντιζαν σαν μάνα και σαν γιαγιά τους. Χαμογέλασε σε αυτή την σκέψη.

Η Καλλιρρόη η νεότερη ήταν γύρω στα είκοσι έξι, από εκείνα τα κορίτσια που κάθε μόριο του κορμιού τους εκπέμπει χαρά, νάζι και ερωτικές προσδοκίες στους άνδρες. Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη με τα σύγχρονα πρότυπα, όμως παντού έβλεπες χαμόγελα. Στα χείλη, στο δέρμα στα ατημέλητα μακριά μαλλιά της. Η κοπελίτσα αυτή, ήταν ο μόνος άνθρωπος πάνω στη γη που την ανάγκαζε να βγει από το καβούκι της και να μιλήσει για το παρελθόν της. Όποτε ερχόταν, της έπιανε το χέρι και την παρακαλούσε:

-Πες μου θεία Κάλλη, πες μου ιστορίες από την ζωή σου! Σε παρακαλώ, μου αρέσουν τόσο πολύ.

Και αυτή, η κατά κόσμο Καλλιρρόη Μιχαήλ, που ποτέ δεν έλεγε τίποτε για τη ζωή της, σαν να την είχε αναγκάσει κάποιος να κάνει όρκο σιωπής, άρχιζε να μιλά και η Καλλιρρόη η νεότερη την άκουγε σαν μαγεμένη. Ακόμα και τότε όμως ήταν προσεκτική. Δεν αναφερόταν ποτέ στις μαύρες σελίδες που την στιγμάτισαν και διαμόρφωσαν την μοναχική ζωή της. Μονάχα σε ευχάριστα και πικάντικα γεγονότα που διασκέδαζαν την νεαρή Καλλιρρόη.

Ακόμα και τώρα, στα ογδόντα τρία της χρόνια, η καρδιά της ήταν γεμάτη από την πικρία που γεύτηκε με το πρώτο γάλα που θήλασε από την μητέρα της. Μιας μητέρας περιφρονημένης από την κοινωνία της εποχής γιατί είχε αποκτήσει παιδί εκτός γάμου. Η οικογένειά της την είχε απορρίψει. Δεν είχε κανένα να την υποστηρίξει. Μέσα στο αίμα και το γάλα της μάνας της κυκλοφορούσε τόσος πόνος και παράπονο, που το παιδί που θήλαζε από αυτή δεν μπορούσε παρά να το κληρονομήσει.

Η ίδια είχε γεννηθεί, το 1940, σε αυτό το χωριό της επαρχίας Λεμεσού, στη πλαγιά της οροσειράς του Τροόδους και από το παράθυρο του σπιτιού τους έβλεπε μακριά την θάλασσα. Ήταν η μόνη ευχάριστη ανάμνηση που είχε από τα παιδικά της χρόνια.

Η μητέρα της, η κυρία Ειρήνη, δούλευε σκληρά για να ζήσουν. Πότε στα ξένα χωράφια εργάτρια, πότε υπηρέτρια στη Λεμεσό. Παρόλα αυτά με δυσκολία είχαν τα απαραίτητα. Το σπίτι που έμεναν, δύο δωμάτια όλα κι όλα, το είχε κληρονομήσει η μητέρα της από μια γιαγιά της, που είχε πεθάνει. Διαφορετικά δεν θα είχαν πού να ζήσουν. Η δική της οικογένεια δεν ήθελε να ακούσει για αυτή, γιατί τους ντρόπιασε, όπως έλεγαν. Έτσι δεν πήρε τίποτε από την περιουσία των γονιών της. Ούτε χωράφια, ούτε χρήματα, ούτε σπίτια.

Στα πρώτα της χρόνια, πριν πάει δημοτικό σχολείο, δεν είχε αντιληφθεί πολλά πράγματα από την υποδεέστερη θέση που είχαν στην κοινωνία του χωριού. Όταν η μητέρα της έλειπε στη δουλειά, πήγαινε στο σπίτι της φίλης της Ελένης και έπαιζαν μαζί. Ήταν η μόνη οικογένεια που τους έκανε παρέα. Απλά συχνά ρωτούσε την μητέρα της που είναι ο δικός της πατέρας. Εκείνη δάκρυζε και δεν απαντούσε.

Έτσι και η ίδια έπαψε να ρωτά. Μεγαλώνοντας όμως και ακούγοντας ψιθύρους και κουβέντες στο χωριό κατάλαβε ότι ο πατέρας της θα πρέπει να ήταν κάποιος Εγγλέζος, από αυτούς που κατείχαν την Κύπρο τότε. Φαίνεται είχε ερωτευτεί την μητέρα της, που ήταν ωραία κοπέλα και την άφησε έγκυο. Όταν αποκαλύφθηκε το γεγονός, αποκάλυψε και εκείνος ότι ήταν παντρεμένος με γυναίκα και παιδιά στην Αγγλία. Έτσι χάθηκε από τη ζωή τους και δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά.

-Από αυτόν πρέπει να πήρα τα γκρίζα μάτια και τα ξανθά μαλλιά, συλλογίστηκε

Όταν πήγε στο δημοτικό αντιλήφθηκε τη περιφρόνηση του χωριού για την μητέρα της  και για ‘κείνη. Την αποκαλούσαν μπαστάρδα.  Ακόμα και η δασκάλα, μια αυστηρή γεροντοκόρη, την έβαζε να καθίσει χωριστά από τα άλλα παιδιά, σαν να είχε κανένα μίασμα. Πήγαινε στο σπίτι κλαίοντας για αυτή τη μεταχείριση και η μητέρα της της έλεγε:

-Μην κλαις κόρη μου, και μην δείχνεις ποτέ τα συναισθήματά σου στους άλλους. Μην τους δίνεις τέτοια χαρά.

-Από τότε πάγωσαν τα μάτια μου, σκέφτηκε και πίσω από το γκρίζο χρώμα τους έκλεισαν τη πόρτα της ψυχής μου.

Αυτή η νουθεσία της μητέρας της είχε ριζώσει βαθιά στην καρδιά της και καθόρισε όλη τη ζωή της και τη σχέση της με τους άλλους ανθρώπους. Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Η μητέρα της της έλεγε και κάτι άλλο:

-Ποτέ, μα ποτέ να μην εμπιστεύεσαι τους άνδρες και τα λόγια αγάπης που λένε. Μην τους δώσεις ποτέ το κορμί σου πριν από το γάμο. Θα σε εγκαταλείψουν!

Αυτά τα λόγια φώλιασαν βαθιά μέσα της και διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα της και τις σχέσεις της με τους άνδρες. Τους φοβόταν. Δεν πίστευε ποτέ στην ειλικρίνειά τους. Όποτε ένας άνδρας την πλησίαζε ένα καμπανάκι κτυπούσε στο μυαλό της και έφευγε τρομαγμένη.

Έτσι πέρασαν τα παιδικά της χρόνια στο χωριό. Παρόλο που ήταν καλή μαθήτρια στο δημοτικό, όταν το τελείωσε δεν υπήρχε περίπτωση να πάει στο γυμνάσιο. Δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα. Εκείνη την εποχή, πέραν από τα προσωπικά της έξοδα σε βιβλία, μεταφορικά, κλπ.  θα έπρεπε κανείς να πληρώνει  και δίδακτρα.

Έτσι η μητέρα της την πήρε σε μια ράφτρα, την κυρία Πηνελόπη,  στη Λεμεσό που έπαιρνε μαθήτριες και τους μάθαινε τη δουλειά. Για ένα χρόνο, όσο ήταν μαθητευόμενες δεν τις πλήρωνε καθόλου, μετά όμως τους έδινε ένα πενιχρό μισθό και αυτό ανάλογα με το πόση δουλειά ολοκλήρωναν κάθε μέρα.

Στην ίδια άρεσε πολύ αυτή η τέχνη και προσπαθούσε να την κάνει όσο καλύτερα μπορούσε. Έτσι η κυρία Πηνελόπη την έβαζε να ράβει τα φορέματα των πλουσίων κυριών της Λεμεσού και συχνά την έπαιρνε μαζί της στα σπίτια τους για να τα προβάρουν και να διορθώσουν τυχόν ατέλειες. Έτσι, η κατά κόσμο Καλλιρρόη Μιχαήλ, είδε για πρώτη φορά πώς είναι τα πλουσιόσπιτα και πόσες πολλές ανέσεις έχουν.

Η ζωή αυτή συνεχίστηκε μέχρι τα δεκαοκτώ της. Τότε αρρώστησε η μητέρα της και σε μερικούς μήνες πέθανε. Ο πόνος της Καλλιρόης ήταν αβάσταχτος. Ένοιωσε ότι ήταν εγκαταλειμμένη σε ένα κενό και έπεφτε, έπεφτε στο χάος. Τότε μια άλλη μαθήτρια της κυρίας Πηνελόπης, η Κατερίνα, που πάνω κάτω είχε την ίδια μοίρα μαζί της, της έβαλε την ιδέα να φύγουν από την Κύπρο και να πάνε στην Αγγλία.

-Εκεί μένει η θεία μου, της είπε, η αδελφή της μητέρας μου και μου γράφει ότι έχει πολλή δουλειά, άμα ξέρεις να ράβεις. Όλα είναι βιομηχανοποιημένα, σου δίνουν τα υφάσματα κομμένα και εσύ απλά έχεις να τα ενώσεις μεταξύ τους. Σε πληρώνουν με το κομμάτι. Όσα περισσότερα ράψεις τόσο περισσότερο θα πληρωθείς. Ξέχασε την κυρία Πηνελόπη που μας δίνει ψίχουλα. Εκεί θα παίρνουμε πολλά.

Η Καλλιρρόη στην αρχή ήταν πολύ επιφυλακτική.

– Καλά, εσύ θα μένεις με τη θεία σου. Εγώ πού θα μένω; Την ρώτησε.

-Έγραψα στη θεία μου για σένα και μου είπε ότι μπορεί να μας φιλοξενήσει και τις δύο για λίγο καιρό μέχρι να βγάλουμε λεφτά και να νοικιάσουμε ένα δικό μας δωμάτιο.

Πες, πες η Κατερίνα την έπεισε. Με τα λίγα λεφτά που είχε μπόρεσε να αγοράσει το εισιτήριο του πλοίου. Δεν της είχαν μείνει όμως καθόλου χρήματα για να πάρει μαζί της. Και τότε έζησε την πιο μεγάλη έκπληξη της ζωής της. Το βράδυ πριν φύγει από το χωριό, την επισκέφθηκε η γιαγιά της, η μητέρα της μητέρας της. Η Καλλιρρόη την ήξερε, αφού έμεναν στο ίδιο χωριό, όμως ποτέ δεν της είχε μιλήσει.

-Αφού κόρη μου αποφάσισες να φύγεις, να πας στο καλό. Εδώ στο χωριό μας κανείς δεν πρόκειται να σε παντρευτεί. Εκεί που δεν σε ξέρουν, ίσως να βρεις κάποιο να σε πάρει. Ο παππούς σου και εγώ δεν σου έχουμε δώσει ποτέ τίποτε. Τώρα είναι η ώρα σε βοηθήσουμε.

Και έβγαλε από τη τσέπη της και της έδωσε εκατό αγγλικές λίρες.

Παρά τα προσβλητικά της λόγια, έστω και αυτή την ώρα, η Καλλιρρόη πήρε τις εκατό λίρες και την ευχαρίστησε. Τόλμησε ακόμα να της φιλήσει και το χέρι. Η γιαγιά της δάκρυσε για μια στιγμή και τη φίλησε στο μέτωπο:

-Να πας στο καλό κόρη μου και ο Θεός μαζί σου, ψιθύρισε συγκινημένη.

Και έφυγε σιωπηλά μέσα στη νύχτα.

Οι εκατό αγγλικές λίρες φάνταζαν περιουσία για την Καλλιρρόη. Δεν είχε δει ποτές της τόσα χρήματα. Τις φύλαξε καλά στο κόρφο της. Την άλλη μέρα πήρε το λεωφορείο για τη Λεμεσό με τα λίγα υπάρχοντά της στοιβαγμένα σε μια παλιά βαλίτσα. Προς μεγάλη της έκπληξη όλοι οι χωριανοί που επέβαιναν στο λεωφορείο της ευχήθηκαν καλό ταξίδι.

Το πλοίο, ήταν ένα παλιό, βρώμικο και αυτές έμεναν σε μια καμπίνα με έξι άλλες κοπέλες από την Κύπρο. Όλες πήγαιναν στο Λονδίνο να βρουν την τύχη τους. Το καράβι κουνιόταν συνεχώς και τα κορίτσια από την Κύπρο ζαλιζόντουσαν και έκαναν εμετούς. Μέχρι να φθάσουν στο Λονδίνο, έχασαν όλες τους βάρος.

Πάνω στο πλοίο όμως, η Καλλιρρόη γνώρισε μια κοπέλα από τη Λάρνακα. Ελπίδα την έλεγαν. Ταίριαξαν πολύ και έκαναν παρέα. Όταν έφθασαν στο λιμάνι, πριν αποβιβαστούν, η Ελπίδα της έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου του σπιτιού του θείου της, που θα την φιλοξενούσε.

-Να μην χαθούμε, της είπε. Πάρε με όταν τακτοποιηθείς.

Μέχρι να περάσουν από το τελωνείο και να βγουν έξω, η σύγχυσή τους κτύπησε κόκκινο. Εκτός του ότι δεν καταλάβαιναν τίποτε από την γλώσσα που μιλούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ήταν τόσο μεγάλο το πλήθος, τόσο τεράστιοι οι χώροι, που τότε μόνο διαπίστωσαν πόσο μακριά ήταν από ότι γνώριζαν στη ζωή τους.

Με την βοήθεια κάποιων άλλων επιβατών που ήξεραν αγγλικά, κατάφεραν να συνεννοηθούν και να περάσουν τη πύλη του τελωνείου. Έξω τους περίμεναν η θεία της Κατερίνας με τον άνδρα της. Τώρα πια δεν θυμόταν ούτε τα ονόματά τους. Η πρώτη εντύπωση ήταν πολύ αρνητική για την Καλλιρόη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν καθόλου ευχάριστοι, διαφωνούσαν συνεχώς μεταξύ τους και ήταν φανερό ότι ο άνδρας της θείας της Κατερίνας ήταν μεθυσμένος.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το σπίτι τους. Παρά το γεγονός ότι πονούσε το στομάχι της, που επιδείνωσε η αρνητική εντύπωση που της δημιούργησε το ζεύγος που θα τους φιλοξενούσε, η Καλλιρόη κοίταζε με ενδιαφέρον γύρω της να δει αυτή τη πόλη που λεγόταν Λονδίνο. Μέσα στο μυαλό της την είχε φανταστεί σαν την Λεμεσό, ίσως λίγο μεγαλύτερη. Όμως αυτό που αντίκρυσε την άφησε άφωνη.

Ατελείωτοι δρόμοι με διώροφα σπίτια, όλα ακριβώς τα ίδια. Μόνο σαν άλλαζαν περιοχή μπορούσε να αλλάξει το σχέδιο των σπιτιών και μπορούσες να καταλάβεις πού ζούσαν οι πλούσιοι άνθρωποι και πού οι φτωχοί. Έτσι απλά, από την εμφάνιση των κατοικιών. Μπροστά είχαν ένα μικρό κήπο και ένα μεγάλο παράθυρο, που κάπως προεξείχε, σαν βιτρίνα. Ήταν κτισμένα με κόκκινα τούβλα και τα παράθυρα δεν είχαν παντζούρια. Έτσι όλα είχαν κουρτίνες. Η ατμόσφαιρα ήταν μουντή, συννεφιασμένη, δεν είχε το παιχνιδιάρικο φως της Λεμεσού. Παντού όμως υπήρχαν πάρκα, δένδρα και λουλούδια.

Δεν άντεξε και παρά το αρνητικό κλίμα που επικρατούσε μέσα στο αυτοκίνητο, ρώτησε:

-Μα πώς καταλαβαίνετε ποιο είναι το σπίτι σας; Είναι όλα τα ίδια.

-Έχουν αριθμούς, της απάντησε ψυχρά η θεία.

Δεν τόλμησε να ρωτήσει περισσότερα

Μόλις έφθασαν στο σπίτι, σε ένα προάστειο του Λονδίνου, η Καλλιρόη πρόσεξε ότι ήταν το πιο αφρόντιστο ολόκληρου του δρόμου.

-Έτσι θα το ξεχωρίζω, σκέφτηκε. Είναι το πιο άσχημο σπίτι.

Η θεία της Κατερίνας, ήταν σαφής από τη πρώτη στιγμή που μπήκαν μέσα.

-Αύριο θα σας πάρω στο εργοστάσιο που θα δουλεύετε, τους είπε. Το έχει ένας Κυπραίος. Θα σας πληρώνει περίπου είκοσι λίρες την εβδομάδα. Αν κάνετε υπερωρίες θα παίρνετε περισσότερα. Θα μου δίνετε εμένα πέντε λίρες η κάθε μια για το δωμάτιο και τρεις για το φαγητό σας. Σύνολο οκτώ.

Και τις οδήγησε σε ένα μικρό δωμάτιο με δύο κρεβάτια. Βασικά μόνο αυτά χωρούσε, τόσο μικρό ήταν. Τις βαλίτσες τους για να τις ανοίξουν τις ανέβασαν πάνω στα κρεβάτια.

Οι θείοι της Κατερίνας, είχαν δύο αγόρια, οκτώ και δέκα χρόνων. Φώναζαν και μάλωναν μεταξύ τους συνεχώς. Χρησιμοποιούσαν μια ανάμεικτη γλώσσα με αγγλικές και ελληνικές λέξεις. Ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβεις τι λέγανε. Οι γονείς τους αδιαφορούσαν πλήρως για την κατάσταση. Μόνο κάπου – κάπου έβαζαν και αυτοί μια δυνατή φωνή, επιδεινώνοντας το χάος που επικρατούσε.

Το βράδυ, όταν ξάπλωσε η Καλλιρρόη στο κρεβάτι ένοιωθε άρρωστη και τρομαγμένη. Η πρώτη εντύπωση από το Λονδίνο ήταν βαριά, ασήκωτη. Ήθελε να φύγει, να γυρίσει πίσω. Όμως και στη Κύπρο κανείς δεν την περίμενε. Μόνο η παιδική της φίλη, η Ελένη, έκλαψε όταν έφευγε.

-Όχι, δεν επιστρέψω, αποφάσισε. Μόλις μαζέψω λίγα χρήματα θα φύγω από αυτό το σπίτι. Οπουδήποτε αλλού θα είναι καλύτερα. Θα προσπαθήσω να τα καταφέρω. Έχω και τις εκατό λίρες που μου έδωσε η γιαγιά μου. Δεν έχω μιλήσει σε κανένα για αυτές και ούτε πρόκειται να μιλήσω. Θυμήθηκε ξανά τα λόγια της μητέρας της: «Μην κλαις κόρη μου, και μην δείχνεις ποτέ τα συναισθήματά σου στους άλλους. Μην τους δίνεις τέτοια χαρά».

Με αυτές τις σκέψεις, άρχισε να χαλαρώνει. Σε όλη της τη ζωή ήταν μόνες με την μητέρα της και δόξα να έχει ο Θεός, κατάφεραν να επιβιώσουν. Όσο δύσκολες και αν είναι οι συνθήκες, θα εύρισκε τρόπο να ανταπεξέλθει. Αυτή η οικογένεια δεν ήταν τίποτε για αυτή. Αν ήθελε η Κατερίνα ας έμενε μαζί τους. Η ίδια δεν είχε καμιά υποχρέωση. Ούτως ή άλλως ήταν φανερό πως ο σκοπός τους ήταν να βγάλουν κέρδος από την «φιλοξενία» τους.

Ένοιωσε ελεύθερη, δυνατή αλλά και ευλογημένη που είχε αυτή την ευκαιρία στην ζωή της. Δεν θα την άφηνε χωρίς αγώνα. Αύριο ξημέρωνε μια καινούργια μέρα. Αύριο θα συναντούσε τη μοίρα της.

Έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε.

 

 Κεφάλαιο 2

Το εργοστάσιο

Την άλλη μέρα το πρωί, έφαγαν κάτι πρόχειρο και ξεκίνησαν για το εργοστάσιο. Η θεία της Κατερίνας τις συνόδευσε αυτή τη φορά αλλά τους είπε να έχουν το νου τους να μάθουν τη διαδρομή γιατί δεν θα ξαναρχόταν μαζί τους. Πήραν το λεωφορείο από τη στάση κοντά στο σπίτι της θείας. Η Καλλιρόη εντυπωσιάστηκε από τα κόκκινα διώροφα λεωφορεία του Λονδίνου. Δεν έμοιαζαν καθόλου με το λεωφορείο του χωριού της. Ήθελε να ανεβεί στον πάνω μέρος για να βλέπει καλύτερα αλλά η θεία δεν την άφησε.

-Στον πάνω όροφο κάθονται οι καπνιστές της είπε. Μείνε εδώ μαζί μας.

Η Καλλιρόη υπάκουσε αλλά σίγουρα θα το έκανε την επόμενη φορά που δεν θα ήταν η θεία μαζί τους. Η διαδρομή διήρκεσε περίπου είκοσι λεπτά. Όταν κατέβηκαν, η θεία τους είπε να βάλουν σημάδι για να καταλάβουν που θα αποβιβαστούν την επόμενη φορά. Η Καλλιρόη, προσπαθούσε, παρόλο που όλα τα κτήρια της φάνταζαν τα ίδια, να εντοπίσει μερικές διαφορές, όπως ταμπέλες ή καταστήματα για να καθορίσει πού βρίσκονταν.

Όταν έφτασαν στο εργοστάσιο, στη περιοχή Camden Town, ήταν φανερό ότι η θεία γνωριζόταν με τους ιδιοκτήτες, που ήταν ενήμεροι ότι θα ερχόντουσαν. Τις οδήγησαν αμέσως σε μια μεγάλη αίθουσα που καθόντουσαν, η μία πίσω από την άλλη σε πέντε σειρές, γύρω στις πενήντα γυναίκες μπροστά από μια ραπτομηχανή, σκυφτές και έραβαν.

-Μου είπαν ότι ξέρετε ράψιμο, τους είπε ο ιδιοκτήτης, που αργότερα έμαθαν ότι τον έλεγαν κύριο Κώστα.

-Ναι, απάντησε η Καλλιρόη. Δουλεύαμε στη καλύτερη ράφτρα της Λεμεσού, την κυρία Πηνελόπη, αν την έχετε ακουστά.

-Δεν την ξέρω και ούτε με ενδιαφέρει, απάντησε ψυχρά ο κύριος Κώστας. Εδώ δουλεύουμε διαφορετικά από την Κύπρο. Τα ρούχα μας είναι βιομηχανοποιημένα. Δεν έχει ούτε πρόβες, ούτε τίποτα. Απλά θα σας δίνουμε τα ρούχα κομμένα, μαζί με ένα σάμπλ (sample), ένα δείγμα δηλαδή πώς θα πρέπει να είναι το φόρεμα ολοκληρωμένο. Θα βλέπετε το σάμπλ και θα ράβετε τα ρούχα με τον ίδιο τρόπο. Είναι πολύ εύκολο. Η κυρία Ελένη εδώ θα σας δείξει. Θα σας πληρώνω δεκαοκτώ λέρες Αγγλίας την εβδομάδα για δουλειά 40 ωρών. Αν χρειαστεί να δουλέψετε παραπάνω θα σας πληρώνω υπερωρίες.

-Μα η θεία μας είπε είκοσι λίρες, τόλμησε να πει η Καλλιρόη.

Ο κύριος Κώστας την αγριοκοίταξε για λίγο, αλλά μετά γέλασε.

-Καλά, είκοσι λίρες αφού είπε η θεία. Όμως αν δεν είστε γρήγορες θα γυρίσουμε στις δεκαοκτώ. Εδώ δεν έχει χατίρια. Όποιος δεν μας κάνει φεύγει.

Έτσι άρχισε η δουλειά στο εργοστάσιο. Η Καλλιρόη δεν την βρήκε δύσκολη, αλλά πολύ ανιαρή. Οι εργάτριες συναγωνίζονταν ποια θα τελειώσει περισσότερα φορέματα σε λιγότερη ώρα. Καμιά δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την ποιότητα και την τελειότητα. Ούτε και ο ιδιοκτήτης φυσικά. Εφόσον το αποτέλεσμα ήταν ικανοποιητικό, σημασία είχε η παραγωγή.

Η Καλλιρόη παρατήρησε ότι οι εργάτριες, οι μασιήνες (machines), όπως τις έλεγαν με τα αγγλοποιημένα ελληνικά που χρησιμοποιούσαν, ήταν σχεδόν όλες Κύπριες. Βολεμένες σε αυτό το κλειστό περιβάλλον, μεταξύ άλλων Κυπρίων, δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να μάθουν την αγγλική γλώσσα. Χρησιμοποιούσαν μια ανάμειξη κυπριακής  διαλέκτου με βαριά παρεφθαρμένες αγγλικές λέξεις, που στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβεις τι λέγανε. Γνώριζαν μόνο τα απαραίτητα αγγλικά για να αγοράσουν εισιτήριο στο λεωφορείο ή να ψωνίσουν τρόφιμα από το μπακάλη της γειτονιάς. Μερικές λέξεις δηλαδή.

Η πρώτη υπόσχεση που έδωσε η Καλλιρόη στον εαυτό της ήταν να μάθει κανονικά την αγγλική γλώσσα. Δεν της άρεσε η αντιμετώπιση τους από τους ντόπιους, σαν αλλοδαπών μελών της αυτοκρατορίας τους, υποδεέστερης κατηγορίας. Εξ άλλου η φυσική της εμφάνιση με τα ξανθά μαλλιά και τα γκρίζα μάτια, δεν την ξεχώριζε από τους Άγγλους γηγενείς. Από την πρώτη εβδομάδα κιόλας γράφτηκε σε μία νυχτερινή τάξη για αλλοδαπούς και άρχισε τα μαθήματα. Η Κατερίνα δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου να την ακολουθήσει.

Από τις άλλες γυναίκες στο εργοστάσιο έμαθε ότι πολλές δούλευαν από το σπίτι, τους έπαιρναν δηλαδή κομμένα τα υφάσματα και το σαμπλ (sample) και έραβαν όποτε μπορούσαν και όσα μπορούσαν. Με αυτό τον τρόπο κέρδιζαν περισσότερα, γιατί γλύτωναν κάποιους φόρους και αποκοπές που στο εργοστάσιο γίνονταν υποχρεωτικά. Συγχρόνως δε, φρόντιζαν το σπίτι και τα παιδιά τους. Το σκέφτηκε στην αρχή αλλά αποφάσισε ότι δεν την ενδιέφερε αυτός ο τρόπος. Θα έπρεπε αρχικά να έχει δική της ραπτομηχανή, που έστω και αν την αγόραζε μεταχειρισμένη, θα στοίχιζε αρκετά για τα πενιχρά οικονομικά της. Τα χρήματα που τις είχε δώσει η γιαγιά της ήταν αποφασισμένη να τα φυλάξει, προς το παρόν.

Έπειτα ήταν και κάτι άλλο. Δεν της άρεσε αυτός ο τρόπος ραψίμος. Εκείνο που πάντοτε την ενδιέφερε σε αυτή τη τέχνη ήταν το στρώσιμο του υφάσματος στο σώμα της πελάτισσας, η δημιουργία κοψιμάτων, κουφωμάτων και πιετών που θα έκρυβαν τυχόν ατέλειες, ώστε να εφαρμόζει με τον καλύτερο τρόπο πάνω στη γυναίκα που θα το φορούσε. Αυτή ήταν η πρόκληση για αυτή, όχι πόσα πολλά φορέματα θα τελείωνε στη λιγότερη ώρα! Μιλώντας μια μέρα με μια κοπέλα στο εργοστάσιο, έμαθε ότι υπήρχαν και άλλου τύπου εργοστάσια που δούλευαν με διαφορετικό τρόπο. Αυτά κυρίως τα είχαν Άγγλοι ιδιοκτήτες και έραβαν ρούχα για τους αριστοκράτες και τους πλουσίους. Πληρώνουν μάλιστα, της είπε, και πολύ περισσότερα τις εργάτριες. Όμως για να σε πάρουν εκεί θα πρέπει σίγουρα να μιλάς αγγλικά και να ράβεις άψογα.

Η Καλλιρόη έθεσε λοιπόν αυτό το στόχο. Να μάθει γρήγορα την γλώσσα και να ανακαλύψει ποια είναι αυτά τα εργοστάσια. Σίγουρα δεν θα έμενε σε αυτό το σκοτεινό εργοστάσιο, του κυρίου Κώστα, στο Camden Town. Ήξερε ότι ήταν η καλύτερη από όλες στην ποιότητα του αποτελέσματος και είχε αυξήσει κάπως και την ταχύτητά της, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. Δεν την πλήρωναν τίποτε περισσότερο για την ποιότητα, μάλλον την έβαζαν να ράβει τα πιο δύσκολα μοντέλα, που χρειαζόταν και περισσότερος χρόνος για την ολοκλήρωσή τους, άρα έπαιρνε και λιγότερη αμοιβή.

Μίλησε λίγο με την Κατερίνα για το θέμα, αλλά εκείνη δεν ενδιαφερόταν για κάτι άλλο. Ήταν φανερό ότι περίμενε από τη θεία της να της βρει κανένα γαμπρό, που δεν ήταν καθόλου δύσκολο, με τόσους Κυπρίους μετανάστες στο Λονδίνο και να ακολουθήσει την πορεία που η θεία της είχε ακολουθήσει. Δεν είχε όνειρα για το επαγγελματικό της μέλλον.

Η αλήθεια ήταν ότι και η ίδια κουραζόταν πολύ. Το πρωί στο εργοστάσιο, μετά στα βραδινά μαθήματα για εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας. Τις περισσότερες φορές που επέστρεφε στο σπίτι κουρασμένη και ιδιαίτερα τις μέρες που δεν πήγαινε στο νυχτερινό σχολείο, μαγείρευε για όλους γιατί η μαγειρική της θείας της Κατερίνας ήταν φρικτή και όλοι προτιμούσαν τα φαγητά που μαγείρευε η Καλλιρόη. Και η ίδια φυσικά. Όμως με αυτό το τρόπο δεν ξεκουραζόταν καθόλου.

Η Καλλιρόη σκεφτόταν έντονα και κάτι άλλο. Ήθελε να φύγει από εδώ που έμενε. Γενικά δεν της άρεσε καθόλου αυτή η οικογένεια και οι συνήθειές τους. Το χειρότερο όμως ήταν ο σχεδόν πάντοτε μεθυσμένος θείος της Κατερίνας και οι λάγνες ματιές που της έριχνε. Θυμόταν τα λόγια της μάνας της για τους άνδρες. Όμως έστω και αν δεν της είχε μιλήσει η μάνα της, αυτός ο άνθρωπος της προκαλούσε αηδία.

Πώς να φύγει όμως; Δεν ήταν εύκολο. Τα οικονομικά της πενιχρά και οι διασυνδέσεις της στο Λονδίνο ανύπαρκτες. Όσο και αν προσπαθούσε να συμπεριφέρεται γενναία και αποφασιστικά, κατά βάθος φοβόταν. Μια τόσο μεγάλη πόλη, με τέτοια πλήθη, άγνωστες συνήθειες και άγνωστους κινδύνους. Αν έφευγε από το σπίτι της θείας της Κατερίνας, αναγκαστικά θα έμενε σε άλλο σπίτι, με άλλη Κυπριακή οικογένεια, γεγονός που δεν θα της εξασφάλιζε καμία ελευθερία. Να νοικιάσει δικό της διαμέρισμα, αδύνατο. Τα χρήματα που της περίσσευαν ήταν πολύ λίγα.

Κάθε Κυριακή πήγαιναν, μαζί με την οικογένεια της θείας της Κατερίνας στον καθεδρικό ναό των Αγίων Πάντων στο Camden Town. Εκεί σύχναζαν οι περισσότεροι Κύπριοι της περιοχής και τα κορίτσια μπορούσαν να κοινωνικοποιηθούν λίγο. Προς μεγάλη χαρά της Καλλιρόης, μία Κυριακή συνάντησε εκεί την Ελπίδα, την φίλη που έκανε στο πλοίο στον ερχομό τους στο Λονδίνο. Ο ενθουσιασμός και των δύο ήταν απερίγραπτος. Αποφάσισαν μετά τον εκκλησιασμό, να μείνουν για λίγο στη περιοχή, να περπατήσουν και να μιλήσουν. Θα επέστρεφαν πίσω με το λεωφορείο.

Αυτό δεν άρεσε στη θεία της Κατερίνας, αλλά ούτε και στους συγγενείς της Ελπίδας. Σαν Κύπριοι συντηρητικοί άνθρωποι δεν επικροτούσαν την ανεξαρτησία των κοριτσιών αλλά οι δύο φίλες ήταν ανένδοτες. Η θεία της Κατερίνας απαγόρευσε στην ίδια να μείνει μαζί τους αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά με την Καλλιρόη. Έτσι που την κοίταζε με τα ψυχρά, γκρίζα μάτια της, και τον δυναμισμό που έκρυβαν, την φοβόταν κάπως. Οι συγγενείς της Ελπίδας υποχώρησαν μετά την επιμονή της αλλά ήταν φανερό ότι διαφωνούσαν με τέτοιου τύπου ανεξάρτητες συμπεριφορές.

Εκείνη η μέρα υπήρξε για την Καλλιρόη, η πιο ευτυχισμένη μέρα από τότε που είχε φθάσει στο Λονδίνο. Περπάτησαν στο κοντινό πάρκο, έφαγαν κάτι πρόχειρο σε ένα καφέ, αλλά προπάντων μίλησαν. Και όταν μίλησαν υπήρξε τέτοια ταυτότητα απόψεων, που αναφωνούσαν συνεχώς:

-Και εγώ το ίδιο!

Όμως αναγνώριζαν και οι δύο ότι δεν θα ήταν εύκολο να φύγουν από εκεί που έμεναν. Εκτός από το οικονομικό πρόβλημα, ήταν και το άγνωστο περιβάλλον. Πού να πάνε;  Ποιους κινδύνους θα συναντήσουνε; Και αν δεν τα καταφέρουν; Όπως και να το κάνεις,  είχαν μεγαλώσει και οι δύο σε περιβάλλον που καθόριζε ότι οι γυναίκες πρέπει να έχουν την φροντίδα ενός άνδρα για να είναι ασφαλείς. Χρειαζόταν θάρρος για να υπερπηδήσουν αυτή την πεποίθηση. Φυσικά η Καλλιρόη με την μητέρα της ήταν πάντα μόνες και αυτό της έδινε περισσότερη αποφασιστικότητα. Η Ελπίδα από την άλλη, αντιμετώπιζε και το επιπρόσθετο πρόβλημα ότι έμενε με συγγενείς και θα ήταν ακόμα πιο δύσκολο να δικαιολογήσει τη φυγή της.

Όμως παρόλες τις δυσκολίες, το αποφάσισαν: Θα έφευγαν και θα νοίκιαζαν ένα χώρο για να μένουν μαζί. Οι δυο τους θα τα κατάφερναν. Η ισχύς εν τη ενώσει! (United we stand, divided we fall.)

Από εκείνη τη μέρα άρχισαν να έχουν συχνή επικοινωνία προσπαθώντας να συντονιστούν, να οργανώσουν την ζωή τους με τέτοιο τρόπο ώστε όταν θα έμεναν μόνες να έχουν τα μέσα να επιβιώσουν.

Αρχικά, και με την συμβουλή κάποιων άλλων κοριτσιών, άνοιξαν από  ένα λογαριασμό στη τράπεζα και έβαζαν μέσα ότι τους περίσσευε κάθε βδομάδα. Η Καλλιρόη κατάθεσε και τα χρήματα που της είχε δώσει η γιαγιά της. Έτσι δεν χρειαζόταν να τα κουβαλεί κάθε μέρα μαζί της με κίνδυνο να τα χάσει. Ούτε που σκεφτόταν να τα αφήσει στο σπίτι που έμενε. Εκεί και αν υπήρχε ο κίνδυνος να εξαφανιστούν.

Εκείνο το διάστημα η Καλλιρόη άκουσε κατά λάθος και μια συζήτηση μεταξύ της Κατερίνας και της θείας της που ενδυνάμωσε την απόφασή της να φύγει το συντομότερο δυνατό. Η θεία υποσχόταν στη Κατερίνα ότι θα της βρει σύντομα γαμπρό και καλό θα ήταν να μην κάνει πολλή παρέα με την Καλλιρόη γιατί θα μπορούσε να την παρασύρει σε κακά μονοπάτια.

-Δεν είναι για σπίτι αυτή, κατέληξε. Δεν την βλέπεις που θέλει να γυρίζει μόνη της. Και τα μαθήματα των αγγλικών τι τα θέλει; Εμείς μια χαρά ζούμε τόσα χρόνια εδώ χωρίς να ξέρουμε αγγλικά. Να δούμε πού πάει και με ποιους γυρίζει!

Αυτά τα λόγια πλήγωσαν πολύ την Καλλιρόη. Ήξερε ότι όταν θα έφευγε από αυτό το σπίτι δεν θα γύριζε να κοιτάξει ποτέ πίσω.

Έτσι επιτάχυναν τις προσπάθειές τους με την Ελπίδα για να βρουν μέρος να μείνουν. Μια κοπέλα στο εργοστάσιο τους είπε για ένα φτηνό διαμέρισμα, που είχε ένας θείος της, πάνω από το εστιατόριό του, που πουλούσε fish and chips, φισιάδικο, κατά τα αγγλοποιημένα ελληνικά των Κυπρίων της Αγγλίας. Μια Κυριακή μετά την εκκλησία πήγαν να το δουν. Είχε τα κακά του τα χάλια, μα το χειρότερο ήταν ότι μύριζε απαίσια, αφού όλες οι μυρωδιές από τα τηγανητά ψάρια κατέληγαν σε αυτό. Ήταν επίσης βρώμικο και παραμελημένο. Το ενοίκιο που ζητούσε όμως ο ιδιοκτήτης, μπορούσαν να το πληρώσουν. Ήταν επιπλωμένο με κάποια παλιά έπιπλα, και παρόλο που δεν ήταν καθόλου ικανοποιητικά, θα μπορούσαν να βολευτούν αρχικά.

Κάνοντας την υπέρβαση της ζωής τους αποφάσισαν να το πάρουν. Ούτε η Ελπίδα ήθελε να μένει περισσότερο με τους θείους της, δεν την σήκωνε το περιβάλλον. Όταν τους είπε ότι θα φύγει έγινε μεγάλος καυγάς. Την απειλούσαν ότι θα το πουν στους γονείς της στη Κύπρο, που θα την ανάγκαζαν να γυρίσει πίσω. Προφήτευαν ότι θα καταστρεφόταν και πολλά άλλα. Όμως εκείνη  ήταν αποφασισμένη να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό της. Η αποφασιστικότητά της τους ανάγκασε να το αποδεχτούν. Εξ άλλου δεν μπορούσαν να κάνουν και κάτι άλλο. Η Ελπίδα ήταν πλέον ενήλικη. Είχε κλείσει τα δεκαοκτώ.

Τα πράγματα με την Καλλιρόη δεν ήταν καλύτερα. Παρά το γεγονός ότι είχε ακούσει τη θεία της Κατερίνας να την κακολογεί και να μην την θέλει να κάνει παρέα με την ανιψιά της, δεν της άρεσε καθόλου όταν η Καλλιρόη της είπε ότι θα φύγει. Θα έχανε το ενοίκιο που την πλήρωνε, το οποίο θεωρούσε δεδομένο πλέον. Είχαν ήδη περάσει πέντε μήνες από την ημέρα που τα κορίτσια είχαν έρθει στο Λονδίνο. Της μίλησε πολύ άσχημα, την είπε αχάριστη,  μέχρι και πόρνη την αποκάλεσε. Η Καλλιρόη όμως θυμόταν τα λόγια της μητέρας της:

-Μην κλαις κόρη μου, και μην δείχνεις ποτέ τα συναισθήματά σου στους άλλους. Μην τους δίνεις τέτοια χαρά.

Δεν είπε τίποτε, μόνο μάζεψε τα λίγα υπάρχοντά της και τα έβαλε στη παλιά βαλίτσα. Η τελευταία πράξη εξευτελισμού εκ μέρους της θείας ήταν η ενέργειά της να ψάξει τη βαλίτσα της Καλλιρόης πριν φύγει, μήπως τάχα της έκλεψε κάτι από το σπίτι.

Η Καλλιρόη ξανάβαλε τα ανακατεμένα ρούχα της στη βαλίτσα, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Βγαίνοντας στο δρόμο αισθάνθηκε την κρύα ατμόσφαιρα στο πρόσωπό της. Ανέπνευσε βαθιά, γεμάτη ανακούφιση και με ένα αέρα ελευθερίας, τάχυνε το βήμα της για να πάρει το λεωφορείο.

Όταν έφτασε στο διαμέρισμα, η Ελπίδα ήταν ήδη εκεί. Η πρώτη τους πράξη ήταν να στρώσουν τα δύο κρεβάτια που υπήρχαν εκεί και να ξαπλώσουν από πάνω με τα ρούχα. Κοιτάζοντας το ταβάνι, άρχισαν να απαριθμούν τις πάμπολες εργασίες που θα έπρεπε να κάνουν ώστε το άθλιο αυτό διαμέρισμα να μοιάζει με σπίτι. Σε μια στιγμή η Καλλιρόη, πήρε ένα χαρτί και άρχισε να τις καταγράφει:

-Καθάρισμα των ερμαριών, καθάρισμα της κουζίνας, καθάρισμα των πατωμάτων, πέρασμα των ξύλινων επιφανειών με κερί, μπογιάτισμα των τοίχων, αγορά βαριών κουρτινών (θα μπορούσε βέβαια να τις πάρουν μεταχειρισμένες για να είναι πιο φτηνές), ίσως καταφέρουν μειώσουν τις οσμές που έρχονταν από το φισιάδικο στο ισόγειο και πολλά άλλα.

Κάποια στιγμή κουράστηκαν και κοιμήθηκαν. Παρά το  γεγονός ότι το διαμέρισμα ήταν κρύο και μύριζε άσχημα, οι δυο τους απόλαυσαν ένα ευτυχισμένο ύπνο γεμάτο όνειρα και ελπίδες για το μέλλον. Ένα μέλλον που λογάριαζαν να κτίσουν με τα δυο τους χέρια και τη δύναμη που τους έδινε η φιλία τους και το κουράγιο τους να παλέψουν.

 

 Κεφάλαιο 3

 Δύο και αγαπημένες

Η Καλλιρόη σταμάτησε την αναπόληση για λίγο και σηκώθηκε για να ετοιμάσει ένα τσάι. Περίμενε την νεότερη Καλλιρόη για να το πάρουν μαζί, αλλά μια και αργούσε αποφάσισε να  ετοιμάσει ένα τώρα και αργότερα, θα έπιναν και κάτι άλλο οι δυο τους.

Κρατώντας το ζεστό τσάι στις παλάμες της, κάθισε στην καρέκλα της και θυμήθηκε με τρυφερότητα εκείνα τα χρόνια που έζησαν με την Ελπίδα σε εκείνο το διαμέρισμα, πάνω από το φισιάδικο, σε εκείνη τη φτωχική συνοικία του Λονδίνου. Ήταν κουραστικά μα πολύ ευτυχισμένα χρόνια.

Τους πήρε πολύ καιρό να καταφέρουν να καθαρίσουν το διαμέρισμα. Ήταν τόσο βρώμικο που θα νόμιζε κανείς ότι δεν είχε καθαριστεί ποτέ από τότε που είχε κτιστεί. Γύριζαν τα βράδια κουρασμένες από τη δουλειά και για δυο ώρες τουλάχιστον καθάριζαν. Όταν κατάφεραν να το φέρουν σε κατάσταση αποδεκτή από πλευράς καθαριότητας, άρχισαν να μπογιατίζουν τους τοίχους και να περνούν τις ξύλινες επιφάνειες με κερί. Ύστερα αγόρασαν κουρτίνες από ένα κατάστημα που πουλούσε είδη σπιτιού από δεύτερο χέρι και έκλεισαν μεγάλο μέρος της ψαρίλας έξω από το σπίτι τους. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό! Αν είχε στόμα το διαμέρισμα θα τους έλεγε χίλια ευχαριστώ.

Εκείνος όμως που είχε στόμα και είχε μείνει έκθαμβος όταν τις επισκέφθηκε για να πληρωθεί το νοίκι, ήταν ο σπιτονοικοκύρης τους, ο κύριος Χρίστος. Δεν πίστευε στα μάτια του. Δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ότι εκείνο που έβλεπε ήταν το δικό του άθλιο διαμέρισμα.

-Κορίτσια είναι απίστευτο αυτό που κάνανε, τους είπε. Δεν ξέρω πόσους εργάτες θα έπρεπε να φέρω και πόσα να πληρώσω για ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Δεν θα σας πάρω ενοίκιο για δυο μήνες. Θα φέρω κάποιο να σας διορθώσει και τη θέρμανση. Σάς ευχαριστώ πάρα πολύ!

Έτσι ξεκίνησε μια πολύ φιλική σχέση ανάμεσα στα κορίτσια, τον κύριο Χρίστο και τη γυναίκα του, την κυρία Κλειώ. Το ζευγάρι αυτό ήταν πολύ καλοί άνθρωποι και εργάζονταν σκληρά για να κάμουν κάποια χρήματα, να σπουδάσουν τα παιδιά τους και σαν γεράσουν να γυρίσουν πίσω στο χωριό τους, για  να πεθάνουν στη Κύπρο, την πατρίδα τους. Το όνειρο κάθε ξενιτεμένου. Στο τέλος όμως πολύ λίγοι το πραγματοποιούσαν. Έμεναν στη ξενιτιά γιατί εκεί ζούσαν τα παιδιά και τα εγγόνια τους  και θάβονταν σε ένα νεκροταφείο σε αυτή τη χώρα, στην οποία είχαν έρθει για να βρουν την τύχη τους, όμως στο τέλος της έδιναν τη ζωή τους.

Ο κύριος Χρίστος και η κυρία Κλειώ πέραν από σπιτονοικοκύρηδές τους, είχαν γίνει και φίλοι τους. Δεν ένοιωθαν πια μόνες τους σε μια ξένη χώρα. Είχαν κάποιους με τους οποίους να συζητήσουν τα προβλήματα και τις απορίες τους. Είχαν μια οικογένεια.

Όταν τελείωσαν τις σκληρές εργασίες στο διαμέρισμα, άρχισαν να εξερευνούν αυτή την κοσμοπολίτικη πόλη. Τα σαββατόβραδα πήγαιναν στο σινεμά και τις Κυριακές έβγαιναν στα πάρκα, κατέβαιναν στο κεντρικό Λονδίνο, κοίταζαν τις βιτρίνες στα ακριβά μαγαζιά. Όταν ο καιρός ήταν πολύ καλός – όχι και συχνά, εδώ που τα λέμε – έπαιρναν το τρένο και πήγαιναν σε παραθαλάσσια θέρετρα, όπως το Blackpool, το Bournemouth και άλλα. Χαίρονταν πολύ αυτές τις εκδρομές και ένοιωθαν από μέσα τους να αναδύεται μια δύναμη, που δεν ήξεραν ότι είχαν. Η δύναμη της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, η δύναμη ότι μπορούσαν με τα δύο τους χέρια να διαμορφώσουν τη ζωή τους.

-Ευτυχισμένα χρόνια, αναπόλησε η Καλλιρόη. Τα νιάτα! Πόση ενέργεια έχουν τα νιάτα! Μόνο τα νιάτα έχουν τη ορμή να αλλάξουν τον κόσμο!

Όταν οργανώθηκαν στο διαμέρισμα, κάλεσαν μία Κυριακή τους θείους της Ελπίδας για φαγητό. Φώναξαν και τους σπιτονοικοκύρηδές τους για καφέ, γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν χρόνο για επισκέψεις. Οι θείοι της Ελπίδας διαπίστωσαν ότι η ανιψιά τους είχε πια ένα αποδεκτό διαμέρισμα και ζούσε μια αξιοπρεπή ζωή. Ο κύριος Χρίστος και η γυναίκα του, επαίνεσαν τα κορίτσια μπροστά τους, είπαν ότι είναι προκομένες και άξιες κοπέλες, οπόταν  και εκείνοι έπαψαν να ανησυχούν, τουλάχιστον προς το παρόν.

Μια άλλη μέρα και εντελώς αναπάντεχα, τις επισκέφθηκε η Κατερίνα. Η Καλλιρόη παραξενεύτηκε πολύ για αυτή την επίσκεψη. Ήξερε τα αισθήματα της θείας για την ίδια και επίσης ήξερε την τυφλή υπακοή της Κατερίνας στη θεία. Θεωρούσε το τόλμημα της Κατερίνας πολύ γενναίο εγχείρημα

Η Κατερίνα ήταν λίγο ανήσυχη και νευρική στην αρχή. Έτριβε τα χέρια της μεταξύ τους, κοίταζε με αμηχανία γύρω της σαν να έψαχνε κάτι.

-Πολύ ωραίο το κάνατε, είπε στο τέλος. Έτσι θα ήθελα να κάμω και εγώ το σπίτι μου! Πολύ ωραίο, επανέλαβε.

Τα κορίτσια ετοίμασαν τσάι και περίμεναν υπομονετικά να καταλάβουν την αιτία  αυτής της αιφνίδιας επίσκεψης.

-Θα παντρευτώ, τους είπε ξαφνικά.

-Πότε; Ρώτησαν και οι δυο με ένα στόμα.

-Την άλλη Κυριακή, απάντησε. Αλλά δεν θα σας καλέσω. Δεν με αφήνει η θεία μου. Εγώ θα ήθελα να σας καλέσω.

-Δεν πειράζει, της είπε η Καλλιρόη. Είναι καλό παιδί; Τον αγαπάς;

-Τι σχέση έχει η αγάπη με το γάμο; Είπε μηχανικά η Κατερίνα. Η θεία μου λέει είναι καλός γαμπρός. Έχει δική του δουλειά. Αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου. Να παντρεύεται και να κάνει παιδιά. Τα άλλα όλα είναι παραμύθια.

Ήταν η σειρά της Καλλιρόης και της Ελπίδας να νοιώσουν αμηχανία. Η εικόνα που παρουσίαζε η Κατερίνα για το γάμο της, τις τρόμαζε. Σίγουρα ήταν δουλειά της θείας, όμως τους έφερνε ανατριχίλα η ιδέα ενός γάμου, κάτω από τέτοιες συνθήκες. Δεν ρώτησαν πολλά για να μην φέρουν σε περισσότερο δύσκολη θέση την Κατερίνα. Της ευχήθηκαν κάθε καλό και την φίλησαν. Σαν έφτασε στη πόρτα για να φύγει, γύρισε, τις κοίταξε και ρώτησε γεμάτη αγωνία:

-Εσείς κοπέλες θα παντρευτείτε;

-Ε, όταν βρεθεί ο κατάλληλος, είπε γελώντας η Ελπίδα.

Μετά σώπασε γιατί σκέφτηκε, μήπως με αυτό τον τρόπο πρόσβαλε την Κατερίνα. Η Καλλιρόη δεν είπε τίποτε. Το θέμα του γάμου είχε μια πολύ σκοτεινή και αβέβαιη εικόνα στο μυαλό της. Την Κατερίνα πάντως δεν την ξανάδαν μετά από εκείνη την ημέρα. Ούτε έμαθαν οτιδήποτε για αυτή.

Εκείνα τα χρόνια, σκέφτηκε η Καλλιρόη, πόσα να ήταν άραγε; Τρία, τέσσερα, πέντε; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ήταν χρόνια ευτυχισμένα. Όχι γιατί η ζωή τους ήταν εύκολη. Ούτε γιατί είχαν πολλά χρήματα. Ήταν όμως δύο. Από τότε που πέθανε η μητέρα της, ήταν πάντοτε μία. Και μέχρι τώρα, στα ογδόντα τρία της χρόνια, μία ήταν. Εκείνα τα χρόνια ήταν δύο. Δύο και αγαπημένες.

-Η ισχύς εν τη ενώσει, ψιθύρισε.

Θυμήθηκε ότι τότε ήταν η περίοδος που χαλάρωσε, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της και από τα γκρίζα μάτια της έβγαινε μια λάμψη και ένα φως που την έκαναν να μοιάζει όμορφη. Το καταλάβαινε από τον τρόπο που την κοίταζαν οι άνδρες και το παράξενο ήταν ότι σχεδόν δεν τρόμαζε. Είχε ξεχάσει για λίγο τα λόγια της μητέρας της.

-Ευτυχισμένα χρόνια, σκέφτηκε και πάλι. Ήταν τότε που έκανα εκείνη τη σκέψη: Δεν θέλω τίποτε άλλο στη ζωή μου Θεέ μου. Είμαι ευτυχισμένη.

Όμως τέτοιες δηλώσεις ξεσηκώνουν άνεμους και γεννούν θύελλες που εισβάλουν βίαια στη ζωή των αφελών και τους γκρεμίζουν τον εφησυχασμό. Γιατί η ζωή είναι ένας αγώνας και μια πορεία προς τα μπρος. Τέτοιες στιγμές είναι στιγμές ανάπαυλας από την μακριά εναγώνια πορεία του βίου. Όσοι είχαν την τύχη να τις ζήσουν πρέπει όχι να τις πενθούν αργότερα, αλλά να τις γιορτάζουν.  Είναι για αυτές τις στιγμές που θα πρέπει να χαιρόμαστε στο τέλος του βίου μας.

Η Καλλιρόη σηκώθηκε και πάλι από την καρέκλα της.

-Γιατί αργεί η Καλλιρόη; σκέφτηκε και πάλι.

Ύστερα χαμογέλασε. Έτσι είναι τα νιάτα. Γεμάτα δραστηριότητες και συναντήσεις. Μια γριά σαν την ίδια δεν έχει κάτι άλλο να περιμένει από την επίσκεψη μιας νεαρής. Αλλά η νεαρή πόσα έχει να κάνει; Πόσους να δει και με πόσους να μιλήσει; Η επίσκεψη στη γριά θεία της μπορεί να περιμένει.

Έτσι η Καλλιρόη βυθίστηκε ξανά στις σκέψεις της. Περνούσαν πολύ ωραία με την Ελπίδα. Πόσο ταίριαζαν οι δυο τους! Πόσο απολάμβαναν τις εκδρομές τους! Η Καλλιρόη είχε σχεδόν ξεχάσει τα όνειρά της για επαγγελματική ανέλιξη. Απλά δούλευε στο εργοστάσιο για να κερδίσει χρήματα και να απολαμβάνει τη ζωή. Είχαν καταφέρει με την Ελπίδα να κάνουν ένα μικρό κομπόδεμα η καθεμιά τους και είχαν τώρα πια μια κάποια οικονομική ασφάλεια. Δεν ήταν τα τρομαγμένα κορίτσια που είχαν έρθει από την Κύπρο στην άγνωστη χώρα των πλούσιων κατακτητών της πατρίδας τους.

Η Καλλιρόη, όλα αυτά τα χρόνια εξακολουθούσε να αλληλογραφεί με την φίλη της την Ελένη από την Κύπρο και έτσι μάθαινε τα νέα. Για τον αγώνα της ΕΟΚΑ, για την ανεξαρτησία, για την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων, για τις φασαρίες του 1963. Όλα τα ήξερε και λυπόταν για όλα. Μα αυτή ήταν μακριά σε μια άλλη χώρα, αυτή τη χώρα που προκάλεσε τα δεινά στη δική της πατρίδα. Οι πατρίδες μπλέκονται, σκεφτόταν, οι πολιτικοί λένε και κάνουν τα δικά τους και οι καθημερινοί άνθρωποι σκοτώνονται. Οι καθημερινοί άνθρωποι, σαν την ίδια, πληρώνουν πάντοτε το τίμημα.

Ξαναγύρισε και πάλι στις σκέψεις της. Ήρθε μια εποχή που η Ελπίδα επισκεπτόταν συχνά τους θείους της. Μόνη, δεν καλούσε την Καλλιρόη να την συνοδέψει. Μια μέρα, μετά από την επιστροφή της, ανακοίνωσε στην Καλλιρόη:

-Θα παντρευτώ. Οι θείοι μου, μου βρήκαν ένα παιδί από την Κύπρο και θα τον πάρω.

Η Καλλιρόη τα έχασε στην αρχή. Ήταν εντελώς απροετοίμαστη για αυτή την εξέλιξη. Δεν της είχε πει τίποτε προηγουμένως η Ελπίδα, σαν να φοβόταν την αντίδρασή της.

-Πώς, πότε τον γνώρισες; Είναι καλό παιδί; Τον αγαπάς;

-Φαίνεται καλό παιδί. Κατάγεται από την Πάφο και τώρα ζει στο Μάντσεστερ. Είναι ράφτης. Θα μπορούμε να δουλεύουμε μαζί. Τον είδα μερικές φορές στο σπίτι των θείων μου και μιλήσαμε. Θέλω να κάνω οικογένεια Καλλιρόη. Θέλω να κάνω παιδιά. Καλά περνούμε εμείς οι δυο, αλλά μέχρι πότε; Θα γεράσουμε και εγώ θέλω παιδιά.

-Όμως τον αγαπάς; Ρώτησε και πάλι η Καλλιρόη

-Δεν τον ξέρω αρκετά για να τον αγαπήσω, απάντησε, ύστερα από μια μικρή παύση η Ελπίδα. Ακόμα και αν δεν βγει καλός, μπορώ να τον χωρίσω. Το σημαντικό είναι να κάνω παιδιά. Θέλω δικά μου παιδιά, Καλλιρόη.

Έτσι η Ελπίδα παντρεύτηκε τον νεαρό από την Πάφο και έφυγε για το Μάντσεστερ. Στην αρχή αλληλογραφούσαν, τηλεφωνιόντουσαν που και που, σιγά – σιγά όμως η Ελπίδα σίγησε. Ίσως γιατί είχε πολλές δουλειές – είχε κάμει και μια κόρη – ίσως γιατί δεν ήταν ευτυχισμένη και δεν ήθελε να το καταλάβει η Καλλιρόη.

Η ίδια από την άλλη, ξαφνικά έχασε την αυτοπεποίθησή της, ένοιωθε τόσο μόνη. Τις νύχτες κλείδωνε και διπλοκλείδωνε τις πόρτες, φοβόταν μήπως χάσει το πορτοφόλι της, δεν αναγνώριζε τον εαυτό της. Ήταν τότε που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει κανείς να στηρίζει την ευτυχία του στους άλλους. Όλοι κάποτε φεύγουν και δεν γυρνούν πίσω. Θα έπρεπε να βρει τρόπο να είναι ευτυχισμένη από μόνη της.

Άρχισε να θυμάται τα αρχικά της όνειρα, όταν πρωτοήρθε στο Λονδίνο. Να βρει μια δουλειά σε ένα άλλο εργοστάσιο, που νοιάζονταν για την ποιότητα των ρούχων, να μπορεί να εφαρμόζει το ύφασμα στο σώμα της πελάτισσας, να φτιάχνει κουφώματα και πιέτες και να βλέπει το αποτέλεσμα και να χαίρεται. Να είναι ένα δικό της έργο.

Αγόραζε πλέον καθημερινά εφημερίδες και έψαχνε στις μικρές αγγελίες για εργοστάσια που ζητούσαν ράπτριες τέτοιου τύπου. Δεν ήταν συχνές τέτοιες αγγελίες. Όλα πια είχαν βιομηχανοποιηθεί και οι Κύπριοι είχαν μεγάλη δραστηριότητα σε αυτό το τομέα. Αλλά δεν ήταν αυτό που γύρευε. Μια μέρα είδε μια αγγελία που θεώρησε θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της. Το εργοστάσιο αυτό όμως ήταν πολύ μακριά από εκεί που έμενε, στο νότιο Λονδίνο. Θα χρειαζόταν μια ώρα να πάει εκεί με τον υπόγειο. Θα δοκίμαζε όμως.

Εκείνη τη μέρα δεν πήγε δουλεία στο εργοστάσιο που δούλευε. Ξεκίνησε νωρίς, μελέτησε την διαδρομή στο χάρτη αρκετές φορές και κάθε φορά την ξεχνούσε. Καταλάβαινε ότι ήταν συγχυσμένη και φοβόταν. Όμως θα το έκανε. Είχε έρθει η ώρα να αντιμετωπίσει τη ζωή εντελώς μόνη της.

Έφτασε έγκαιρα στη περιοχή και έτσι είχε την άνεση να βρει το εργοστάσιο που έψαχνε. Μπήκε μέσα και είπε στην κοπέλα στην υποδοχή το σκοπό της επίσκεψής της. Σκέφτηκε ότι στο δικό τους εργοστάσιο δεν είχαν κανένα στην υποδοχή. Η κοπέλα την οδήγησε σε ένα δωμάτιο που περίμεναν ακόμα τέσσερεις κυρίες. Σε λίγο μπήκε μέσα μια Αγγλίδα ψηλή και ξερακιανή, με ένα αυστηρό γκρι κουστούμι και γυαλιά μια κοκάλινους σκελετούς  σε άσπρο χρώμα. Τα μαλλιά της ήταν γκρίζα και μαζεμένα σε κότσο στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Ήταν από εκείνες τις Αγγλίδες που σε τρόμαζαν.

Τις κοίταξε ψυχρά και τους είπε να την ακολουθήσουν. Τις πήρε σε ένα δωμάτιο γεμάτο ραπτομηχανές και έδωσε στη κάθε μια από αυτές από ένα σακάκι από λευκό σατέν, με πιέτες και κουφώματα. Μετά τους έδωσε ύφασμα κομμένο και τους είπε να φτιάξουν ένα το ίδιο. Η Καλλιρόη δεν είχε δει ποτέ της τόσο δύσκολο σχέδιο. Έτρεμε και ένοιωθε ιδρώτα στο πρόσωπό της.

Κάθισε στη μηχανή, πήρε το σακάκι στα χέρια της και άρχισε να το μελετά. Το ρούχο γλιστρούσε μέσα από τα δάχτυλά της, σαν να είχε δική του βούληση, σαν να ήταν ζωντανό. Η Καλλιρόη το μεταχειριζόταν με τρυφερότητα και το χάιδευε. Μόλις ήρθε σε επαφή μαζί του, ξέχασε τον φόβο της, ξέχασε την ανασφάλειά της, ξέχασε την Αγγλίδα κυρία που τις παρακολουθούσε σιωπηλά. Το ρούχο άρχισε την να υπακούει, να λυγίζει και να διαμορφώνεται σε σακάκι. Δεν πρόσεχε την ώρα, δεν την ένοιαζε αν θα αργούσε. Ήθελε να δώσει σε αυτό το ατίθασο ύφασμα ζωή.

Όταν τελείωσε κατάλαβε ότι η Αγγλίδα κυρία στεκόταν από ακόμα από πάνω της. Πήρε το σακάκι από τα χέρια της, έβγαλε το δικό της και το φόρεσε. Το ύφασμα έρεε πάνω στο κορμί της, χαρίζοντάς της μία αέρινη όψη. Σαν να φώτισε μάλιστα και το αυστηρό πρόσωπό της. Ύστερα ευχαρίστησε όλες τις κυρίες και τους είπε ότι θα τις ειδοποιούσε σχετικά με την δουλειά.

Η Καλλιρόη ετοιμαζόταν να φύγει όταν η κυρία την κάλεσε στο γραφείο της. Την έβαλε να καθίσει, της πρόσφερε τσάι και τη ρώτησε λεπτομέρειες για τη ζωή της, που έμαθε να ράβει κλπ. Παραξενεύτηκε μάλιστα που δεν ήταν Αγγλίδα, εφόσον μιλούσε τόσο καλά αγγλικά και έμοιαζε με Αγγλίδα.

Όλα αυτά φαίνονταν πολύ περίεργα στην Καλλιρόη. Ύστερα της μίλησε καθαρά και σταράτα:

-Εκτός από εργάτριες για το εργοστάσιο, ψάχνουμε για μια προσωπική μου βοηθό. Έχουμε να ράψουμε το νυμφικό της κόρης ενός λόρδου. Το νυμφικό αυτό είναι αρκετά περίτεχνο και δύσκολο. Χρειάζομαι μια βοηθό, γιατί εγώ δεν μπορώ συνεχώς να ασχολούμαι με ένα θέμα μόνο. Νομίζω ότι εσύ μας κάνεις. Φαίνεσαι πολύ καλή και από ότι μου είπες ξέρεις να κάνεις και πρόβα στις πελάτισσες. Θα σου δίνουμε αρχικά σαράντα λίρες την εβδομάδα και αν είσαι τόσο καλή που δείχνεις σύντομα θα τις κάνουμε πενήντα. Θα υπογράψουμε και σχετικά συμβόλαια φυσικά.

Η Καλλιρόη, εντυπωσιάστηκε από το μισθό, όμως χωρίς να ξέρει και η ίδια πώς, βρήκε το θάρρος να εκφράσει στην κυρία τους προβληματισμούς της.

-Ξέρετε, είπε, ο μισθός είναι πολύ καλός και η δουλειά μου αρέσει πολύ. Όμως εγώ μένω στο Camden Town και μου πήρε μια ώρα το πρωί να έρθω μέχρι εδώ. Όπως ξέρετε ο υπόγειος είναι ακριβός και με το πήγαινε έλα δεν θα μου μένουν αρκετά χρήματα. Από την άλλη η περιοχή φαίνεται πολύ ακριβή και δεν μπορώ να νοικιάσω ένα δωμάτιο εδώ.

Η κυρία σώπασε για λίγη ώρα και μετά της είπε:

-Δεν το λέω συχνά αυτό, αλλά είσαι πολύ καλή και σε θέλω. Έχουμε ένα δωμάτιο στη σοφίτα που μπορούμε να σου το δώσουμε αρχικά, για όσα πληρώνεις εκεί που μένεις. Έχει μια μικρή κουζίνα και μπάνιο. Έλα να σου το δείξω.

Το δωμάτιο ήταν μικρό και μύριζε μούχλα, όμως  έμοιαζε με μικρό παλατάκι, συγκριτικά με το δικό της διαμέρισμα. Η Καλλιρόη θα μπορούσε να βολευτεί μέχρι να βρει κάτι καλύτερο. Όσο για τη μυρωδιά,  θα εύρισκε τρόπο να το εξαερίσει για να φύγει η μούχλα. Έτσι συμφώνησε με την κυρία Jones, όπως έμαθε πως την έλεγαν.

Επέστρεψε το βράδυ στο διαμέρισμα και μίλησε με τον κύριο Χρίστο και την κυρία Κλειώ. Την ενθάρρυναν και της έδωσαν τις ευχές τους. Τους άφησε μέσα στο διαμέρισμα όλα τα πράγματα που είχαν αγοράσει με την Ελπίδα. Δεν είχε που να τα φυλάξει. Εκείνοι θα μπορούσαν να νοικιάσουν τώρα πια το διαμέρισμα στην τριπλάσια τιμή. Τόσο πολύ είχε αναβαθμιστεί.

Την άλλη μέρα μάζεψε τα ρούχα της, τα έβαλε στη παλιά βαλίτσα και πήρε το δρόμο για την νέα της δουλεία. Μερικά κουζινικά που θα έπαιρνε μαζί της, θα γύριζε να τα πάρει αργότερα.

Ξαφνικά ξύπνησε από το ονειροπόλημά της. Άκουσε τον θόρυβο ενός αυτοκινήτου που σταμάτησε έξω από το σπίτι της.

-Ήρθε η Καλλιρόη σκέφτηκε. Επιτέλους!

 

 Κεφάλαιο 4

Τα υφάσματα

Η Καλλιρόη η νεότερη μπήκε σαν σίφουνας μέσα κρατώντας στο χέρι της ένα πακέτο με γλυκά.

-Γεια σου θεία Κάλλη, συγγνώμη που άργησα. Δουλειές βλέπεις! Έφερα γλυκά να συνοδέψουμε τον καφέ μας. Πάω να τον ετοιμάσω. Μήπως εσύ θα ήθελες τσάι;

Η Καλλιρόη γέλασε με το φουριόζικο αυτού του κοριτσιού.

-Δεν πειράζει! Απάντησε. Έτσι πρέπει να είναι τα νιάτα. Όλο ζωή και ορμή. Πάντοτε έλεγα ότι μόνο οι νέοι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Θα πάρω καφέ μαζί σου, ευχαριστώ. Μόλις πήρα το τσάι μου.

Η Καλλιρόη η νεότερη, δεν άργησε να σερβίρει τον καφέ και τα γλυκά. Κάθισαν και οι δύο στη βεράντα αντικρίζοντας τη θέα προς τη θάλασσα. Το κορίτσι έμεινε να κοιτάζει για λίγο την γριά που καθόταν δίπλα της. Έμοιαζε τόσο αριστοκρατική, που θα νόμιζε κανείς ότι γεννήθηκε μέσα στα πλούτη. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι ήταν το πιο περιφρονημένο και φτωχό παιδί του χωριού αυτού, πριν πολλά, πολλά χρόνια.

-Πες μου θεία Κάλλη για τη ζωή σου στο Λονδίνο, παρακάλεσε η Καλλιρόη η νεότερη. Μου αρέσουν πολύ αυτές οι ιστορίες. Τις διηγείσαι τόσο ωραία που νομίζω ζω και εγώ σε εκείνη την εποχή.

-Δεν ξέρω πώς με καταφέρνεις και σου τα λέω όλα αυτά! Ποτέ δεν έχω μιλήσει σε κανένα εκτός από εσένα.

Η Καλλιρόη η νεότερη της έκλεισε πονηρά το μάτι και την κοίταξε γλυκά. Έτσι η θεία Κάλλη υπέκυψε στη γοητεία της και ξεκίνησε να μιλά:

-Πριν έρθεις αναλογιζόμουν τη ζωή μου. Θα συνεχίσω από εκεί που έμεινα με τις σκέψεις μου. Σου έχω πει για την φίλη μου την Ελπίδα, που σε κάποιο στάδιο παντρεύτηκε και έφυγε. Τότε έμεινα πραγματικά μόνη μου στο τεράστιο Λονδίνο. Στην αρχή ήμουν τρομερά φοβισμένη και ανασφαλής, μέχρι που βρήκα εκείνη τη δουλειά που μου άλλαξε τη ζωή.

-Από την πρώτη  μέρα η κυρία Jones, η προϊσταμένη της νέας μου δουλείας, με πήρε δίπλα της και αρχίσαμε μαζί την μελέτη του νυμφικού που θα ράβαμε. Μου έδειξε τα σχέδια και το ύφασμα. Δεν είχα δει τίποτε ωραιότερο στη ζωή μου. Ένα σχέδιο απλό αλλά πανέμορφο, με ένα κολλάρο που ανέβαινε ψηλά στο πίσω μέρος του σβέρκου και τέλειωνε μπροστά σε ένα V σχήμα κοντά στο λαιμό. Τόνιζε τη μέση και κατέληγε σε μια μακριά ουρά. Τα μανίκια τελείωναν πάλι σε σχήμα  V και κάλυπταν το επάνω μέρος του χεριού καταλήγοντας σε μια θηλή που περνούσε στο μεσαίο δάχτυλο. Η βάση του νυμφικού ήταν από ύφασμα σατέν και καλυπτόταν ολόκληρο με δαντέλα.

-Από ότι μου λες μοιάζει με το νυμφικό που έραψες στη μητέρα μου για το γάμο της, σχολίασε η Καλλιρόη η νεότερη.

-Ναι, θα σου πω αργότερα για αυτό. Εκείνο που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η δαντέλα. Ήταν πολύ λεπτοκαμωμένη και ανάμεσα στις κλωστές, περνούσε μια πολύ λεπτή χρυσοκλωστή, που στην πραγματικότητα φαινόταν μόνο όταν έπεφτε πάνω το φως και έδινε στο νυμφικό μια λάμψη που έμοιαζε να αναδύεται από το σώμα της γυναίκας που το φορούσε. Δεν ήταν κάτι έντονο ή φανταχτερό. Τόσα χρόνια στο χώρο της μόδας και δεν έχω δει ποτέ ξανά κάτι παρόμοιο.

-Η κυρία Jones μου εξήγησε ότι η οικογένεια αυτή, που ήταν λόρδοι από πολλά χρόνια, είχαν κατά κάποιο τρόπο σαν έμβλημά τους την δαντέλα και έτσι όλες οι νύμφες φορούσαν νυμφικό καμωμένο από δαντέλα. Ήταν κάποια οικογενειακή παράδοση, ας πούμε.

-Στην αρχή κόψαμε το νυμφικό σε ένα πιο φτηνό ύφασμα. Μόνο το τελικό αποτέλεσμα θα κοβόταν από τα πανάκριβα υλικά που θα το αποτελούσαν. Όταν ήρθε η ώρα να επισκεφθούμε την μέλλουσα νύμφη για να δοκιμάσουμε το νυμφικό, η κυρία Jones με κοίταξε από πάνω ως κάτω και έφυγε για λίγο από το δωμάτιο. Όταν επέστρεψε μου έφερε ένα φόρεμα από εκείνα που έραβαν στο δικό τους εργοστάσιο, σε χρώμα γαλάζιο.

    • Αύριο να το φορέσεις αυτό, μου είπε.
    • Δεν μπορώ να το αγοράσω, της απάντησα. Είναι πολύ ακριβό για μένα.
    • Δεν θα το αγοράσεις, μου είπε. Στο χαρίζω. Και κάτι άλλο. Από αύριο θα σε συστήνω ως Κάλλη Μισιέλ, το επίθετο με γαλλική προφορά, τόνισε.

-Από εκείνη τη στιγμή βαφτίστηκα Κάλλη Μισιέλ και με αυτό το όνομα έζησα την υπόλοιπη ζωή μου. Ένα όνομα πιο κομψό, κατά την κυρία Jones, που παρέπεμπε σε μια μυστηριώδη καταγωγή. Το βράδυ που δοκίμασα στο δωμάτιό μου το φόρεμα, παρατήρησα ότι το γαλάζιο χρώμα του αντανακλούσε στα μάτια μου και τα έκανε να φαίνονται πιο φωτεινά και λιγότερο γκρίζα.

-Εκείνη την εποχή είχα κλειστεί πολύ στον εαυτό μου και το βλέμμα μου είχε παγώσει, προσπαθώντας να κρύψω τα αισθήματά μου και την ανασφάλεια που ένοιωθα. Το γαλάζιο φόρεμα, πήρε όλη αυτή την αντικοινωνική μου άμυνα μακριά και έφερε στην επιφάνεια την κοπελίτσα που ήμουν τότε.

-Από την πρώτη φορά που είχα έρθει σε επαφή με τα υφάσματα, τότε στην κυρία Πηνελόπη, είχα νοιώσει μια ιδιαίτερη σύνδεση μαζί τους. Εκείνη την μέρα όμως κατάλαβα ότι έχουν μια μαγική δύναμη να προβάλλουν ή να κρύβουν τα αισθήματα των ανθρώπων και αν ξέρεις να τα χειριστείς σωστά μπορείς να μεταμορφώσεις το ασχημόπαπο σε κύκνο.

-Την άλλη μέρα ήρθε ένα αυτοκίνητο από το σπίτι της οικογένειας, αν θυμάμαι καλά το όνομά τους ήταν Raffiel ή κάτι παρόμοιο και παρέλαβε την κυρία Jones και μένα. Εγώ είχα φορέσει το γαλάζιο φόρεμα και κρατούσα ένα μεγάλο κουτί με το δείγμα του νυμφικού και όλα τα σχετικά. Ταξιδέψαμε για καμιά ώρα και φτάσαμε σε ένα πολύ μεγάλο σπίτι, λίγο έξω από το Λονδίνο. Πρώτη φορά στη ζωή μου είχα δει ένα τόσο μεγάλο σπίτι. Ήταν μια τριώροφη έπαυλη από εκείνες που κανείς βλέπει στην αγγλική ύπαιθρο, μάλλον βικτωριανής εποχής. Γύρω – γύρω είχε κήπους με υπέροχα λουλούδια και ακόμα πιο έξω περιτριγυριζόταν από ένα ιδιωτικό δάσος. Ήταν σαν να έμπαινα στο κόσμο των παραμυθιών. Μας υποδέχθηκε η οικονόμος του σπιτιού και μας οδήγησε σε ένα δωμάτιο που φαίνεται ότι το χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για ραπτική. Ώσπου να φτάσουμε όμως ως εκεί εγώ κοιτούσα σαν χαμένη. Πρώτη φορά στη ζωή μου είχα δει τόση πολυτέλεια. Δεν ήξερα ούτε καν ότι θα μπορούσε να υπάρχει κάτι τέτοιο στο κόσμο. Παντού βελούδινα έπιπλα, περσικά χαλιά, πίνακες, πολυέλαιοι και όλα να λάμπουν από καθαριότητα και τάξη.

-Μόλις μπήκαμε στο δωμάτιο ραπτικής η κυρία Jones μου είπε να ανοίξω το κουτί και να βγάλω το πρόχειρο νυμφικό. Σε λίγο ήρθαν η μέλλουσα νύμφη με την μητέρα της. Χαιρέτισαν την κυρία Jones και εκείνη με σύστησε σαν την βοηθό της, Κάλλη Μισιέλ, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη γαλλική προφορά του επιθέτου μου.

-Η νεαρή λεγόταν Alison και δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη. Μάλλον άχρωμη θα μπορούσες να την πεις. Δεν μπορούσα να σκεφτώ πώς θα φαινόταν το υπέροχο νυμφικό πάνω της. Η κυρία Jones της πρότεινε να ξεντυθεί πίσω από το παραβάν, που υπήρχε εκεί και της έδωσε να φορέσει το πρόχειρο νυμφικό.

-Όταν η κυρία Jones άρχισε να κάνει την πρόβα, εγώ την βοηθούσα και παρακολουθούσα με προσοχή. Τα χέρια της κινούνταν πάνω στο ύφασμα εντοπίζοντας τα αδύνατα σημεία στο σώμα της Alison, και με επιδεξιότητα δημιουργούσε κοψίματα και πιέτες, τονίζοντας τη μέση και εξουδετερώνοντας την κάπως φουσκωμένη κοιλιά. Έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον υπερυψωμένο κολλάρο, ώστε να προβάλλεται  ο λαιμός της κοπέλας και να φαίνεται λεπτός και μακρύς. Κάθε τι που έκανε είχε σαν στόχο όχι μόνο να εφαρμόσει το φόρεμα όσο το δυνατό καλύτερα, αλλά κυρίως να κολακεύει την Alison.

-Τέτοια επιδεξιότητα δεν είχα δει ποτέ μου, όπως κινούνταν τα χέρια της με τόση μαεστρία και ταχύτητα, νόμιζες ότι ήταν μαγικά. Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσα έμαθα από την κυρία Jones, ο Θεός να αναπαύσει τη ψυχή της, εκεί που βρίσκεται!

-Θεία Κάλλη, με τις περιγραφές σου κάνεις την ραπτική να φαίνεται σαν μια πολύ θαυμαστή τέχνη.

-Είναι παιδί μου! Ένα καλοραμμένο ρούχο, που να σου ταιριάζει, μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου, όσο περίεργο και αν φαίνεται. Δυστυχώς αυτή η βιομηχανοποίηση, που όλα τα ρούχα ράβονται ίδια για όλες, έχει μηδενίσει αυτή την ικανότητα.

-Δεν είναι ακριβώς έτσι! Τώρα τα ρούχα είναι πιο φτηνά και μπορείς να διαλέξεις τι σου ταιριάζει!

-Ίσως, όμως χάθηκε η μαγεία.

-Και τι έγινε παρακάτω;

-Μέχρι να τελειώσει το νυμφικό, εγώ το είχε ερωτευτεί. Αν παντρευτώ ποτέ σκεφτόμουν, ένα τέτοιο νυμφικό θα ήθελα να φορέσω. Και τότε αποφάσισα να αντιγράψω το σχέδιο και να το φυλάξω. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο. ‘Όλα από το χέρι μου περνούσαν. Ήξερα φυσικά ότι δεν θα μπορούσα να αγοράσω ποτέ ένα τόσο ακριβό ύφασμα, αλλά αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα. Με τόση συνάφεια με τα υφάσματα θα εύρισκα κάτι αντίστοιχο, πιο φτηνό και το αποτέλεσμα θα ήταν αν όχι το ίδιο, εξ ίσου καλό.

-Λοιπόν, υποχρέωσή μας δεν ήταν μόνο να ράψουμε το νυμφικό, αλλά και να ετοιμάσουμε ρούχα για τον γάμο, για όλες τις γυναίκες της οικογένειας. Έτσι το πήγαινε – έλα στο σπίτι αυτό κράτησε αρκετές εβδομάδες. Όλα τα ρούχα που ράψαμε όμως, με τον ένα ή άλλο τρόπο είχαν κάτι από δαντέλα, ώστε να ακολουθείται η παράδοση της οικογένειας. Και αυτό γινόταν με πολλή επιδεξιότητα και χάρη. Στη μια ήταν δαντελένια η μπλούζα κάτω από το ταγιέρ, στην άλλη ήταν στο μπούστο του φορέματος ή έστω ένα κολλάρο. Εν τω μεταξύ είχα αποκτήσει τέτοια εμπειρία στις πρόβες που πολλές φορές πήγαινα μόνη μου, χωρίς την κυρία Jones.

-Τότε ήταν που γνώρισα την λαίδη Raffiel, την γηραιότερη κυρία της οικογένειας. Ήταν η γιαγιά της Alison. Θα είχε την ηλικία που έχω εγώ σήμερα. Ήταν μια πολύ όμορφη κυρία, με άσπρα μαλλιά, κρατημένα σε κότσο ψηλά στο κεφάλι της και πάντοτε φορούσε κάτι από δαντέλα. Οι τρόποι της ήταν πολύ αριστοκρατικοί και συγχρόνως ήταν απίστευτα καταδεκτική και φιλική. Ήξερε να μένει απόμακρη, όπως ταίριαζε στη θέση της αλλά συγχρόνως άνοιγε κανάλια να σε υποδεχτεί στο κόσμο της αν έκρινε ότι άξιζες σαν άνθρωπος. Μετρούσε τον άνθρωπο από την ποιότητα του, όχι από την καταγωγή του.

-Ήταν ιδιαίτερα φιλική μαζί μου και ενδιαφερόταν να μάθει για μένα, σαν άτομο. Εγώ βρισκόμουν σε πολύ δύσκολη θέση. Η κυρία Jones ήθελε να δημιουργήσει μια γαλλικού τύπου εικόνα για την καταγωγή μου, αλλά εγώ δεν ήθελα να λέω ψέματα. Έτσι της είπα την αλήθεια. Η πανέξυπνη αυτή γυναίκα κατανόησε το λόγο του γαλλοπρεπούς ονόματος μου και δεν σχολίασε ποτέ τίποτε.

-Εν τω μεταξύ την ημέρα του γάμου, η κυρία Jones και εγώ θα πηγαίναμε στο σπίτι των Raffiel μήπως η νύμφη ή κάποια άλλη κυρία θα χρειαζόταν μια επιδιόρθωση στο φόρεμά της, την τελευταία στιγμή. Έτσι για πρώτη φορά είδα το σπίτι στολισμένο για γάμο. Παντού συνθέσεις με λουλούδια, ακόμα και η σκάλα από την οποία θα κατέβαινε η νύμφη ήταν στολισμένη με λουλούδια. Είχαν ετοιμάσει μια μεγάλη αίθουσα που το ζεύγος θα δεχόταν τους προσκεκλημένους τους και δίπλα ήταν η τραπεζαρία όπου θα δινόταν το δείπνο. Παντού λουλούδια, πορσελάνινα σερβίτσια, ασημένια μαχαιροπήρουνα και κρυστάλλινα ποτήρια. Η πολυτέλεια ήταν παραμυθένια για μένα. Η τελετή του γάμου θα γινόταν σε ένα ξωκλήσι που βρισκόταν μέσα στα όρια της έπαυλης.

-Φυσικά εμείς δεν είμαστε ανάμεσα στους προσκεκλημένους, όμως αυτό δεν μας εμπόδιζε να απολαύσουμε την πολυτέλεια και ομορφιά που επικρατούσε. Η τούρτα του γάμου ήταν τριώροφη, στολισμένη με γλυπτά ροζ τριαντάφυλλα, καμωμένα από ζαχαρόπαστα και στην κορυφή στέκονταν ένα ζαχαρένιο ομοίωμα του ζευγαριού. Προς μεγάλη μου έκπληξη το νυμφικό της ζαχαρένιας νύμφης έμοιαζε με το πραγματικό!

-Εμείς καταλήξαμε στο δωμάτιο που θα ντυνόταν η νύμφη και βοηθήσαμε στο ντύσιμό της. Εκεί ήταν και ο κομμωτής που χτένισε τα μαλλιά της σε ένα ψηλό κότσο για να τονίζεται ο λαιμός της και η μακιγιέρ που θα την έβαφε. Αυτό το κομμάτι με εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Είδα με πόση μαεστρία χρησιμοποιούσε τα διάφορα καλλυντικά για να διορθώσει τυχόν ατέλειες και να δώσει χρώμα στην χλωμή επιδερμίδα της, χωρίς υπερβολές, αλλά με διακριτικότητα ώστε το τελικό βάψιμο να μοιάζει εντελώς φυσικό, ενώ η Alison είχε ήδη μεταμορφωθεί σε μια απίστευτα όμορφη νύμφη. Όταν ήρθε ο πατέρας της να την συνοδέψει έμοιαζε με παραμυθένια πριγκίπισσα.

-Το θέμα θεία Κάλλη είναι αν έζησαν και παραμυθένια ζωή. Όχι μόνο μια μέρα της ζωής τους να ήταν παραμυθένια!

-Αυτό δεν το γνωρίζω. Εκείνο που έμεινε σε μένα ήταν μια όμορφη μέρα, σε ένα υπέροχο σπίτι, με τέλεια διακόσμηση. Αυτό φυσικά ήταν η εντύπωση που πήρα, εκείνο που έμαθα ήταν η μαεστρία με την οποία κάποιος μπορεί να μακιγιαριστεί , ώστε να προβάλει την ομορφιά που κρύβει μέσα του. Και πίστεψέ με αυτή τη γνώση την χρησιμοποίησα αργότερα στη ζωή μου.

-Εκείνο που ίσως δεν σου διευκρίνισα ήταν ότι το εργοστάσιο που δούλευα τότε είχε δύο τμήματα. Στο ένα έραβαν ρούχα για ακριβά καταστήματα του Λονδίνου και στο άλλο ρούχα κατά παραγγελία για πλούσιες οικογένειες. Εγώ δούλευα στο δεύτερο τμήμα. Έτσι η δουλειά μου καθημερινά με έφερνε σε επαφή με αυτούς τους πλούσιους και αριστοκράτες Άγγλους.

-Οι περισσότεροι ήταν αδιάφοροι για μένα, αλλά εγώ δεν έπαυα να τους παρακολουθώ και να μαθαίνω από τις συνήθειες και τους τρόπους τους. Μην πιστέψεις ότι επειδή ήταν αριστοκράτες, ήταν και ανώτεροι άνθρωποι. Κάθε άλλο. Πολλοί από αυτούς ήταν υπερόπτες, κουτσομπόληδες, μικρόψυχοι και τσιγγούνηδες. Υπήρχαν όμως άνθρωποι που ήταν καλλιεργημένοι, εκλεπτυσμένοι, εξέπεμπαν ευγένεια και ανωτερότητα. Μια τέτοια κυρία, ήταν η Λαίδη Raffiel, για την οποία σου μίλησα προηγουμένως. Η σχέση μου μαζί της δεν τελείωσε με την ολοκλήρωση του γάμου της Alison. Εξακολουθούσα να πηγαίνω στο σπίτι τους και να ετοιμάζω φορέματα για αυτούς.

-Μια μέρα μου είπαν να περιμένω την Λαίδη στη βιβλιοθήκη. Ασυναίσθητα, ενώ περίμενα, άρχισα να διαβάζω τους τίτλους των βιβλίων που βρίσκονταν στα ράφια δίπλα μου. Δεν είχα διαβάσει και πολλά βιβλία μέχρι τότε, ούτε και είχα καμιά έφεση για το διάβασμα. Εξ άλλου η ίδια η ζωή δεν μου είχε αφήσει και πολλά περιθώρια για τέτοιες δραστηριότητες.

-Μπαίνοντας η Λαίδη και βλέποντάς με να κοιτάζω τα βιβλία, με ρώτησε αν μου αρέσει το διάβασμα. Πραγματικά ντράπηκα όταν της είπα ότι σχεδόν δεν έχω διαβάσει κανένα βιβλίο στη ζωή μου. Η Λαίδη τότε, πήρε ένα βιβλίο από το ράφι και μου το έδωσε. Ήταν η Τζέιν Έϋρ της Σάρλοτ Μπροντέ.

-Αν σου αρέσει μου είπε, θα σου δώσω και άλλα βιβλία να διαβάσεις. Τα βιβλία μπορεί να σε βοηθήσουν με δύο τρόπους. Να μάθεις για τον κόσμο γύρω σου, από τότε που δημιουργήθηκε μέχρι σήμερα και να μάθεις και για τον κόσμο που κρύβεται μέσα στη δική σου καρδιά.

-Εγώ πήρα με αμφιβολία το βιβλίο στα χέρια μου και ευχαρίστησα την Λαίδη. Όταν το διάβασα αργότερα, ταυτίστηκα τόσο με την ηρωίδα, συγκινήθηκα και έκλαψα τόσο πολύ, έστω και αν δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αν έκλαιγα για τα δικά της βάσανα ή για τη δική μου ζωή.

Εκείνη την ώρα κτύπησε το κινητό τηλέφωνο της Καλλιρόης της νεότερης και απομακρύνθηκε για λίγο για να το απαντήσει. Η θεία Κάλλη περίμενε υπομονετικά και όταν επέστρεψε της είπε απολογητικά.

-Λυπάμαι θεία αλλά πρέπει να φύγω. Όμως θα ξανάρθω σύντομα. Θέλω να μάθω την συνέχεια αυτής της ιστορίας! Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την πορεία σου μέσα στη ζωή.

Και μπήκε στο αυτοκίνητό της και χάθηκε. Η Καλλιρόη μάζεψε τα φλυτζάνια και τα γλυκά και μπήκε και εκείνη μέσα. Τα έπλυνε και τα συγύρισε. Κάθισε για λίγο στο καναπέ και άκουσε τη σιωπή του σπιτιού της. Είχε ταξιδέψει πολύ στο παρελθόν σήμερα.

-Αρκετά, σκέφτηκε. Ας ανάψω την τηλεόραση να ταξιδέψω για λίγο στις ζωές κάποιων άλλων ανθρώπων. Είναι λυτρωτικό κάποτε.

 

 Κεφάλαιο 5

Οι λέξεις

Την άλλη μέρα το πρωί, σαν ξύπνησε η Καλλιρόη, ένοιωθε ένα παράξενο συναίσθημα να την διακατέχει. Οι αναμνήσεις της προηγούμενης μέρας, κουβάλησαν μαζί τους όλα τα συναισθήματα εκείνης της εποχής, που δεν ήταν όλα ευχάριστα αλλά συχνά τα διαπερνούσε η αγωνία, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα.

Όντως η δουλειά της ήταν για κείνη μια κινητήρια δύναμη που έδινε σκοπό και ώθηση στη καθημερινότητά της, όμως το περιβάλλον γύρω της δεν ήταν ρόδινο. Η κυρία Jones, ναι μεν ήταν η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στο τομέα της ραπτικής, ήταν όμως μια δύστροπη γυναίκα, που τα άλλα κορίτσια στη δουλειά την απέφευγαν και την αποκαλούσαν στριμμένη.

Η Καλλιρόη όμως, σαν προσωπική της βοηθός, έπρεπε να είναι συνεχώς μαζί της και να ανέχεται όλες τις ιδιοτροπίες της. Πολλές φορές της φώναζε χωρίς λόγο και της έκανε άδικες παρατηρήσεις όμως η Καλλιρόη την υπέμενε γιατί ήξερε ότι ποτέ δεν θα εύρισκε κανένα που να γνώριζε τόσο καλά την ραπτική τέχνη για να της την διδάξει. Απλά προσπαθούσε να μην την λαμβάνει υπόψη – πράγμα δύσκολο πολλές φορές.

Μια μέρα η ιδιοκτήτρια της εταιρείας που δούλευαν την κάλεσε στο γραφείο της και της είπε:

-Ξέρω ότι είναι δύσκολο κανείς να συνεργάζεται με την κυρία Jones, όμως σε παρακαλώ κάνε υπομονή. Κανείς δεν μπορεί να σε διδάξει όσα αυτή γνωρίζει. Σε μερικά χρόνια θα έχει αφυπηρετήσει και αν παραμείνεις στη δουλειά θα πάρεις την θέση της. Είμαστε και εμείς αλλά και οι πελάτες πολύ ευχαριστημένοι μαζί σου. Αντιλαμβάνεσαι φυσικά ότι ο μισθός σου θα εκτοξευτεί.

Έτσι η Καλλιρόη είχε ακόμα ένα κίνητρο για να κάνει υπομονή. Της έλειπε όμως αφάνταστα η Ελπίδα. Σε αυτό το μέρος του Λονδίνου που ζούσε τώρα δεν είχε και πολλούς Κύπριους και αν είχε κάποιους, δεν τους γνώριζε. Στην αρχή πήγαινε τις Κυριακές και έβλεπε τους παλιούς της νοικοκύρηδες στο Camden Town, σταδιακά όμως σταμάτησε γιατί οι άνθρωποι είχαν πάντα πολύ δουλειά και λίγο χρόνο για να δέχονται επισκέπτες.

Ύστερα άρχισε να κάνει παρέα με τα κορίτσια από το εργοστάσιο. Ήταν σχεδόν όλες τους Αγγλίδες. Στην αρχή πήγαινε μαζί τους σε κανένα σινεμά αλλά σιγά – σιγά την πίεσαν και την κουβάλησαν μερικές φορές στις μπυραρίες που σύχναζαν εκείνες. Το περιβάλλον εκεί δεν άρεσε στην Καλλιρόη. Όλοι κάπνιζαν και έπιναν πολύ μέχρι που έχαναν τον έλεγχο. Τότε δεν ξεχώριζαν ποιοι ήταν γνωστοί και ποιοι άγνωστοι. Μπερδεύονταν με παρέες αγοριών που ήταν εξίσου πιωμένοι και είτε κατέληγαν στο κρεβάτια τους είτε φιλιόντουσαν στα δρομάκια έξω από την μπυραρία. Τις περισσότερες φορές ούτε που τους έβλεπαν ξανά.

Η Καλλιρόη φυσικά δεν συμμετείχε, ένοιωθε απαίσια σε αυτό το περιβάλλον και ήθελε να φύγει. Μια μέρα ένας νεαρός την άρπαξε από τη μέση, την ακούμπησε στο τοίχο της μπυραρίας και άρχισε να την φιλά. Με δυσκολία κατάφερε να τον σπρώξει και να φύγει τρέχοντας. Μόλις έφτασε στο σπίτι της έτρεξε στο μπάνιο και έκαμε εμετό. Έβγαλε τα ρούχα της και λούστηκε για να απαλλαγεί από την βρώμα του, που δυστυχώς την ένοιωθε μέσα της μέχρι την άλλη μέρα.

Εκείνο το βράδυ έκλαψε πολύ. Θυμήθηκε την Ελπίδα και διερωτήθηκε πολλές φορές αν η Ελπίδα έκανε καλά που παντρεύτηκε το νεαρό από την Κύπρο. Τουλάχιστον δεν βρέθηκε ποτέ σε αυτή την κατάσταση, σκεφτόταν. Αποφάσισε ότι δεν θα πήγαινε ποτέ ξανά έξω με τις κοπέλες από το εργοστάσιο. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση ούτε με αυτές ούτε με τους άχρωμους Άγγλους νεαρούς που σύχναζαν στις μπυραρίες. Τα λόγια της μητέρας της επαναλαμβάνονταν συχνά μέσα της και διαμόρφωναν τις σχέσεις της με τους ανθρώπους, ιδιαίτερα με τους άνδρες:

-Ποτέ, μα ποτέ να μην εμπιστεύεσαι τους άνδρες και τα λόγια αγάπης που λένε. Μην τους δώσεις ποτέ το κορμί σου πριν από το γάμο. Θα σε εγκαταλείψουν!

Τα γεγονότα εκείνης της εποχής και οι αποφάσεις που πήρε την οδήγησαν σε μια απόλυτη μοναξιά, που έπρεπε να βρει κάποιο τρόπο να την αντιμετωπίσει. Η δουλειά της ήταν η πρώτη της διέξοδος. Ήταν εκείνο τον καιρό που άρχισε να ξεσηκώνει τα μοντέλα που έραβε για τις πλούσιες κυρίες και να φτιάχνει ρούχα για την ίδια. Επειδή μάλιστα τα συγκεκριμένα μοντέλα πολλές φορές ήταν μοναδικά και δεν ήθελε να κατηγορηθεί για αντιγραφή, τα διαμόρφωνε με τον δικό της τρόπο, χρησιμοποιούσε διαφορετικά υφάσματα και συχνά το αποτέλεσμα ήταν καλύτερο από το αρχικό.

Τα ρούχα αυτά όμως δεν είχε πού να τα φορέσει. Ήταν πολύ αριστοκρατικά για το δικό της περιβάλλον. Στη δουλειά φορούσε κομψά μεν αλλά αυστηρά ταγιέρ, σαν την κυρία Jones, και στις λίγες εξόδους της τα ρούχα της μόδας της εποχής,  που ήταν οι μίνι φούστες και τα φορέματα. Τα υπέροχα μοντέλα που η ίδια έραβε έμεναν στην ντουλάπα της.

Εκείνη την εποχή επίσης, της έδιναν ιδιαίτερη ευχαρίστηση οι επισκέψεις της στο σπίτι των Raffiel και οι συναντήσεις με την ηλικιωμένη Λαίδη. Οι σχέσεις τους γίνονταν ολοένα και πιο φιλικές και η Λαίδη την συμβούλευε σε διαφόρους τομείς. Μια μέρα την ρώτησε:

-Αγαπητή μου Κάλλη, δεν θα ήθελα να ανακατευτώ στα προσωπικά σου όμως αν θέλεις θα μπορούσα να σε συμβουλεύσω πώς να διαχειρίζεσαι τα οικονομικά σου. Έχεις κάποια χρήματα κατατιθέμενα; Και αν ναι, πώς τα αξιοποιείς;

Η Καλλιρόη της είπε ότι έχει ένα λογαριασμό στη τράπεζα που φυλάει τις οικονομίες της και τίποτε άλλο. Δεν είχε ιδέα πώς να τα διαχειρίζεται. Τότε η Λαίδη της πρότεινε να επενδύσει ένα ποσό, τονίζοντάς της ότι ουδέποτε θα έπρεπε να επενδύσει σε μετοχές όλα της τα χρήματα γιατί πάντα αυτά έχουν ένα ρίσκο.

-Θα πρέπει να επενδύεις μόνο ένα μέρος των χρημάτων σου της είπε, γιατί ενώ υπάρχουν προοπτικές αυτά να αυξηθούν, υπάρχει επίσης και η πιθανότητα να χάσεις ένα ποσό. Έτσι θα πρέπει να είσαι πολύ προσεκτική. Όμως αυτός είναι ένας καλός τρόπος να αυξήσεις το εισόδημά σου και να μπορέσεις να αγοράσεις ένα δικό σου διαμέρισμα. Ο ένας γιος μου είναι χρηματιστής και αν το θέλεις και εσύ θα μπορούσα να του ζητήσω να σε βοηθήσει σε αυτό τον τομέα.

Η Καλλιρόη προβληματίστηκε πολύ πριν αποφασίσει κάτι τέτοιο. Ήταν αρκετά συντηρητική στις επιλογές της σε αυτά τα θέματα, αλλά είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στην Λαίδη και τις συμβουλές της. Με φόβο, θα μπορούσε να πει κανείς, δέχθηκε να επενδύσει 1000 αγγλικές λίρες από αυτά που είχε φυλάξει με τόσους κόπους. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονταν και οι εκατό αγγλικές λίρες που της είχε δώσει η γιαγιά της πριν φύγει από την Κύπρο.

Ο γιος της Λαίδης Raffiel, ήταν εξίσου ευγενικός και σοβαρός με τη μητέρα του. Διαχειρίστηκε το μικρό χρηματικό ποσό της Καλλιρόης με σύνεση και κατάφερε να της εξασφαλίσει ένα μόνιμο επιπλέον εισόδημα, που ανάλογα με τα σκαμπανεβάσματα της αγοράς μπορούσε κάποτε να αυξάνεται κατακόρυφα,  κάποτε να μένει σταθερό και κάποτε να μειώνεται παροδικά. Αυτή η μικρή επένδυση όμως έβγαλε την Καλλιρόη από την κατηγορία των σκληρά εργαζόμενων κοριτσιών χωρίς μέλλον και της δημιούργησε την προοπτική μιας μέτριας οικονομικής άνεσης. Μέχρι και σήμερα, στα ογδόντα τρία της χρόνια, η Καλλιρόη είχε ένα ποσό που το επένδυε στην ίδια εταιρεία και έπαιρνε κάθε χρόνο τα κέρδη της.

Εκείνη τη στιγμή κτύπησε το κουδούνι και έβγαλε την Καλλιρόη από τις σκέψεις της.

-Θα είναι η κυρία Νίκη, σκέφτηκε και ήρθε για να φροντίσει το σπίτι.

Πραγματικά ήταν η κυρία Νίκη που ερχόταν δυο φορές την βδομάδα και φρόντιζε το σπίτι της. Δεν μπορούσε πλέον να κάνει πολλά πράγματα μόνη της. Έτσι αυτή η καλή κυρία την βοηθούσε για να διατηρεί το σπίτι της καθαρό, όπως το είχε πάντοτε στη ζωή της.

Πριν ξεκινήσει τις εργασίες της, η κυρία Νίκη και η Καλλιρόη προγευμάτισαν και ήπιαν μαζί τον καφέ τους. Η σχέση τους ήταν ιδιαίτερα φιλική και η Καλλιρόη βοηθούσε όπως μπορούσε αυτή τη γυναίκα με τις οικονομικές ανάγκες της οικογένειάς της. Έτσι και η κυρία Νίκη την φρόντιζε σαν να ήταν μητέρα  ή γιαγιά της.

Όσο η κυρία Νίκη καθάριζε το σπίτι η Καλλιρόη βγήκε στο κήπο. Ήταν άνοιξη και οι τριανταφυλλιές είχαν αρχίσει να ανθίζουν. Η Καλλιρόη τις περιποιότανε, τις κλάδευε και έκοβε οτιδήποτε ξερό ή άρρωστο έβλεπε στα κλαδιά τους. Μπορούσε να μην είναι σε θέση να κάμει πλέον βαριές εργασίες όμως δεν έπαυε να δραστηριοποιείται όπως μπορούσε. Πίστευε ότι η δουλειά κρατά τον άνθρωπο υγιή και δυνατό.

Όταν τελείωσε την περιποίηση των τριανταφυλλιών της, κάθισε στη βεράντα και άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο. Ήρθε και πάλι στο μυαλό της η Λαίδη Raffiel. Αυτή η γυναίκα ήταν που την εισήγαγε στο κόσμο του βιβλίου και έκαμε τη ζωή της ενδιαφέρουσα μέσα στην μοναχική πραγματικότητα που βίωνε τότε. Θυμήθηκε ότι την εποχή εκείνη το βλέμμα της είχε γίνει και πάλι σκληρό και γκρίζο, κρύβοντας βαθιά μέσα στη ψυχή της το δικό της κόσμο και κρατώντας σε απόσταση τους ανθρώπους γύρω της. Φοβόταν μήπως την βεβηλώσουν με τις ανάλγητες πράξεις τους και τις αδιάφορες συμπεριφορές τους.

Μέσα από τον κόσμο των βιβλίων,  η Καλλιρόη είχε αρχίσει να ανακαλύπτει την μαγεία των λέξεων. Συγχρόνως άρχισε να εντοπίζει την μαεστρία που ο κάθε συγγραφέας χρησιμοποιούσε,  συνδυάζοντάς τις λέξεις μεταξύ τους για να δημιουργήσει εικόνες και να προκαλέσει συναισθήματα. Έκανε μάλιστα και συσχετισμούς με το θέμα που τόσο καλά γνώριζε: τα υφάσματα. Από μόνα τους μπορεί να λένε λίγα, αλλά με τους σωστούς συνδυασμούς υφής και χρωμάτων μπορούσε κάποιος να δημιουργήσει αριστουργήματα. Το ίδιο και με τις λέξεις. Οι σωστοί συνδυασμοί μεταξύ τους μπορούσαν να αιχμαλωτίσουν τον αναγνώστη, ακόμα και να μαλακώσουν τα δικά της γκρίζα μάτια, που συχνά δάκρυζαν διαβάζοντας.

Στην αρχή διάβαζε μόνο αγγλικά βιβλία, αυτά που της έδινε η Λαίδη Raffiel. Σιγά – σιγά όμως κατάλαβε ότι σχεδόν δεν θυμόταν καθόλου τη μητρική της γλώσσα. Εξακολουθούσε να αλληλογραφεί με την φίλη της Ελένη από την Κύπρο και πολλές φορές ήταν σχεδόν αδύνατο να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να γράψει αυτό που ήθελε. Ούτως ή άλλως δεν μιλούσε καθόλου ελληνικά εδώ που ζούσε τώρα. Όταν το διαπίστωσε, πραγματικά τρόμαξε. Ένοιωσε ότι ήταν ένα άτομο χωρίς ταυτότητα και καταγωγή. Δεν το ήθελε καθόλου αυτό.

Κάθισε και άρχισε να σκέφτεται ποια στα αλήθεια ήταν και τι έκανε σε αυτή τη χώρα. Ήξερε ότι ο πατέρας της ήταν Άγγλος. Η ταυτότητά του αποτυπωνόταν στη μορφή της, όμως η ψυχή της ήταν Κυπρία. Είχε γεννηθεί σε εκείνο το όμορφο χωριό στη πλαγιά της οροσειράς του Τροόδους και κάθε πρωί που ξυπνούσε αντίκριζε από μακριά τη θάλασσα. Όσο και αν πόνεσε στα παιδικά και νεανικά της χρόνια, αγαπούσε εκείνο το τόπο. Τον ένιωθε περισσότερο δικό της από το ομιχλώδες τοπίο του Λονδίνου.

-Τότε γιατί ήρθα εδώ; Διερωτήθηκε.

-Ήρθα για ένα καλύτερο μέλλον, απάντησε στον εαυτό της. Η φτώχια που βίωνα και η έλλειψη δικών μου ανθρώπων δεν με κρατούσαν εκεί. Όμως τώρα βαθιά μέσα μου νιώθω τον τόπο μου να με καλεί. Η ψυχή του κάθε ανθρώπου έχει τις ρίζες της εκεί που γεννήθηκε. Φυσικά αυτά που βρήκα εδώ, δουλειά, γνώσεις και ευκαιρίες δεν θα τις εύρισκα ποτέ στο χωριό μου. Αλλά είμαι περισσότερο μόνη από τότε.

Την επόμενη φορά που επισκέφθηκε την οικία των Raffiel, την ώρα που η Λαίδη Raffiel της πρότεινε να πάρουν το τσάι τους μαζί, η Καλλιρόη της είπε τις σκέψεις της. Η καλή αυτή κυρία, που η Καλλιρόη την μακάριζε κάθε μέρα της ζωής της, της είπε τότε:

-Παιδί μου, για κανένα λόγο δεν θα πρέπει να ξεχάσεις την μητρική σου γλώσσα. Ούτε τη χώρα που γεννήθηκες. Εσύ η ίδια θα πρέπει να καθορίσεις την ταυτότητά σου. Και σίγουρα αυτή, είτε το θέλεις, είτε όχι συμπεριλαμβάνει τον τόπο σου, τη γλώσσα σου και την καταγωγή σου. Ξέρω ότι στο κεντρικό Λονδίνο υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο που έχει ελληνικά βιβλία. Θα μάθω την διεύθυνση και θα σου την δώσω. Πρέπει να αρχίσεις να διαβάζεις και στα ελληνικά.

Πραγματικά η Λαίδη βρήκε την διεύθυνση του βιβλιοπωλείου και της την έδωσε. Η Καλλιρόη δεν άργησε να το επισκεφτεί. Το πρώτο πράγμα που αγόρασε ήταν ένα αγγλοελληνικό λεξικό γιατί ήξερε πολύ περισσότερα αγγλικά από ελληνικά. Ο βιβλιοπώλης προσπάθησε πολύ να την βοηθήσει και της πρότεινε βιβλία των Βενέζη, Μυριβήλη και άλλων συγγραφέων της εποχής.

Στην αρχή της ήταν πολύ δύσκολο να τα διαβάσει γιατί υπήρχαν τόσες πολλές άγνωστες λέξεις. Είχε την επιθυμία να αφήσει τα ελληνικά βιβλία και να γυρίσει στα αγγλικά, όμως αντιστάθηκε. Σιγά – σιγά άρχισε να απολαμβάνει αυτή τη γλώσσα που μπορεί να ήταν η μητρική της αλλά ουδέποτε την είχε μάθει καλά. Όταν πλέον διάβαζε χωρίς δυσκολία, εύρισκε μια μαγεία και ένα χορό στις λέξεις και τους ήχους που θεώρησε την αγγλική γλώσσα πολύ φτωχική συγκριτικά.

Με αυτό τον τρόπο η Καλλιρόη ήταν σε θέση να μιλά αλλά και να γράφει άψογα σε δύο γλώσσες. Αυτό την έκανε πολύ περήφανη γνωρίζοντας κυρίως ότι οι Κύπριοι του Λονδίνου μιλούσαν μια φθαρμένη ανάμειξη και των δύο γλωσσών.

Σκέφτηκε και πάλι με τρυφερότητα την Λαίδη Raffiel. Πόσα χρωστούσε σε αυτή τη γυναίκα που της στάθηκε, σαν μητέρα, σαν αδελφή, ακόμα και σαν φίλη. Ουδέποτε έλαβε υπόψη την ταπεινή καταγωγή της και ουδέποτε κράτησε απόσταση μεταξύ τους, έστω και αν τους χώριζαν τόσα πολλά. Ήταν ο φύλακας άγγελος της ζωής της, ήταν η καλή της νεράιδα, σε μια εποχή που ήταν απόλυτα μόνη της στο απέραντο Λονδίνο.

Ένα άλλο θέμα που είχε συζητήσει μαζί της ήταν η καταγωγή της. Για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή της μίλησε για τον Άγγλο πατέρα της.

-Για αυτό μοιάζεις τόσο πολύ με Αγγλίδα, αναφώνησε, όταν το έμαθε. Μήπως παιδί μου γνωρίζεις το όνομα του πατέρα σου; Θα μπορούσαμε να τον ψάξουμε. Υπάρχουν αρχεία για τους στρατιώτες που υπηρέτησαν στη Κύπρο τότε.

-Όχι, το μόνο που ξέρω ήταν ότι λεγόταν Michael. Για αυτό έδωσαν και σε μένα αυτό το επίθετο. Στην Κύπρο συνηθίζεται τα παιδιά να παίρνουν για επίθετο το μικρό όνομα του πατέρα τους. Η μητέρα μου δεν ήθελε να μιλά για αυτό και έτσι εγώ ποτέ δεν την πίεσα. Δεν νομίζω να υπάρχει καμία πιθανότητα να τον βρούμε. Και από την άλλη, τι νόημα έχει τώρα πια; Όταν τον χρειαζόμουν δεν ήταν ποτέ εκεί.

-Θα ήταν όμως καλό για σένα να βρεις και να γνωρίσεις τα αδέλφια σου. Ξέρω πόσο μόνη είσαι. Πες μου λίγα στοιχεία: χρονολογία, τοποθεσία και ότι άλλο γνωρίζεις.

Δυστυχώς η ίδια δεν γνώριζε πολλά. Της είπε μόνο την ημερομηνία γέννησής της και την πόλη της Λεμεσού. Η Λαίδη δεν επανήλθε ποτέ πάντως σε σχέση με το θέμα αυτό. Ίσως να μην βρήκε τίποτε, ίσως αν βρήκε να μην ήθελαν να την γνωρίσουν. Πάντως δεν άλλαξε τίποτε στη ζωή της μετά από αυτή τη συζήτηση.

Εκείνη τη στιγμή άκουσε την κυρία Νίκη να την φωνάζει. Κάποιος τη ζητούσε στο τηλέφωνο. Επέστρεψε στο σπίτι και φυσικά ήταν η αγαπημένη της Καλλιρόη.

-Θεία Κάλλη, αύριο το μεσημέρι θα περάσω να σε πάρω, να κατεβούμε στη θάλασσα για γεύμα. Φόρεσε τα ωραία σου ρούχα, για να καμαρώνω και εγώ δίπλα σου.

-Καλά τρελοκόριτσο, της απάντησε. Θα είμαι έτοιμη γύρω στη μια.

-Ο νέος μου καλός άγγελος, σκέφτηκε. Και χαμογέλασε τρυφερά.

 

Κεφάλαιο 6

 Το θέατρο

Η θεία Κάλλη και η Καλλιρρόη η νεότερη κάθισαν σε ένα τραπεζάκι σε ένα παραλιακό κέντρο. Οι τουρίστες που βρίσκονταν εκεί καθώς και οι ντόπιοι γύρισαν να τις κοιτάξουν. Παρουσίαζαν ένα εντυπωσιακό θέαμα. Η θεία Κάλλη ντυμένη σαν Αγγλίδα αριστοκράτισσα και η Καλλιρρόη να λάμπει από νιάτα, ζωντάνια, χαμόγελα και ερωτισμό. Ήταν μια σπάνια εικόνα για το παραλιακό κεντράκι.

Μόλις κάθισαν η θεία Κάλλη εντόπισε την μυρωδιά του ψαριού που ερχόταν από την κουζίνα.  Αμέσως ήρθε στη μνήμη της το διαμέρισμα που είχαν με την Ελπίδα πάνω από το φισιάδικο στο Camden Town  στο Λονδίνο. Η διαφορά ήταν ότι εκεί αυτή η μυρωδιά ήταν τόσο άσχημη που ήθελες να την απαλλαγείς, ενώ εδώ πλάι στη θάλασσα και το κύμα ταίριαζε τόσο πολύ!

-Ξέρεις Καλλιρρόη μου, κάποτε με την φίλη μου την Ελπίδα μέναμε σε ένα διαμέρισμα πάνω από ένα φισιάδικο και το μεγαλύτερο πρόβλημα που είχαμε ήταν η μυρωδιά του τηγανητού ψαριού. Εδώ η ίδια μυρωδιά σου ανοίγει την όρεξη. Ακόμα και οι μυρωδιές έχουν τον χρόνο τους και τον τόπο τους. Σαν όλα μέσα στη ζωή.

-Αλήθεια, για αυτή τη φίλη σου μου έχεις μιλήσει πολλές φορές. Έχετε διατηρήσει επαφή;

-Δυστυχώς όχι. Όταν η Ελπίδα παντρεύτηκε και έφυγε για το Μάντσεστερ για λίγο καιρό είχαμε αλληλογραφία, μετά όμως εκείνη σταμάτησε. Είχε εν τω μεταξύ αποκτήσει και μια κόρη και ίσως να μην εύρισκε χρόνο, δεν ξέρω τον πραγματικό λόγο. Όταν έφυγα από το Camden Town, μια περίοδο που ήμουν μόνη και μου έλειπε πολύ της ξανάγραψα. Το γράμμα όμως επέστρεψε πίσω με την ένδειξη «Άγνωστος». Πιθανότατα άλλαξε διεύθυνση, ποιος ξέρει;

-Δεν την έψαξες ποτέ ξανά;

-Μα πώς; Δεν είχα κανένα στοιχείο για το πού έμενε.

-Θα ήθελες να την ξαναδείς;

-Φυσικά θα ήθελα. Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ με ποιο τρόπο θα μπορούσα να την βρω.

-Θεία Κάλλη, ζούμε στη ψηφιακή εποχή! Όλα είναι δυνατά! Πες μου μερικά στοιχεία και θα ψάξω εγώ.

-Τι να σου πω; Δεν ξέρω και πολλά πράγματα. Το όνομά της ήταν Ελπίδα, Ηλία νομίζω ήταν το επίθετο, καταγόταν από την Λάρνακα. Το όνομα του άντρα της ήταν, αν θυμάμαι καλά, Γιάννης και καταγόταν από την Πάφο. Το επίθετο δεν το θυμάμαι, αλλά ούτε και το χωριό του.

Η Καλλιρρόη εν τω μεταξύ σημείωνε τις πληροφορίες που της έδινε η Κάλλη στο σημειωματάριο του κινητού της τηλεφώνου.

-Πότε γεννήθηκε; Πώς έλεγαν την κόρη της; Θυμάσαι τα ονόματα των γονιών της;

-Πρέπει να είχαμε περίπου την ίδια ηλικία, δηλαδή να είχε γεννηθεί γύρω στο 1940. Α! τώρα θυμάμαι, νομίζω τα γενέθλιά της ήταν στις 25 Δεκεμβρίου 1940, 1941 ή 1939. Κάπου εκεί. Την κόρη της την ονόμασε Μαρία, όπως λεγόταν η μητέρα της και ο πατέρας της πρέπει να λεγόταν Ηλίας .Δεν θυμάμαι κάτι άλλο.

-Όταν λες ότι καταγόταν από τη Λάρνακα, εννοείς την πόλη ή κανένα χωριό;

-Όχι από την πόλη της Λάρνακας, την Σκάλα. Δεν μου λες όμως, πώς θα την βρεις; Θα βάλεις αγγελία στην εφημερίδα;

-Όχι φυσικά! Σήμερα υπάρχει το Facebook! Όλους τους βρίσκεις εκεί.

-Και εσύ νομίζεις ότι η Ελπίδα θα έχει Facebook;

-Δεν έχει σημασία αν η Ελπίδα έχει Facebook, πιθανότητα να έχουν τα παιδιά της ή τα εγγόνια της. Κάποιος που την ξέρει τελοσπάντων!

-Μακάρι να την βρεις παιδί μου. Τι να πω;

Εκείνη τη στιγμή τους έφεραν το φαγητό που παρήγγειλαν και η Καλλιρρόη, η θεία, μύρισε το φρέσκο ψάρι για ακόμα μια φορά. Πόσο διαφορετική αίσθηση της δημιουργούσε τώρα από τότε στο φισιάδικο του κυρίου Χρίστου! Άρχισαν να απολαμβάνουν το φαγητό τους, συνεχίζοντας την κουβέντα τους.

-Πες μου θεία Κάλλη, προχθές στο σπίτι σου άρχισες να μου μιλάς για τη ζωή σου όταν βρήκες την καινούργια δουλειά σε εκείνο το εργοστάσιο και ράψατε νυμφικό και ρούχα για εκείνο τον αριστοκρατικό γάμο. Τι έγινε μετά;

-Ναι, τότε η ζωή μου είχε αλλάξει εντελώς. Η δουλειά μου ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και μου άρεσε, αλλά ήμουν μόνη, δεν είχα φίλους που να ταιριάζουμε και ο μόνος άνθρωπος που εμπιστευόμουν ήταν η γιαγιά της Alison – της νύμφης για την οποία ράψαμε το νυμφικό – η Λαίδη Raffiel.

-Αυτή η γυναίκα λοιπόν με βοήθησε να οργανώσω τα οικονομικά μου, με σύστησε στο γιο της που ήταν χρηματιστής και με την βοήθειά του άρχισα να επενδύω μέρος των χρημάτων μου, κερδίζοντας ένα καλό εισόδημα, πέραν από το μισθό μου. Εν τω μεταξύ ο μισθός μου αυξανόταν χρόνο με τον χρόνο, γιατί τα αφεντικά μου δεν ήθελαν με τίποτε να με χάσουν. Γύρω στα 1967 – 68, αφυπηρέτησε και η κυρία Jones και έτσι εγώ πήρα τη θέση της.

-Με την βοήθεια και τις γνωριμίες της Λαίδης Raffiel, κατάφερα να αγοράσω ένα διαμέρισμά σε μια πολύ καλή περιοχή του Λονδίνου, που σήμερα αξίζει μια περιουσία. Τότε φυσικά ήταν πολύ πιο φτηνό. Παράλληλα, όσο καιρό έραβα ρούχα για τις πλούσιες Αγγλίδες ξεσήκωνα τα μοντέλα και έραβα αντίστοιχα ρούχα και για μένα, με κάποιες μετατροπές για να μην φαίνονται τα ίδια και να κατηγορηθώ για αντιγραφή. Όμως δεν είχα πού να τα φορέσω.

-Καλά θεία, δεν είχες φίλες; Δεν έβγαινες έξω;

-Όχι παιδί μου. Ήμουν πολύ μόνη μου, Δούλευα, διάβαζα πολύ, πήγαινα κανένα σινεμά, περιπάτους στα πάρκα του Λονδίνου, όμως εκείνα τα ρούχα δεν μπορούσα να τα φορέσω εκεί. Η μόνη φίλη μου εκείνη την εποχή ήταν η Λαίδη Raffiel, όσο παράξενο κι αν ακούγεται αυτό.

-Στην πραγματικότητα είχαμε κάτι κοινό. Και εκείνη ήταν μόνη της. Ο σύζυγός της είχε πεθάνει προ πολλού. Τα παιδιά της και τα εγγόνια της ήταν απορροφημένα στις δικές τους ασχολίες και τη δική τους κοινωνική ζωή, που κανείς δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί μαζί της. Η ίδια ήταν άνθρωπος πολύ πνευματικός και οι κοινωνικές συνήθειες του περιβάλλοντός της δεν την ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Για εκείνη εγώ ήμουν ένα άπλαστο ζυμάρι που θα μπορούσε να το διαμορφώσει σε μια κυρία της αριστοκρατίας. Και αυτό έκανε όσο καλύτερα μπορούσε.

-Από την άλλη εγώ διψούσα για μάθηση, διψούσα για γνώση, εκλιπαρούσα σχεδόν για καθοδήγηση. Έτσι ταιριάξαμε οι δυο μας πολύ. Το μόνο που δεν υπολογίσαμε, ούτε η μια, ούτε η άλλη ήταν ότι και να γινόταν, μέσα στη δική μου καρδιά φώλιαζε ο σπόρος που μου είχαν φυτέψει στα παιδικά μου χρόνια: ότι εγώ ήμουν υποδεέστερη από τους άλλους. Και αυτό το πλήρωσα αργότερα στη ζωή μου. Πολύ ακριβά μάλιστα.

-Όμως ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά. Στην αρχή οι συναντήσεις μας γίνονταν όποτε με έστελναν από τη δουλειά μου για να ετοιμάσω κάποιο φόρεμα για τις κυρίες της οικογένειας. Αργότερα η Λαίδη με καλούσε που και που για να πάρουμε μαζί τσάι και να κουβεντιάσουμε. Αυτές οι επισκέψεις με ευχαριστούσαν πολύ. Πάντοτε εκείνη είχε διάθεση να διδάξει και εγώ διάθεση να μαθαίνω.

-Μια μέρα μου πρότεινε να πάμε μαζί στο θέατρο να παρακολουθήσουμε μια παράσταση. Εγώ ενθουσιάστηκα. Δεν είχα πάει ποτέ μου στο θέατρο! Φυσικά δέχθηκα αμέσως. Θα ήταν ένα έργο του Σαίξπηρ. Αν δεν κάνω λάθος «Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα». Μου έδωσε μάλιστα ένα κείμενο να διαβάσω ώστε να μπορέσω να το παρακολουθήσω χωρίς δυσκολία.

-Την ημέρα που θα πηγαίναμε εγώ δοκίμασα όλα τα ρούχα που είχα ράψει και δεν είχα φορέσει ποτέ, μέχρι να επιλέξω το κατάλληλο, μακιγιαρίστηκα, όπως είδα να μακιγιάρουν οι επαγγελματίες τις κυρίες της αριστοκρατίας και έγινα αγνώριστη. Μέχρι και εγώ εντυπωσιάστηκα από το αποτέλεσμα!

-Όταν ήρθαν με τον σοφέρ της να με πάρουν, ξαφνιάστηκαν και οι δύο ευχάριστα με την εμφάνισή μου. Έμοιαζα με Αγγλίδα αριστοκράτισσα. Είδα στα μάτια της Λαίδης την επιδοκιμασία και ήμουν πολύ χαρούμενη.

-Η πρώτη μου εντύπωση από το θέατρο, ήταν για το ίδιο το οίκημα. Ήταν ένα παλιό κτίσμα, με βελούδινα καθίσματα, εξώστες, θεωρεία, ξυλόγλυπτη διακόσμηση και γενικά μια μεγαλοπρέπεια που εγώ δεν είχα ξαναδεί. Όταν καθίσαμε και διαπίστωσα ότι στο μπροστινό κάθισμα είχε κάτι μικρά κιάλια για να μπορούμε να βλέπουμε τους ηθοποιούς από κοντά, ενθουσιάστηκα σαν μικρό παιδί. Τα πήρα στα χέρια μου και σχεδόν όλη την παράσταση την παρακολούθησα μέσα από αυτά.

-Η τραγικότητα της ιστορίας της παράστασης, με συγκίνησε και έκλαψα τόσο πολύ στο τέλος, που σχεδόν κατάστρεψα το μακιγιάζ μου. Έτσι περίπου ξεκίνησε το ταξίδι μου στο κόσμο του θεάματος και του πολιτισμού. Ένα ταξίδι που κράτησε πολλά χρόνια.

-Δηλαδή ξαναπήγατε με τη Λαίδη στο θέατρο;

-Φυσικά πήγαμε. Είχα γίνει η μόνιμη συνοδός της. Παντού πηγαίναμε μαζί. Στο θέατρο, στην όπερα, σε συναυλίες κλασσικής μουσικής. Τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα παρακολουθούσαμε παραστάσεις κάθε είδους. Ήταν μια πολύ ευτυχισμένη περίοδος της ζωής μου.

-Καλά, εσύ δεν προτιμούσες να βγαίνεις με συνομήλικές σου, να πηγαίνεις σε δισκοθήκες, κλαμπ κλπ.;

-Όχι. Προτιμούσα τις εξόδους με τη Λαίδη. Αφενός μου άρεσαν αυτού του είδους οι παραστάσεις, αλλά και η παρουσία της Λαίδης μου παρείχε ένα πέπλο ασφάλειας από κάθε τι κακό. Ποτέ δεν είχα κάτι τέτοιο στη ζωή μου. Η αίσθηση ότι ήμουν προστατευμένη από την κακία και την κριτική της κοινωνίας ήταν για μένα πρωτόγνωρη. Είχα μεγαλώσει με μια μητέρα περιφρονημένη και το δίδαγμα της ήταν πάντοτε:

-Μην δείχνεις ποτέ τα συναισθήματά σου στους άλλους. Μην τους δίνεις τέτοια χαρά.

-Από τότε είχαν παγώσει τα μάτια μου, και πίσω από το γκρίζο χρώμα τους έκλεισαν τη πόρτα της ψυχής μου.

-Με την Λαίδη τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Αρχικά με τον τρόπο που ντυνόμουν και συμπεριφερόμουν κανείς δεν μπορούσε να υπολογίσει ότι ήμουν απλά μια μοδίστρα σε ένα εργοστάσιο. Από την άλλη, όταν συναντούσαμε γνωστούς της Λαίδης, αυτή με σύστηνε ως Κάλλη Μισιέλ, κάνοντας μια αόριστη αναφορά ότι δραστηριοποιούμαι  στο χώρο της μόδας.

-Πολλές φορές γελούσαμε αργότερα, όταν οι διάφορες κυρίες, συνηθισμένες να υποκρίνονται ότι θυμόντουσαν όποιο τους μιλούσε, κάνοντας αόριστες αναφορές σε προηγούμενες συναντήσεις, που ποτέ δεν υπήρξαν, έκαναν το ίδιο και με μένα.

Α ναι, έλεγαν, σας θυμάμαι από την τάδε επίδειξη μόδας. Τι κάνετε; Είστε καλά; Υπέροχο το μοντελάκι που φοράτε. Από που το πήρατε;

-Και εγώ τότε απαντούσα γεμάτη μυστήριο: ήταν παραγγελία ειδικά για μένα.

-Αν όμως συναντούσαμε καμία πιο έξυπνη κυρία, που δεν θα την ικανοποιούσαν τέτοιες αόριστες απαντήσεις, η Λαίδη εύρισκε αμέσως μια δικαιολογία και με έπαιρνε και φεύγαμε. Έτσι εγώ ένιωθα ασφάλεια μαζί της. Ήξερα ότι δεν θα μπορούσε να εκτεθώ.

-Αυτό το παιχνίδι της αριστοκράτισσας είχε αρχίσει να μου αρέσει. Κατάλαβα τότε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι το ίδιοι ανασφαλείς και γεμάτοι ελαττώματα. Αυτά δεν αλλάζουν ούτε με την κοινωνική τάξη, ούτε με τα πλούτη, ούτε με την μόρφωση. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι φτωχοί έχουν συχνά κόμπλεξ κατωτερότητας και οι πλούσιοι κόμπλεξ ανωτερότητας. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις είναι κόμπλεξ.

Η Καλλιρρόη η νεότερη γέλασε με την παρατήρηση της ηλικιωμένης κυρίας.

-Σοφά το έθεσες θεία Κάλλη! Το θέμα είναι κάποιος να μην έχει κόμπλεξ! Σαν την φίλη σου την Λαίδη. Πρέπει να ήταν σπουδαία γυναίκα, όπως μου την περιγράφεις.

-Ναι, ήταν η πιο υπέροχη γυναίκα που γνώρισα στη ζωή μου. Και είμαι πολύ τυχερή που βρέθηκε στο δρόμο μου.

-Λες θεία να είναι τυχαία όλα αυτά; Όλοι δηλαδή οι άνθρωποι που συναντούμε στη ζωή μας και μας επηρεάζουν, έρχονται τυχαία ή είναι η μοίρα μας να τους συναντήσουμε;

-Ποτέ δεν ήμουν καλή σε τέτοιες απαντήσεις Καλλιρρόη μου. Εκείνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι η ζωή μου είχε πάρει πολλά στη παιδική μου ηλικία και ίσως χρωστούσε να μου προσφέρει κάτι αργότερα. Από την άλλη όμως είναι και θέμα επιλογής. Την ίδια εποχή που είχα γνωρίσει την Λαίδη Raffiel, είχα γνωρίσει και τις κοπέλες από το εργοστάσιο που σύχναζαν στις μπυραρίες και τις δισκοθήκες. Εγώ – παρά το νεαρό της ηλικίας μου – επέλεξα να κάνω παρέα με τη Λαίδη. Θα μπορούσε να διαλέξω το αντίθετο. Ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα σε αυτή τη περίπτωση, κανείς δεν ξέρει.

-Έχεις δίκαιο. Όταν πάρουμε ένα δρόμο στη ζωή, ποτέ δεν ξέρουμε πού θα μας οδηγούσε ο άλλος που δεν πήραμε

Και συμπλήρωσε χαρούμενα:

-Βλέπεις όμως θεία ότι και εγώ επιλέγω εσένα, αντί τους θορυβώδεις φίλους μου.

-Εσύ κρατάς ισορροπίες. Βγαίνεις με τους φίλους σου, αλλά κάνεις παρέα και μαζί μου. Ίσως αυτό να είναι το καλύτερο. Εγώ ενεργούσα μονοδιάστατα.

-Αλήθεια, όλα αυτά τα χρόνια που μου περιγράφεις δεν είχες επισκεφθεί ποτέ την Κύπρο; Δεν μου ανέφερες ποτέ κάτι τέτοιο.

-Πάντοτε αλληλογραφούσα με την γιαγιά σου και μάθαινα τα νέα της Κύπρου. Με την κατάσταση που επικρατούσε εδώ, με τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των κατοίκων – Μακαριακοί και Γριβικοί – αν έχεις υπόψη σου, δεν μου έκανε κανένα κέφι να επιστρέψω. Εξ άλλου κανείς δεν με περίμενε εδώ. Ούτε πού να μείνω δεν είχα. Το σπίτι που έμενα με την μητέρα μου, λόγω χρόνων εγκατάλειψης, είχε γίνει ακατοίκητο. Για πρώτη φορά επισκέφθηκα την Κύπρο το 1980.

-Πολλά χρόνια από τότε που έφυγες!

-Ναι, περισσότερα από είκοσι.

-Και πώς το αποφάσισες;

-Ένα μεγάλο ορόσημο στη ζωή μου ήταν το πραξικόπημα και η εισβολή των Τούρκων στη Κύπρο το 1974. Δεν μπορώ να σου πω πόσο ξέσκισαν την καρδιά μου αυτά τα δύο γεγονότα. Ξαφνικά άρχισα να έχω άλλες προτεραιότητες. Πήγα ξανά στο Camden Town, συνάντησα ανθρώπους από την κυπριακή κοινότητα και άρχισα να δραστηριοποιούμαι στο να υποστηρίξουμε τους Κύπριους πρόσφυγες που έφταναν καθημερινά στο Λονδίνο. Μαζεύαμε ρούχα, τρόφιμα, προσπαθούσαμε να τους βρούμε στέγη, δουλειά, να τους βοηθήσουμε με τις διαδικασίες των Βρεττανών που δεν τους ήθελαν να μείνουν, οργανώναμε συναυλίες για συλλογή χρημάτων και ότι φανταστείς. Μέσα σε αυτή την αναμπουμπούλα εγώ είχα ξεχάσει και τα προβλήματά μου και τις ανασφάλειες μου.

-Για κάποιο χρονικό διάστημα μάλιστα, είχα φιλοξενήσει στο σπίτι μου ένα νεαρό ζευγάρι από την Κερύνεια. Η κοπέλα ήταν έγκυος και γέννησε το πρώτο της παιδί εκεί. Δεν μπορείς να φανταστείς τη χαρά μου για τη γέννηση αυτού του παιδιού. Αυτό το ζευγάρι μου μιλούσε συχνά για την πατρίδα και άρχισα και εγώ να αισθάνομαι ότι ήμουν μια ξενιτεμένη στη χώρα που ζούσα. Έτσι το 1980 αποφάσισα να επιστρέψω για πρώτη φορά.

-Πόσο θα ήθελα να μου μιλήσεις για όλα αυτά! Όμως θα πρέπει σιγά – σιγά να πάρουμε το καφέ μας και να φύγουμε. Έχω μια δουλειά το απόγευμα. Αν πάνε όλα καλά, θα σου έχω μία έκπληξη.

-Τι έκπληξη;

-Αν σου πω δεν θα είναι έκπληξη.

Έτσι οι δύο γυναίκες, η ηλικιωμένη και η νέα, που λέγονταν και οι δύο Καλλιρρόη, τελείωσαν το γεύμα τους και σηκώθηκαν να φύγουν. Οι πελάτες του εστιατορίου σήκωσαν το βλέμμα και τις κοίταξαν. Δεν μπορούσαν να αποφασίσουν ποια ήταν από τις δυο ήταν η πιο εντυπωσιακή. Και οι δυο εξέπεμπαν φως και δύναμη.

 

Κεφάλαιο 7

Το διαδίκτυο

Πέρασαν μερικές μέρες από το γεύμα που είχαν οι δύο γυναίκες με το όνομα Καλλιρρόη στο παραλιακό εστιατόριο και η  Καλλιρρόη η νεότερη δεν είχε επικοινωνήσει καθόλου με την γηραιότερη. Η θεία Κάλλη καθόταν στο κήπο, κρατώντας ένα βιβλίο στα χέρια της και σκεφτόταν την νεαρή φίλη της. Καταλάβαινε ότι δεν θα ήταν δυνατό το κορίτσι να ασχολείται συνεχώς μαζί της. Όμως μέσα της ένοιωθε μια εξάρτηση από την ενέργεια που εξέπεμπε εκείνη. Τώρα πια, στα ογδόντα τρία χρόνια της, οι δικές της δυνάμεις είχαν ατονήσει και είχε ανάγκη από νέους γύρω της. Έπαιρνε και αυτή κάτι από την ζωντάνια της ψυχής τους.

Αναστέναξε και γύρισε και πάλι στις σελίδες του βιβλίου της, αν και ήταν αρκετά αφηρημένη για να συγκεντρωθεί στο διάβασμα. Άρχισε να αναπολεί τη πρώτη φορά που επέστρεψε στη Κύπρο το 1980, μετά από απουσία περίπου είκοσι δύο χρόνων. Είχε κλείσει δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο στη Λεμεσό, αφού δεν είχε πού να μείνει στο χωριό. Θες από ματαιοδοξία, θες από δίψα για δικαίωση, είχε φέρει μαζί της όλα τα υπέροχα μοντέλα που είχε ράψει για την ίδια και τα φορούσε σε όλες τις επισκέψεις της στο χωριό.

Αρχικά επισκεπτόταν μόνο τη φίλη της την Ελένη με την οποία διατηρούσε, όλα τα χρόνια που έλειπε, αλληλογραφία. Τόσο σύντομα μετά τον πόλεμο του 1974, οι περισσότεροι άνθρωποι στην Κύπρο ήταν φτωχοί και χιλιάδες ήταν οι πρόσφυγες που έμεναν σε καταυλισμούς. Έτσι η ιδία, ντυμένη τόσο σικ και προσεγμένα, προξενούσε μεγάλη εντύπωση. Μερικές φορές ένοιωθε άβολα, σαν να ήθελε να προκαλέσει, όμως το αποτέλεσμα εξέπληξε και την ίδια. Οι συγχωριανοί της την καλωσόριζαν και της μιλούσαν πολύ φιλικά όταν την έβλεπαν στο δρόμο, σάμπως και δεν ήταν το παιδί που περιφρονούσαν τόσο απροκάλυπτα τα παλιά τα χρόνια.

Η μεγαλύτερή της έκπληξη όμως ήταν κάποιες ξαδέλφες της, που δεν της είχαν ποτέ μιλήσει όταν ήταν μικρές, τώρα την καλωσόριζαν θερμά και την προσκαλούσαν στο σπίτι τους για γεύμα. Μάλιστα επέμεναν τόσο πολύ, που αναγκαζόταν να πάει. Η αλήθεια είναι ότι μέσα της ένοιωθε ένα θρίαμβο για όλα αυτά, έστω και αν ήξερε ότι το μόνο που είχε αλλάξει πάνω της ήταν τα ρούχα που φορούσε. Είχε επιβεβαιώσει ακόμα μία φορά ότι εκείνο που κερδίζει τους ανθρώπου είναι η εικόνα και όχι η ουσία. Ειρωνικό, αλλά μια πραγματικότητα.

Το αποκορύφωμα της όλης αλλαγής που επήλθε, ήταν όταν άρχισαν να της κάνουν προξενιά. Οι ξαδέλφες της, όταν την καλούσαν για γεύμα, καλούσαν δήθεν τυχαία και ένα άνδρα γνωστό τους, που είτε ήταν χήρος  είτε είχε ξεμείνει σαν την ίδια και δεν είχε παντρευτεί, προσπαθώντας να τους ταιριάξουν. Η Καλλιρρόη κάποτε γελούσε, κάποτε θύμωνε.

-Ίσως να σκέφτονται ότι είμαι πλούσια, συμπέραινε τότε.

Και έφερνε στο νου της, τα λόγια της γιαγιάς της την τελευταία μέρα που θα έφευγε από το χωριό:

-Αφού κόρη μου αποφάσισες να φύγεις, να πας στο καλό. Εδώ στο χωριό μας κανείς δεν πρόκειται να σε παντρευτεί. Εκεί που δεν σε ξέρουν, ίσως να βρεις κάποιο να σε πάρει…

-Και όμως τώρα πια, σκέφτοταν, πολλοί από αυτό το χωριό θα ήθελαν να με πάρουν.

Όμως η ίδια δεν ενδιαφερόταν για αυτά τα προξενιά. Μάλλον την ενοχλούσαν. Ήταν ευχαριστημένη από τη ζωή της στο Λονδίνο. Είχε πια καταξιωθεί στο τομέα της, είχε ένα καλό μισθό, έβγαζε και κάποια χρήματα από τις επενδύσεις που είχε κάνει παλιά – ας ήταν καλά η μακαρισμένη η Λαίδη Raffiel  που την είχε καθοδηγήσει. Πρόσφατα μάλιστα, οι ιδιοκτήτες της εταιρείας που δούλευε, της είχαν προτείνει να της δώσουν 10% των μετοχών, ώστε να είναι βέβαιοι ότι δεν θα φύγει από κοντά τους. Έτσι, δεν είχε καμία διάθεση να εγκλωβιστεί σε ένα συμβατικό γάμο.

Εκείνο το πρώτο ταξίδι στη Κύπρο ήταν που την έκαμε να αποφασίσει να κτίσει ένα δικό της σπίτι στο χωριό για να έχει κάπου να μένει, όταν θα ερχόταν εδώ. Η αλήθεια ήταν ότι δεν την είχαν σαγηνεύσει οι φιλικές συμπεριφορές των συγχωριανών της. Πέραν από την ικανοποίηση που ένοιωθε, που ομολογουμένως είχε και ένα στοιχείο θριάμβου, δεν σήμαιναν τίποτε για αυτή. Ήταν άλλοι οι λόγοι που την έκαναν να θέλει να έρχεται στη Κύπρο.

Παρά τις επαγγελματικές της επιτυχίες στο Λονδίνο, δεν είχε κανένα δικό της άνθρωπο εκεί. Όλες οι γνωριμίες της, ακόμα και οι έξοδοί της, είχαν να κάνουν με τη δουλειά της. Είχε χάσει και κάθε επαφή με την Ελπίδα, που ήταν η μόνη πραγματική φίλη που είχε, έτσι της απέμενε στο κόσμο μόνο η φίλη της η Ελένη και η οικογένειά της. Ήθελε να δεθεί περισσότερο μαζί τους, έτσι για να νοιώθει ότι και αυτή ανήκει κάπου.

Από την άλλη της έλειπε το τοπίο του χωριού της, η θέα της θάλασσας, ο ήλιος που μπορεί να σου κάψει το πρόσωπο, αλλά συνάμα να ζεστάνει την καρδιά σου. Επιθυμούσε να είναι μέρος αυτού του κόσμου, που ήθελε να αποκαλεί πατρίδα. Εκείνο το ζευγάρι από την Κερύνεια που είχε φιλοξενήσει το 1974, την έμαθαν ότι είναι σημαντικό ο άνθρωπος να έχει πατρίδα και να την αγαπά.

Έτσι ανάθεσε στο σύζυγο της Ελένης, που ήταν κτίστης, την κατασκευή μιας κατοικίας εκεί που ήταν το σπίτι που είχε ζήσει με την μητέρα της. Εκείνος βρήκε τον αρχιτέκτονα, εκείνος έβγαλε τις άδειες, εκείνος το έκτισε. Η Καλλιρρόη απλά του έστελνε χρήματα, όποτε της ζητούσε. Αυτός ο φτωχός άνθρωπος, που με δυσκολία τα έβγαζε πέρα εκείνους τους δύσκολους καιρούς, φύλαγε όλες τις αποδείξεις για ότι πλήρωνε, μήπως νομίσει η Καλλιρρόη ότι ήθελε να την γελάσει.

-Οι φτωχοί έχουν περισσότερο φιλότιμο, σκέφτηκε. Είναι οι πλούσιοι ή καλύτερα οι επίδοξοι πλούσιοι που προσπαθούν να σε γελάσουν.

Εκείνη τη στιγμή κτύπησε το τηλέφωνο και την έβγαλε από τον ειρμό των αναμνήσεών της. Όταν το απάντησε άκουσε τη χαρούμενη φωνή της Καλλιρρόης:

-Θεία Κάλλη, θα είσαι το απόγευμα στο σπίτι; Μπορώ να περάσω να σε δω; Σου έχω μια έκπληξη.

-Βέβαια θα είμαι στο σπίτι. Περιμένω με αγωνία την έκπληξη!

Το απόγευμα που ήρθε η Καλλιρρόη κρατούσε στα χέρια της τον ηλεκτρονικό της υπολογιστή.

-Έλα να καθίσουμε εδώ στο σαλόνι, είπε στη θεία Κάλλη. Θέλω να δεις κάτι.

Η ηλικιωμένη κυρία την ακολουθήσε και η Καλλιρόη έβαλε τον υπολογιστή σε ένα τραπεζάκι και απέναντι δύο καρέκλες. Στη μια είπε στη θεία Κάλλη να καθίσει και στην άλλη κάθισε η ίδια.

Η θεία Κάλλη υπάκουσε, περιμένοντας με αγωνία να καταλάβει πού θα οδηγούσε όλη αυτή η διαδικασία. Η ίδια δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με αυτό το μοντέρνο τρόπο επικοινωνίας και πληροφόρησης. Από τη μια το θαύμαζε από την άλλη το φοβόταν. Έβλεπε ότι είχε απεριόριστες δυνατότητες αλλά από την άλλη ξεπερνούσε τον άνθρωπο και τον κόσμο που για αιώνες προσδιόριζε το χώρο μέσα στον οποίο μπορούσε να κινηθεί. Έμοιαζε σαν να εισέβαλε σε μια πνευματική διάσταση και έφερνε μπροστά σου όλη τη γνώση μαζεμένη, αλλά ενεργούσε ασύδοτα, χωρίς φραγμούς. Ήταν, κατά τη γνώμη της, ένα επικίνδυνο παιχνίδι.

Η Καλλιρρόη η νεότερη κινούσε τα δάκτυλά της επιδέξια πάνω στο πληκτρολόγιο και η οθόνη του υπολογιστή άλλαζε εικόνες με ταχύτητα. Σε λίγο η θεία Κάλλη άκουσε ένα θόρυβο σαν να κτυπούσε ένα κουδούνι. Αμέσως εμφανίστηκε μπροστά τους μία κοπέλα που χαιρέτησε την Καλλιρόη στα αγγλικά:

-Hello Kalliroe! Glad to see you again!

Η Καλλιρόη η νεότερη την χαιρέτησε το ίδιο φιλικά και την ρώτησε:

-Is your grandmother there?

-Say hello grandmother.

Στην οθόνη εμφανίστηκε μια ηλικιωμένη κυρία που κοίταζε το ίδιο έκπληκτη με την θεία Κάλλη τα πρόσωπα που έβλεπε απέναντί της. Ήταν φανερό ότι ούτε και εκείνη είχε γνώση του τι συνέβαινε. Ξαφνικά η Καλλιρρόη, η θεία, αναγνώρισε πίσω από τα ρυτιδιασμένα μάτια και το γερασμένο πρόσωπο την φίλη της, την Ελπίδα.

-Θεέ μου πόσο γέρασε! Σκέφτηκε. Μήπως εγώ είμαι καλύτερη; Έχουν περάσει σχεδόν εξήντα χρόνια από τότε!

Μεγαλόφωνα όμως αναφώνησε:

-Ελπίδα, είσαι η Ελπίδα δεν είναι έτσι; Αγαπημένη μου Ελπίδα, θα σπάσει η καρδιά μου από τη χαρά που σε βλέπω!

Η Ελπίδα όμως δεν μπορούσε να μιλήσει. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της ασταμάτητα και με τα χέρια της δοκίμαζε να αγγίξει τον υπολογιστή, νομίζοντας ότι θα μπορούσε να αγκαλιάσει τη φίλη της. Η Καλλιρρόη ήταν το ίδιο συγκινημένη, αλλά προσπαθούσε να συγκρατηθεί. Ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει με την Ελπίδα, να σμικρύνει το διάστημα των εξήντα χρόνων που τις χώριζε.

Γύρισε με αγωνία και ρώτησε την Καλλιρρόη τη νεότερη:

-Πόση ώρα μπορούμε να μιλήσουμε;

-Όση ώρα θέλετε. Εγώ πάω στη κουζίνα να φτιάξω τσάι και εσείς πείτε τα. Θα την πάρουμε ξανά μην ανησυχείς. Όσες φορές χρειαστεί.

Όταν άρχισαν να μιλούν οι δύο ηλικιωμένες φίλες, ένας χείμαρρος λόγων και πληροφοριών ανταλλασσόταν μεταξύ τους που ήταν δύσκολο να τις αφομοιώσουν. Εκείνο όμως που ήταν εντυπωσιακό ήταν ότι η απόσταση των εξήντα χρόνων είχε εκμηδενιστεί, καθώς και τα χιλιόμετρα που τις χώριζαν. Η ίδια αγάπη και κατανόηση τις συνέδεε και πάλι μέσα από την οθόνη του υπολογιστή.

Η Καλλιρρόη η νεότερη, έφερε τσάι στη θεία και την άφησε να μιλά με τη φίλη της για τουλάχιστον μία ώρα. Ήταν φανερό ότι στο τέλος είχαν και οι δυο εξαντληθεί. Με την υπόσχεση ότι θα επαναλάβουν την επικοινωνία και την επόμενη βδομάδα, οι δύο φίλες δέχθηκαν να αποχαιρετιστούν.

Η θεία Κάλλη δεν ήξερε πώς να ευχαριστήσει την Καλλιρρόη για αυτή την επικοινωνία.

-Είναι το ωραιότερο δώρο που μου έχουν κάμει στη ζωή μου! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Πώς την βρήκες;

-Με τα στοιχεία που μου έδωσες βρήκα την εγγονή της και συμφωνήσαμε να οργανώσουμε αυτή την επικοινωνία. Βλέπεις που η τεχνολογία είναι χρήσιμη;

-Πρώτη φορά κατάλαβα πόσο πολύ χρήσιμη είναι! Ο Θεός να σε έχει καλά κόρη μου! Χίλια σε ευχαριστώ.

-Την άλλη βδομάδα θα την ξαναπάρουμε. Μην ανησυχείς. Τώρα που την βρήκες δεν θα την χάσεις.

Σαν έφυγε η Καλλιρρόη η νεότερη, η ηλικιωμένη κυρία άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν ανενόχλητα. Έκλαιγε σιωπηλά για πολύ ώρα και αναλογιζόταν αυτά που της είχε πει η Ελπίδα.

Στην αρχή μίλησαν για τις πολύτιμες αναμνήσεις που είχαν και οι δυο όταν ζούσαν πάνω από το φισιάδικο στο Camden Town. Θυμάσαι αυτό, θυμάσαι εκείνο έλεγαν η μια στην άλλη και γελούσαν χαρούμενες. Η Καλλιρρόη είχε πολύ καιρό να γελάσει τόσο πολύ.

Ύστερα όμως αναπόφευκτα μίλησαν για την ζωή τους όταν χώρισαν οι δρόμοι τους. Η Ελπίδα παραδέχθηκε ότι σταμάτησε την αλληλογραφία που είχαν τότε, όχι γιατί δεν είχε χρόνο, αλλά γιατί ήταν τόσο δυστυχισμένη που δεν ήθελε να μιλήσει σε κανένα. Προπάντων στην Καλλιρρόη που κατά κάποιο τρόπο την είχε προειδοποιήσει για την απόφασή της να παντρευτεί ένα σχεδόν εντελώς άγνωστο.

-Εκείνα τα χρόνια που ζήσαμε μαζί, της είχε πει, με έκαναν να καταλάβω τη δύναμή που είχα σαν γυναίκα και την ικανότητά μου να διαφεντεύω την ζωή μου. Ο άντρας μου δεν ήταν κακός άνθρωπος, αλλά έτσι είχε μάθει στο σπίτι των γονιών του: ο άντρας είναι ο αφέντης του σπιτιού και η γυναίκα κατά κάποιο τρόπο μια υπάκουη υπηρέτρια. Σε αυτό το σημείο είχαμε τρομερούς καυγάδες. Πολλές φορές διερωτώμουν αν έκανα καλά που έζησα ανεξάρτητη και γνώρισα την ελευθερία. Ίσως αν δεν είχα αυτές τις εμπειρίες θα δεχόμουν τον άντρα μου, όπως ήταν. Ποιος ξέρει;

-Από την άλλη όμως, εκείνα τα χρόνια που ζήσαμε εμείς οι δυο μαζί ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου. Δεν μετανιώνω ποτέ για αυτά. Πόση δύναμη είχαμε! Πόσα τολμούσαμε! Θυμάσαι που λέγαμε: Η ισχύς εν τη ενώσει;

-Αν θυμάμαι; απαντούσε η Καλλιρρόη. Ήταν και για μένα τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου. Αλλά πες μου τι έγινε με το γάμο σου; Χώρισες;

-Ναι μετά από πέντε χρόνια γάμου και δυο παιδιά, δυο πανέμορφα κορίτσια, αποφασίσαμε να χωρίσουμε. Εκείνος τράβηξε το δρόμο του και εγώ το δικό μου. Δεν ξέρω για εκείνο, ο δικός μου δρόμος όμως ήταν γεμάτος δυσκολίες και προβλήματα. Μετά τον χωρισμό εκείνος εξαφανίστηκε από τη ζωή μας. Μου φαινόταν πολύ παράξενο στην αρχή γιατί τα παιδιά τα αγαπούσε. Κανείς δεν ήξερε τι του είχε συμβεί. Πέρασαν πολλά χρόνια να μάθουμε νέα του, όταν τα κορίτσια μεγάλωσαν και τον έψαξαν. Είχε καταστραφεί η ζωή του μετά τον χωρισμό μας και λυπάμαι ειλικρινά πολύ για αυτό.

-Η δική μου ζωή, μέχρι να μεγαλώσω τις κόρες μου ήταν σκληρή. Δούλευα δεκαέξι ώρες την ημέρα τη μηχανή για να βγάζω καλό μεροκάματο και να μην τους λείψει τίποτα. Τα πόδια μου και τα χέρια μου αγκύλωσαν από την πολύωρη ίδια στάση, για χρόνια. Σήμερα με δυσκολία περπατώ. Όμως τις μεγάλωσα, τις σπούδασα, τις πάντρεψα, μου χάρισαν εγγόνια και δισέγγονα. Αυτή που είδες σήμερα είναι η μικρότερη εγγονή μου. Την λένε Ελπίδα, σαν και μένα. Εσύ τι έκανες με τη ζωή σου μετά που χωρίσαμε;

-Οφείλω να σου ομολογήσω ότι στην αρχή μου στοίχισε πολύ η απουσία σου. Σύντομα όμως έψαξα για καινούργια δουλειά, δημιουργική, με ενδιαφέρον, όπως πάντοτε επιθυμούσα. Ευτυχώς βρήκα μια σε ένα εργοστάσιο στο νότιο Λονδίνο. Ράβαμε ρούχα για πλούσιες κυρίες και εγώ δούλευα στο τμήμα των κατά παραγγελία ρούχων, σαν αρμόδια για τις πρόβες, Στην αρχή ήμουν βοηθός στο τέλος όμως έγινα υπεύθυνη και τώρα έχω και μετοχές στην επιχείρηση αυτή. Εκεί γνώρισα πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ποτέ δεν παντρεύτηκα, όμως νοιώθω ότι έζησα μια γεμάτη ζωή. Αν ήξερα όμως τι περνούσες εσύ, δεν θα σε άφηνα μόνη. Θα σε έφερνα κοντά μου, θα σου έδινα μια πιο ενδιαφέρουσα δουλειά, θα πληρωνόσουν καλύτερα, θα μεγαλώναμε μαζί τις κόρες σου. Ω, Θεέ μου, αν ήξερα!

-Εγώ κάποτε προσπάθησα να σε βρω. Τηλεφώνησα στον κύριο Χρήστο, στο φισιάδικο, αλλά μου είπαν ότι είχες φύγει και ότι έχασαν τα ίχνη σου.

-Και εγώ κάποτε σου έγραψα αλλά το γράμμα γύρισε με την ένδειξη «Άγνωστος».

-Ναι, είχαμε αλλάξει σπίτι, όταν χώρισα. Ίσως να μην ήταν η μοίρα μας να συναντηθούμε τότε. Ίσως η καθεμιά μας να έπρεπε να διαβεί το δικό της δρόμο και να σηκώσει τα δικά της βάσανα. Όμως τώρα που βρεθήκαμε, για όσο καιρό ζήσουμε ακόμη, θα διατηρούμε επαφή.

-Ναι Ελπίδα μου, όσο καιρό θα ζήσουμε, πρέπει να διατηρούμε επαφή.

Τα δάκρυα έτρεχαν ακόμα από τα μάτια της Καλλιρρόης, καθώς θυμόταν την κουβέντα της με την Ελπίδα. Όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο ευσυγκίνητη. Τα δάκρυα που κρατούσε στη νιότη της, βρήκαν διέξοδο τώρα στα γηρατειά. Ένοιωθε πολύ εξαντλημένη. Η εναλλαγή συναισθημάτων της μέρας που πέρασε,  της είχαν απορροφήσει όλη την ενέργεια. Με δυσκολία μπόρεσε να ετοιμάσει ένα τσάι και να πάει να ξαπλώσει.

Καθώς ο ύπνος βάραινε τα βλέφαρά της, έδωσε μια υπόσχεση στον εαυτό της:

-Θα φέρω την Ελπίδα στη Κύπρο, στο σπίτι μου. Όσο καιρό μπορεί να μείνει, αλλά θα την φέρω. Θα πρέπει να ζήσουμε για ακόμα μια φορά μαζί, όπως τότε.

 

Κεφάλαιο 8

Η παράσταση

Είχε πια καλοκαιριάσει. Η Δήμητρα, η μητέρα της Καλλιρρόης της νεότερης, βρισκόταν στη κουζίνα του σπιτιού της και ετοίμαζε τα φαγητά για το δείπνο. Θα έρχονταν η θεία Κάλλη και η φίλη της η Ελπίδα να φάνε μαζί τους. Περίμενε και τη κόρη της, την Καλλιρρόη, να έρθει να την βοηθήσει αλλά αυτή αργούσε και η Δήμητρα είχε αρχίσει να αδημονεί.

Εκεί που ήταν έτοιμη να εκνευριστεί κτύπησε το κουδούνι. Η Καλλιρρόη μπήκε μέσα σαν σίφουνας, δεν άφησε καν τη μητέρα της να μιλήσει, φόρεσε μια ποδιά της κουζίνας και ρώτησε:

-Τι θες να κάνω μαμά; Συγνώμη που άργησα, δουλείες βλέπεις.

-Δουλειές ή πάλι ξενύχτησες με τους φίλους σου; Τέλος πάντων. Άρχισε να καθαρίζεις τις πατάτες, γιατί εγώ τυλίγω τα ντολμαδάκια και δεν μπορώ.

Όπως κάθονταν οι δύο γυναίκες πλάι – πλάι στο τραπέζι, η μια καθαρίζοντας τις πατάτες και η άλλη τυλίγοντας τα ντολμαδάκια, άρχισαν να κουβεντιάζουν. Η Δήμητρα ήθελε να μάθει περισσότερα  για την θεία Κάλλη και τη φίλη της την Ελπίδα. Η ίδια ζούσε στη Λεμεσό και δεν είχε και πολλές επαφές μαζί τους, όμως ήξερε ότι η κόρη της τις έβλεπε σχεδόν καθημερινά.

-Από τότε που τις έφερα σε επικοινωνία, ήθελαν να βρεθούν ξανά. Η θεία Κάλλη καλούσε συνεχώς την Ελπίδα να έρθει στη Κύπρο, αλλά εκείνη φοβόταν να ταξιδέψει μόνη γιατί έχει κάποιο πρόβλημα με τα πόδια της. Από την άλλη – μεταξύ μας – νομίζω ότι μερικές στιγμές χάνει την επαφή με το περιβάλλον και συγχίζεται. Δεν είναι όπως τη θεία Κάλλη που το μυαλό της είναι ξουράφι. Αυτή είναι πολύ περισσότερο κουρασμένη και ταλαιπωρημένη από τη ζωή.

-Καλά και πώς ήρθε τελικά;

-Ήρθε μαζί με την εγγονή της για κανένα μήνα. Η εγγονή της, που την λένε και εκείνη Ελπίδα μένει στη Λάρνακα με κάποιους συγγενείς και η γιαγιά με την θεία Κάλλη.

-Και τι κάνουν οι δυο μόνες τους σε εκείνο το σπίτι;

-Μην το λες έτσι! Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ η θεία Κάλλη φροντίζει την φίλη της! Κάθε μέρα παίρνουν ταξί και πάνε στη παραλία. Η άμμος, η θάλασσα και ο ήλιος έχουν βοηθήσει πολύ την Ελπίδα με τα πόδια της. Σχεδόν περπατά εντελώς κανονικά. Από την άλλη νομίζω ότι την έχει βοηθήσει και πνευματικά. Είναι πιο χαρούμενη και πιο συγκεντρωμένη. Τρώνε λοιπόν στη παραλία, σε κανένα κεντράκι, και νωρίς το απόγευμα γυρίζουν πίσω. Ξεκουράζονται για λίγο και ύστερα μιλούν, μιλούν ώρες ατελείωτες.

-Και τι λένε δηλαδή;

-Μιλούν για τις ζωές τους και λένε μεταξύ τους και τα πιο ενδόμυχα μυστικά τους. Μην βλέπεις την θεία Κάλλη έτσι, που με δυσκολία σου λέει κάτι από το παρελθόν της. Της Ελπίδας της τα λέει όλα.

-Και εσύ πώς το ξέρεις;

-Α, μερικές φορές που πάω να τις επισκεφθώ, αυτές έχουν την είσοδο ανοικτή και κάθονται στη βεράντα και μιλούν. Κρύβομαι και εγώ και παρακολουθώ τις συνομιλίες τους χωρίς να με βλέπουν. Έτσι έμαθα πολλά πράγματα.

-Ντροπή σου! Έτσι σε μεγάλωσα εγώ; Να κρυφακούν τις συνομιλίες των άλλων!

-Μην ανησυχείς, μόνο για καλό θα τις χρησιμοποιήσω. Έτσι και αλλιώς αυτά που έμαθα δεν θα μου τα αποκάλυπτε η θεία Κάλλη από μόνη της. Εσύ ήξερες τι έκανε η θεία μετά το θάνατο της Λαίδης Raffiel;

-Εγώ παιδί μου δεν ξέρω ποια είναι η Λαίδης Raffiel, και θα ξέρω τι έκανε η θεία μετά! Εσύ να μου πεις.

-Όχι, δεν θα σου πω. Δε με μεγάλωσες για να αποκαλύπτω τα μυστικά των άλλων!

-Τόσο ετοιμόλογη και τόσο πονηρή, δεν ξέρω από ποιο πήρες!

-Από την γιαγιά μου την Περσεφόνη, την μητέρα του πατέρα μου!

-Ευτυχώς που δεν πήρες και από την κακία της!

-Γιατί, τι σου έκανε;

-Τι δε μου έκανε να λες; Αν δεν ήταν η θεία Κάλλη, δεν νομίζω να παντρευόμουν τον πατέρα σου. Η γιαγιά σου δεν με ήθελε γιατί εγώ ήμουν και φτωχή και χωριάτισσα, κατ’ εκείνη. Βλέπεις ο πατέρας σου ήταν δικηγόρος από τη Λεμεσό και εγώ μια γραμματέας από ένα χωριό. Ο δικός μου πατέρας ήταν κτίστης και ο δικός του δικηγόρος. Η Περσεφόνη έκανε μεγάλους καβγάδες τότε με το γιο της. Δεν με ήθελε με τίποτε. Για αυτό αγαπώ τόσο πολύ τον πατέρα σου. Με έβαλε πάνω από όλους. Δεν άκουσε τη μάνα του!

-Η γιαγιά σου η Ελένη τα έγραψε όλα αυτά στη φίλη της την Κάλλη και εκείνη απάντησε αμέσως: Μην ανησυχείτε για τίποτε. Έρχομαι στη Κύπρο με το πρώτο αεροπλάνο. Για το ενδυματολογικό όλων σας θα φροντίσω εγώ. Μην αγοράσετε τίποτε.

-Όταν ήρθε έφερε τα πάντα μαζί της. Ένα κουστούμι για τον παππού σου, τόσο καλοραμμένο που εκείνος ούτε είχε δει ποτές του στο παρελθόν, ούτε και στο μέλλον φυσικά. Για τη μητέρα μου έφερε ύφασμα για να της ράψει η ίδια το φόρεμα. Το μαγικό όμως ήταν εκείνο το μεγάλο κουτί που κουβάλησε, με το ύφασμα για το νυμφικό μου. Το άνοιξε με προσοχή και μας είπε:

-Αυτό το σχέδιο νυμφικού ήταν το πρώτο που είχα ράψει για μια πολύ πλούσια κοπέλα. Μου είχε αρέσει τόσο πολύ που φύλαξα τα σχέδια. Σε περίπτωση που ποτέ παντρευόμουν θα ήθελα  να ράψω ένα το ίδιο και για μένα.. Εγώ φυσικά ποτέ δεν παντρεύτηκα, οπόταν θα ράψω ένα ίδιο νυμφικό για τη Δήμητρα. Η δαντέλα δεν είναι ακριβώς η ίδια με το αρχικό νυμφικό όμως το αποτέλεσμα θα είναι εξίσου καλό.

-Ξέρεις, απάντησε η Καλλιρρόη, μου μίλησε για αυτό το νυμφικό. Πρέπει να ήταν πολύ ωραίο.

-Μόνο ωραίο; Πριγκηπικό. Όταν παντρεύτηκε ο πρίγκηπας Ουίλιαμ της Αγγλίας, η νύμφη του φορούσε ένα πολύ παρόμοιο. Η κύρια ομοιότητα ήταν στο κολλάρο και στο κόψιμο στο λαιμό. Να μην σου πω ότι το δικό μου ήταν ακόμα καλύτερο. Δεν το πίστευα όταν είδα το γάμο στη τηλεόραση. Αλλά δεν ήταν μόνο το σχέδιο αλλά και το ύφασμα. Και στις δύο περιπτώσεις κυριαρχούσε η δαντέλα.

-Η θεία Κάλλη ήταν σπουδαία μοδίστρα. Δεν μπορείς να φανταστείς με ποιο τρόπο το εφάρμοζε πάνω στο σώμα μου, πώς ήξερε να κρύβει όλες τις ατέλειες και να τονίζει τα ωραία σημεία. Αλλά το αποκορύφωμα της επιδεξιότητάς της ήταν το φόρεμα που έραψε στη γιαγιά σου, την Ελένη. Το σώμα της γιαγιάς σου είχε χαλάσει από τη σκληρή ζωή, την έλλειψη άσκησης αλλά και την αδιαφορία για την εμφάνισή της. Ε, λοιπόν, η θεία Κάλλη έκανε τα μαγικά της, της έκρυψε την φουσκωμένη κοιλιά και της τόνισε τη μέση, που για να είμαστε ειλικρινείς, σχεδόν δεν υπήρχε από το πάχος. Όταν τελείωσε το φόρεμα της είπε να το φορέσει, έντυσε και τον πατέρα μου με το κοστούμι που του έφερε και τους έβαλε να περπατήσουν.

-Δεν το πιστεύω! Και εκείνοι τι έκαναν; Δέχτηκαν;

-Στην αρχή αρνήθηκαν, όταν όμως τους είπε ότι δεν θα έπρεπε να επιτρέψουν στην Περσεφόνη να τους υποτιμά, δέχτηκαν.

Η Καλλιρρόη δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα γέλια, όταν σκεφτόταν την γιαγιά και το παππού της να κάνουν πασαρέλα μπροστά από την θεία Κάλλη για να μάθουν να περπατούν σαν αριστοκράτες.

-Μην γελάς! Η θεία Κάλλη είχε μεγάλη επιρροή πάνω τους. Τους έλεγε συνεχώς:

-Να είστε υπερήφανοι για αυτό που είστε! Να κρατάτε το σώμα σας αγέρωχο για να δείχνετε και στους άλλους ότι πρέπει να σας σέβονται. Και να χαμογελάτε. Για να δείχνετε φιλικοί, όχι άκαμπτοι και άβολοι.

-Και τι έγινε; Τα κατάφεραν;

-Τα κατάφεραν τόσο που όταν φτάσαμε στην εκκλησία, όλοι ψιθύριζαν με θαυμασμό και της γιαγιάς σου της Περσεφόνης της έπεσε το σαγόνι. Ήταν η μεγαλύτερη παράσταση που έδωσαν οι γονείς μου στη ζωή τους. Φυσική η πρώτη και η τελευταία. Όμως η μητέρα μου δεν επέτρεψε ποτέ ξανά στην Περσεφόνη να την υποτιμήσει.

-Και πώς ήταν το φόρεμα της γιαγιάς Ελένης;

-Η θεία Κάλλη της έφερε ένα ασημί ύφασμα με γκρίζες αποχρώσεις, που σε συνδυασμό με τα γκρίζα μαλλιά της γιαγιάς σου, φάνταζε σαν να φορούσε ένα ασημένιο στέμμα στο κεφάλι της. Της έδωσε και ένα μαργαριταρένιο κολιέ, που ταίριαζε απόλυτα. Ήταν πολύ εντυπωσιακή. Δες τις φωτογραφίες του γάμου μου. Θα καταλάβεις.

-Τώρα που τα ξέρω όλα αυτά, σίγουρα θα τις ξαναδώ!

-Το μόνο που ξέχασα να σου πω ήταν ότι επίσης μας μακίγιαρε. Και δεν μπορείς να φανταστείς πόσο καλά το κατάφερε. Σαν να ήταν επαγγελματίας.

-Βλέπω έπαιξε μεγάλο ρόλο η θεία στο γάμο σου. Ήταν η καλή σου νεράιδα!

-Βέβαια. Της χρωστώ πολλά. Για αυτό σε ονόμασα Καλλιρρόη. Για να την τιμήσω. Πρέπει πάντοτε να την φροντίζουμε. Μας φρόντισε και εκείνη όταν την είχαμε ανάγκη. Με την κουβέντα όμως ξεχάσαμε το φαγητό. Σταμάτα να καθαρίζεις πατάτες. Έχεις καθαρίσει αρκετές. Τώρα πήγαινε και στρώσε το τραπέζι. Θα φάμε στη βεράντα, απέναντι από τη θάλασσα. Θα βλέπουμε τα φώτα από το λιμάνι καθώς και τα φώτα της πόλης. Είναι πολύ όμορφα εκεί.

-Εντάξει. Θυμάσαι ότι θα είναι μαζί τους και η εγγονή της Ελπίδας, η άλλη Ελπίδα.

-Ναι, βέβαια το θυμάμαι. Θα έρθει και η αδελφή σου από τη Λευκωσία. Θα είμαστε συνολικά επτά.

Γύρω στις επτά το απόγευμα άρχισαν να καταφθάνουν οι καλεσμένοι. Πρώτη έφτασε η Περσεφόνη, η άλλη κόρη της Δήμητρας που ήταν φιλόλογος και εργαζόταν σε ένα σχολείο στη Λευκωσία. Ύστερα ήρθαν οι δυο ηλικιωμένες κυρίες μαζί με την νεαρή Ελπίδα και στο τέλος έφθασε και ο σύζυγος της Δήμητρας, ο Νίκος, από τη δουλειά

Η Περσεφόνη ήταν πιο μελαχρινή από την Καλλιρόη και περισσότερο σοβαρή. Τα μάτια της ήταν σκούρα και γεμάτα εξυπνάδα. Έδωσε μεγάλη σημασία στις δύο κυρίες και τις κουβέντιαζε όση ώρα η μητέρα της και η αδελφή της κουβαλούσαν τα φαγητά στο τραπέζι. Ρωτούσε κυρίως την Ελπίδα, αν περνούσε ωραία, αν της άρεσε στη Κύπρο και διάφορα άλλα παρόμοια.

-Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαίρομαι που είμαι εδώ. Πίστευα ότι δεν θα δω ποτέ ξανά στη ζωή μου την Καλλιρρόη, Κάλλη όπως την λέτε εσείς. Ώρες – ώρες νομίζω ότι ζω ένα όνειρο. Ας είναι καλά τα κορίτσια που μας έφεραν κοντά. Ευχαριστώ το Θεό για αυτή την συνάντηση, κάθε στιγμή. Η ψυχή μου θα φύγει ευτυχισμένη.

-Εγώ της λέω να μείνει μαζί μου, όσο καιρό θέλει αλλά αυτή θα επιστρέψει πίσω με την εγγονή της, είπε με παράπονο η θεία Κάλλη.

-Αλήθεια γιατί δεν μένεις εδώ; Ρώτησε και η Περσεφόνη. Φαίνεσαι τόσο ευτυχισμένη.

-Είμαι παιδί μου, είμαι πολύ ευτυχισμένη, αλλά η πατρίδα του κάθε ανθρώπου είναι εκεί που βρίσκονται εκείνοι που αγαπά. Αγαπώ πολύ την Καλλιρρόη, αλλά αγαπώ και τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου. Εκεί είναι η καρδιά μου. Από την άλλη η υγεία μου δεν είναι πολύ καλή. Είμαστε και οι δύο ηλικιωμένες. Αν επιδεινωθεί η κατάστασή μου ποιος θα με φροντίζει;

Σώπασε για λίγο και μετά πρόσθεσε:

-Μακάρι ο Θεός να με αξιώσει να ξανάρθω. Στην ηλικία μας, ξέρεις, τίποτε δεν είναι βέβαιο…

Η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει με αυτή τη συζήτηση και η Περσεφόνη άλλαξε αμέσως θέμα για να ανεβάσει την διάθεση των δύο κυριών.

-Θεία Κάλλη, ξέρεις από που προέρχεται το όνομά σου;

-Όχι δεν ξέρω. Πες μας εσύ που είσαι και φιλόλογος.

-Καλλιρρόη, κάλλος και ροή. Είναι όνομα αρχαιοελληνικό. Ονομάζονταν έτσι διάφορες θεότητες που σχετίζονταν με τα νερά, όπως η κόρη του Ωκεανού, η κόρη του ποταμού Αχελώου και άλλες. Σημαίνει αυτή που χαρακτηρίζεται από καλή ροή, από άφθονα νερά.

Η θεία Κάλλη γέλασε:

-Για αυτό από μικρή αγαπούσα τόσο πολύ να κοιτάζω τη θάλασσα, σχολίασε. Το υγρό στοιχείο είναι μέσα στη φύση μου.

-Και το δικό σου όνομα, κυρία Ελπίδα είναι αρχαιοελληνικό. Η Ελπίς ήταν κόρη του Δία και αντιπροσώπευε αυτό που λέει το όνομα: Την ελπίδα. Να είστε περήφανες για τα ονόματά σας. Έρχονται από τα βάθη των αιώνων.

Εκείνη την στιγμή η Δήμητρα έδωσε το πρόσταγμα όλοι να καθίσουν στο τραπέζι. Το φαγητό είχε σερβιριστεί.

Η ατμόσφαιρα στο δείπνο ήταν εξαιρετικά ευχάριστη. ΟΙ δύο κυρίες, διηγόντουσαν ιστορίες από τότε που έμεναν μαζί, τα πρώτα τους χρόνια στο Λονδίνο και τις πολλές γκάφες που πάθαιναν, μέχρι να μάθουν τη ζωή και τις συνήθειες των Άγγλων. Όλοι γελούσαν, ιδιαίτερα με τον γλαφυρό τρόπο που τις διηγείτο η θεία Κάλλη.

Ύστερα η Δήμητρα, η οποία είχε πολύ ωραία φωνή, άρχισε να τραγουδά. Η φωνή της παρέσυρε και τους υπόλοιπους να την συνοδεύουν και το κέφι άναψε. Σε μια στιγμή η θεία Κάλλη σηκώθηκε από την καρέκλα της και πλησίασε το κιγκλίδωμα της βεράντας. Κοίταξε προς τη θάλασσα και μια ευχή γεννήθηκε μέσα στη καρδιά της:

-Θεέ μου, ψιθύρισε, αν η ευτυχία έχει υπόσταση, πάρε την ενέργεια αυτής της ευτυχισμένης στιγμής και μοίρασέ την στους ανθρώπους που είναι δυστυχισμένοι.

Ύστερα σκούπισε διακριτικά ένα δάκρυ που έτρεξε από τα μάτια της και χαμογελώντας επέστρεψε στη θέση της. Η χαρούμενη διάθεση της παρέας συνεχίστηκε μέχρι αργά. Μόνο η θεία Κάλλη είδε ένα σύννεφο, σαν ομίχλη, να αιωρείται πάνω από την παρέα και να διαλύεται στην ατμόσφαιρα κουβαλώντας σπόρους χαράς και χαρίζοντάς τους εκεί που υπήρχε ανάγκη.

 

Κεφάλαιο 9

Το δαντελένιο γοβάκι

Η Καλλιρρόη καθόταν στη βεράντα της, ατενίζοντας από μακριά τη θάλασσα. Η φίλη της η Ελπίδα είχε επιστρέψει στην Αγγλία και ήταν και πάλι μόνη. Τα γεγονότα του τελευταίου καιρού, η επανασύνδεσή της με την Ελπίδα, οι συνάξεις με οικογενειακούς της φίλους ζωντάνεψαν καρδιοκτυπήματα και αισθήματα της νιότης της. Κάπου η νηνεμία αυτής της ηλικιακής περιόδου ταράχτηκε και ενώ όλα τα γεγονότα ήταν ευχάριστα και την γέμιζαν με χαρά, της θύμισαν και όσα απώλεσε κατά την διάρκεια του βίου.

Η φίλη της η Ελπίδα αρχικά, δεν ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε στη νιότη της. Δεν της θύμιζε εκείνη την κοπελίτσα που με δύναμη ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο. Ήταν κουρασμένη, πολύ κουρασμένη, δεν είχε όνειρα, περίμενε απλά το θάνατο να την απαλλάξει από τους πόνους της ζωής. Ήταν και η ίδια φυσικά κουρασμένη. Αυτό που εξέπεμπε όμως ήταν διαφορετικό. Μέσα στην ατάραχη ζωή που ζούσε απολάμβανε την ομορφιά της φύσης και των ανθρώπων γύρω της.

-Ίσως να είμαι άδικη μαζί της, ψιθύρισε. Και εκείνη απολαμβάνει και χαίρεται την συντροφιά των παιδιών της και των εγγονιών της. Όμως πενθεί μια μεγάλη απώλεια, που πιθανότητα δεν θυμάται ποια είναι αλλά ούτε και θέλει να την ψάξει. Όλοι μας πενθούμε απώλειες στη ζωή! Εγώ δεν κατάφερα ποτέ να κάμω οικογένεια. Και ένα είναι βέβαιο. Η ζωή δεν γυρνά ποτέ πίσω!

Σηκώθηκε από την καρέκλα και άρχισε να περπατά στο κήπο της ανάμεσα στις τριανταφυλλιές. Το άρωμά τους διέγειρε ευχάριστα την όσφρησή της και η ομορφιά τους γλύκανε το βλέμμα της, που τρεμόπαιζε από το δυνατό φως γύρω της. Ο ήλιος του καλοκαιριού της έκαιγε το πρόσωπο και της θύμιζε πως κάθε σκίρτημα της καρδιάς ξεκινά με μια μικρή ωδίνη.

Ξαναγύρισε στην καρέκλα της. Η σκέψη της έφυγε από την Ελπίδα, πέταξε στη Λαίδη  Raffiel. Την άλλη πραγματική φίλη που γνώρισε στη ζωή της. Τη Λαίδη που της είχε αλλάξει την προοπτική του κόσμου και της είχε γνωρίσει μια όψη της ζωής που ποτέ δεν θα γνώριζε αν η Λαίδη δεν της πρόσφερε αυτή την ευκαιρία.

Θυμήθηκε με νοσταλγία τότε που έβγαιναν κάθε βδομάδα με τη Λαίδη, σε θέατρα, σε συναυλίες, ακόμα και για τσάι στα πολυτελή ξενοδοχεία του Λονδίνου. Έρχονταν με τον οδηγό της και την έπαιρναν από το σπίτι και όταν κατέβαιναν στον προορισμό τους κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει ότι αυτή η κομψότατη κοπέλα που συνόδευε τη Λαίδη ήταν απλά μια μοδίστρα. Δεν ήταν μόνο η εξωτερική εμφάνιση. Με τις συμβουλές της Λαίδης και με την ευρύτητα γνώσεων που απέκτησε από τα πολλά βιβλία που διάβαζε, συμπεριφερόταν σαν μια καλλιεργημένη αριστοκράτισσα.

Και κατά βάθος της άρεσε αυτός ο ρόλος. Ήταν βάλσαμο στις βαθιές πληγές της ψυχής της από τα παιδικά της χρόνια. Ένοιωθε πως άξιζε και πως μπορούσε να κυκλοφορήσει ισάξια ανάμεσα σε πρίγκηπες και λόρδους, αυτή που ήταν το πιο περιφρονημένο παιδί στο χωριό της. Εκείνο που δεν κατάφερε να ξεπεράσει ποτέ ήταν ότι όλο αυτό ήταν η εικόνα. Κατά βάθος ήταν ταυτισμένη με εκείνο το περιφρονημένο παιδί. Εκείνο το παιδί, ήταν η μοδίστρα που εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο. Η όμορφη κυρία που κυκλοφορούσε ανάμεσα στην υψηλή κοινωνία δεν είχε πραγματική υπόσταση. Ήταν μια οπτασία. Κάπως έτσι το βίωνε.

Θυμήθηκε πόσες φορές οι άνδρες την κοίταζαν με θαυμασμό και εκείνη κολακευόταν. Αλλά μέχρι εκεί. Δεν ήθελε να την πλησιάσουν περισσότερο γιατί ήξερε κατά βάθος, ότι κάτω από την ελκυστική εικόνα κρυβόταν ένα φοβισμένο κοριτσάκι, χωρίς αυτοπεποίθηση. Ήταν ένας περίεργος συνδυασμός που για καλή της τύχη οι άνθρωποι γύρω της δεν υποψιάζονταν.

Η Λαίδη Raffiel ίσως κάτι να καταλάβαινε, γιατί πάντοτε προσπαθούσε να την προστατέψει από αδιάκριτες ερωτήσεις και συγχρόνως να της δώσει θάρρος να ταυτίσει τον μέσα της κόσμο με την εικόνα της. Δάκρυσε στη σκέψη της αγαπημένης της Λαίδης.

-Όταν θα πεθάνω, σκέφτηκε, θα έχω δυο χαρές. Μια που θα συναντήσω τη μητέρα μου και μια τη Λαίδη. Αυτές οι δυο γυναίκες είναι ότι πιο σημαντικό είχα στη ζωή μου. Και υπάρχουν και οι δυο μέσα μου. Η μια κυκλοφορεί στα γονίδιά μου και η άλλη κρατά συντροφιά στη ψυχή μου.

Η παρέα με την Λαίδη κράτησε τρία με τέσσερα χρόνια. Στην αρχή είχαν μια έντονη κοινωνική ζωή σε όλες τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του Λονδίνου. Είχαν γίνει ένα αναγνωρίσιμο δίδυμο στους αριστοκρατικούς κύκλους αν και διατηρούσαν με επιμέλεια το μυστήριο της σχέσης τους. Κανείς δεν ήξερε ποια πραγματικά ήταν η Κάλλη Μισιέλ και πώς συνδεόταν με την Λαίδη. Όσο και αν το σχολίασαν στην αρχή, σιγά – σιγά το αποδέχθηκαν και έπαψαν να ασχολούνται. Είχε γίνει πια δεδομένο.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν οι δυνάμεις της Λαίδης είχαν αρχίσει να ατονούν και της ήταν όλο και πιο δύσκολο να κυκλοφορεί. Αυτό όμως δεν εμπόδισε την Κάλλη να την επισκέπτεται κάθε βδομάδα στο σπίτι της και να κάθεται μαζί της, πίνοντας το τσάι τους και κουβεντιάζοντας. Όταν εκείνη δεν μπορούσε πλέον να σηκωθεί από το κρεβάτι, η Κάλλη καθόταν στο πλάι της και της διάβαζε. Και όταν δεν μπορούσε να παρακολουθήσει, της κρατούσε το χέρι και της μιλούσε. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από κόρη της.

Όταν επήλθε ο θάνατος της Λαίδης η Καλλιρρόη βυθίστηκε στο ίδιο χάος που είχε βυθιστεί όταν έχασε τη μητέρα της. Στην κηδεία, τα παιδιά και τα εγγόνια της Λαίδης ακολουθούσαν σοβαρά, τυπικά σκουπίζοντας ίσως που και που κανένα δάκρυ, όμως η Καλλιρρόη έκλαιγε απαρηγόρητα. Η απώλεια της Λαίδης την είχε καταβαραθρώσει.

Το πρώτο καιρό μετά τον θάνατο της Λαίδης είχε βυθιστεί σε κατάθλιψη. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να ξαναβρεί τον εαυτό της. Στο μυαλό της ηχούσαν συνεχώς τα λόγια της:

-Να είσαι πάντοτε στη ζωή σου κυρία. Μια κυρία ουδέποτε καταρρέει. Σηκώνει το κεφάλι ψηλά και ξέρει ότι έχει μέσα της όλη τη δύναμη να αντιμετωπίσει το κάθε τι.

Λόγια που έμοιαζαν με αυτά της μητέρας της όμως είχαν μια λεπτή διαφορά. Τα λόγια της μητέρας της είχαν σκοπό να διαφυλάξουν από την κακία του κόσμου την πληγωμένη τους αξιοπρέπεια. Τα λόγια της Λαίδης είχαν σκοπό να αποδείξουν στο κόσμο αλλά προπάντων στον εαυτό τους την αδιαμφισβήτητη δύναμη της ψυχής τους. Μιας ψυχής που δεν λύγιζε μπροστά σε τίποτε. Γιατί ήταν ψυχή λιοντάρι.

Έτσι σιγά – σιγά η Καλλιρρόη βρήκε τον εαυτό της. Γιατί πρώτα απ’ ‘όλα στη ζωή της ήταν καλή μαθήτρια. Πόσο μάλλον σαν είχε για δασκάλα μια Λαίδη Raffiel.

Εκείνη τη στιγμή κτύπησε το τηλέφωνο και έβγαλε την Καλλιρόη από τις σκέψεις της και το ταξίδι στο παρελθόν. Όταν το απάντησε άκουσε τη χαρούμενη φωνή της Καλλιρρόης της νεότερης να την χαιρετά.

-Καλημέρα θεία Κάλλη! Πώς είσαι σήμερα; Πώς περνάς τώρα που έφυγε η φίλη σου;

-Είναι μια μεγάλη απώλεια αλλά παρηγοριέμαι με την σκέψη ότι δεν θα με αφήσεις έτσι. Θα μιλούμε διαδικτυακά. Δεν είναι έτσι;

-Φυσικά θεία μου! Τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα θα σας φέρνουμε σε επικοινωνία. Τα συμφωνήσαμε με την Ελπίδα, την εγγονή. Πες μου, το Σάββατο το απόγευμα θα είσαι στο σπίτι;

-Φυσικά θα είμαι. Δεν είναι εύκολο να μετακινηθώ οπουδήποτε, χωρίς να με πάρει κάποιος σαν εσένα με το αυτοκίνητό του. Θα κανονίσουμε μια επικοινωνία με την Ελπίδα;

-Όχι. Αυτή τη φορά σε θέλω κάτι άλλο. Θέλω να σου γνωρίσω κάποιους φίλους μου.

-Μπα, και πώς αυτό; Πρώτη φορά θα φέρεις φίλους σου εδώ.

-Αυτοί είναι πολύ ιδιαίτεροι φίλοι και θα ήθελα πάρα πολύ να τους γνωρίσεις. Όμως σε θέλω να γίνεις πολύ όμορφη. Να φορέσεις εκείνα τα σμαραγδένια σκουλαρίκια και το περιδέραιο που σου άφησε η Λαίδη Raffiel στην διαθήκη της και εκείνο το πανέμορφο μπλε -σμαραγδί φόρεμα με τα ασορτί παπούτσια.

-Και γιατί όλα αυτά; Θα με παρουσιάσεις για νύμφη; Εσένα είναι σειρά σου να παντρευτείς. Εγώ τη δική μου σειρά την έχασα πριν πολλά χρόνια.

-Γιατί τέτοια σχόλια; Δεν είναι εσύ που μου έμαθες ότι μια γυναίκα θα πρέπει πάντοτε να δείχνει ωραία, γιατί έτσι τιμά την ίδια τη φύση της;

-Ναι, εγώ σου τα έλεγα όλα αυτά. Ο μαθητής πέρασε το δάσκαλο να πούμε.

-Λοιπόν, θα γίνεις όμορφη για τους φίλους μου;

-Θα κάνω το καλύτερο, μην ανησυχείς. Αλλά τώρα πια να γίνω όμορφη λίγο δύσκολο. Η ομορφιά με έχει προσπεράσει προ πολλού.

-Μην το λες αυτό. Πολύ λίγες γυναίκες στην ηλικία σου έχουν την χάρη και την γοητεία που έχεις εσύ.

Η θεία Κάλλη γέλασε με τις έξυπνες ατάκες της Καλλιρόης.

-Μην ανησυχείς! Θα κάνω το καλύτερο για τους φίλους σου, της είπε. Φέρε και κάτι να τους κεράσουμε! Δεν έχω τίποτε στο σπίτι.

-Θα φέρω και κεραστικά, θα φέρω και την Δήμητρα, την μητέρα μου. Θέλω και εκείνη να είναι παρούσα όταν τους γνωρίσεις. Φυσικά, αν όλα πάνε καλά, μπορούμε να βγούμε όλοι μαζί για δείπνο αργότερα.

Όταν έκλεισαν το τηλέφωνο, η θεία Κάλλη δεν μπορούσε να μην σκεφτεί:

-Αυτό το τρελοκόριτσο φαίνεται ότι θέλει να μας γνωρίσει κάποιο μέλλοντα γαμπρό για να φέρει κα την μητέρα της μαζί. Να δούμε τι την προβληματίζει για να θέλει να είμαι και εγώ παρούσα. Ίσως φοβάται ότι θα είναι δύσκολο να το δεχτεί η Δήμητρα. Είμαι περίεργη ποιον διάλεξε και οργανώνει αυτό το σκηνικό.

Το Σάββατο το απόγευμα η Καλλιρρόη ετοιμάστηκε και φόρεσε τα ρούχα που της ζήτησε η Καλλιρρόη η νεότερη .Όταν πήρε τα σκουλαρίκια στα χέρια της θυμήθηκε και πάλι την Λαίδη Raffiel. Μετά τον θάνατό της είχε  την μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής της όταν ο δικηγόρος της Λαίδης, την κάλεσε στο άνοιγμα της διαθήκης. Ένοιωσε μεγάλη αμηχανία όταν ενώπιον όλων των συγγενών της Λαίδης ακούστηκε ότι άφηνε στην ίδια μερικά από τα κοσμήματά της. Αυτά τα σκουλαρίκια, ένα ασορτί περιδέραιο και μερικά άλλα μικρότερης αξίας.

Ο γιος της Λαίδης, ο χρηματιστής, που κατάλαβε την αμηχανία της, την πλησίασε και της είπε:

-Σου αξίζουν αυτά και πολλά άλλα ίσως ακόμα. Ότι πρόσφερες εσύ στη μητέρα μας δεν έχουμε προσφέρει όλα τα παιδιά και τα εγγόνια της μαζί.

Έτσι μέσα στην κοσμηματοθήκη της προστέθηκαν αυτά τα πανάκριβα κοσμήματα. Και κάθε φορά που τα φορούσε θυμόταν με συγκίνηση τη υπέροχη αυτή γυναίκα που της άλλαξε την ζωή.

Όμως δεν ήταν ώρα για συγκινήσεις. Σήμερα ήταν η μέρα της Καλλιρόης της νεότερης. Σήμερα ντύθηκε και στολίστηκε για κείνη. Για κείνη θα φορούσε και το πιο καλό της χαμόγελο για να υποδεχθεί τον εκλεκτό της καρδιάς της. Δεν ήθελε με τίποτε να απογοητεύσει αυτό το κορίτσι.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και άκουσε το αυτοκίνητο της Καλλιρρόης να σταματά στην αυλή. Βγήκε έξω χαρούμενη και γελαστή και είδε το κορίτσι να την χαιρετά με τον ενθουσιώδη τρόπο που συνήθιζε. Από το αυτοκίνητο κατέβηκαν επίσης ένας ηλικιωμένος κύριος και ένα νεαρό παλληκάρι.

-Αυτός θα είναι ο γαμπρός της Καλλιρρόης, σκέφτηκε. Φαίνεται πολύ συμπαθητικός και αριστοκράτης. Και ο πατέρας του, παππούς του – δεν ξέρω τι ακριβώς είναι – είναι πολύ εντυπωσιακός για την ηλικία του. Δεν καταλαβαίνω προς τι αυτό όλο το σκηνικό.

Πίσω από την Καλλιρόη σταμάτησε και η Δήμητρα με το δικό της αυτοκίνητο. Κατέβηκε και εκείνη και κοίταζε με περιέργεια την κόρη της και τη συνοδεία της. Ήταν φανερό ότι ούτε αυτή γνώριζε τι θα ακολουθούσε.

Η θεία Κάλλη, τους περίμενε στην είσοδο του σπιτιού της χαμογελαστή. Τους παρακολουθούσε καθώς πλησίαζαν. Η Καλλιρόη κρατούσε ένα κουτί με γλυκά και ο ηλικιωμένος κύριος κρατούσε επίσης ένα κουτί. Η Δήμητρα κοίταζε με περιέργεια, σαν να ήθελε να ρωτήσει την κόρη της ποιοι είναι  αυτοί, αλλά ντρεπόταν.

Όταν είχαν φθάσει αρκετά κοντά για να ξεχωρίζει τα πρόσωπά τους, η  θεία Κάλλη άρχισε να νοιώθει ένα παράξενο συναίσθημα, σαν κάποιος να της είχε δώσει μια γροθιά στο στομάχι, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Κρατήθηκε για λίγο στη πόρτα και η Καλλιρρόη μόλις είδε την κίνησή της, έδωσε τα γλυκά στην μητέρα της και έτρεξε κοντά της.

Την βοήθησε να καθίσει στον καναπέ, ενώ εν τω μεταξύ κατέφθασαν και οι υπόλοιποι. Περισσότερο χαμένη από όλους ήταν η Δήμητρα η οποία πλέον κοίταζε την κόρη της με εκνευρισμό.

Ο ηλικιωμένος κύριος κάθισε δίπλα από την θεία Κάλλη και της πήρε το χέρι. Ύστερα την ρώτησε στα αγγλικά:

-Don’t you remember me Kalli? I am Diego Gonzales.

Και άνοιξε το κουτί που κρατούσε και της το έδειξε. Μόλις είδε το περιεχόμενο του κουτιού η θεία Κάλλη, λιποθύμησε. Η Καλλιρρόη έτρεξε στη κουζίνα να φέρει νερό ο Diego Gonzales της έτριβε τα χέρια και ο νεαρός της είχε σηκώσει τα πόδια ψηλά. Μόνο η Δήμητρα μη αντέχοντας άλλο να μην καταλαβαίνει τι συνέβαινε πήρε στα χέρια της το κουτί που είχε ανοίξει  ο κύριος Diego Gonzales, να δει τι επιτέλους περιείχε. Η έκπληξη και η σύγχυσή της μεγάλωσε όταν είδε ότι  μέσα στο κουτί υπήρχε ένα δαντελένιο γοβάκι με σπασμένο τακούνι.

Εκείνη την ώρα, η θεία Κάλλη είχε αρχίσει να συνέρχεται. Κάθισε στον καναπέ και ζήτησε ένα τσάι.

-Θα ετοιμάσω για όλους είπε η Καλλιρρόη και έτρεξε στην κουζίνα για να γλυτώσει και από το θυμωμένο βλέμμα της μητέρας της.

Σε λίγο επέστρεψε με το τσάι και τα γλυκά. Κέρασε όλους και κάθισε σε μια πολυθρόνα, όσο το δυνατό μακρύτερα από την μητέρα της.

-Πώς ήξερες; ρώτησε η θεία Κάλλη την Καλλιρρόη.

-Σας άκουσα μια μέρα που μιλούσατε με την Ελπίδα και της έλεγες τι έκανες μετά που πέθανε η Λαίδη Raffiel. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω. Έψαξα, τον βρήκα και σου τον έφερα.

-Επιτέλους, φώναξε εκνευρισμένη η Δήμητρα, θα μου πει και μένα κανείς ποια είναι η Λαίδη Raffiel?

Η κάπως άσχετη ερώτηση για εκείνη τη στιγμή, έσπασε την ένταση που επικρατούσε και τους έκανε όλους να γελάσουν.

-Θα σας τα πω όλα εγώ Δήμητρά μου, απάντησε η θεία Κάλλη. Βλέπω η κόρη σου δεν σε ενημέρωσε για τίποτε. Και εμένα Καλλιρρόη μου δεν σκέφτηκες ότι θα μπορούσε να πάθω καρδιακή προσβολή από την έκπληξη. Δεν είμαι δα και τόσο νέα για να αντέχω τέτοιες συγκινήσεις.

-Ειλικρινά συγνώμη, δεν το είχα σκεφτεί. Με την Ελπίδα το πήρες πολύ πιο καλά. Νόμιζα ότι απλά θα χαρείς.

-Χάρηκα αλλά η καρδιά μου κόντεψε να σπάσει. Δεν ξέρεις πόσο έχω πονέσει με αυτή την ιστορία. Ούτε και ο Diego γνωρίζει την αλήθεια, για το τι είχε συμβεί τότε. Νόμιζα ότι ήταν ένα μυστικό που θα πάρω μαζί μου. Αλλά πριν αρχίσω να διηγούμαι βοήθησέ με Καλλιρρόη να πάω στο δωμάτιό μου. Θέλω να φέρω κάτι.

Η Καλλιρρόη την βοήθησε και σε λίγο επέστρεψαν με ένα άλλο κουτί. Η θεία Κάλλη το άνοιξε και έβγαλε από μέσα ακόμα ένα δαντελένιο γοβάκι. Ήταν το ταίρι αυτού που έφερε ο κύριος Diego Gonzales. Μόνο που αυτό δεν είχε σπασμένο τακούνι.

-Για του λόγου το αληθές, είπε η θεία Κάλλη.

Και γυρίζοντας προς την Καλλιρρόη ρώτησε:

-Σας παρακαλώ συστήστε μας με τον νεαρό.

-Είναι ο εγγονός μου, επίσης Diego Gonzales και επίσης αρχιτέκτονας.

Ο νεαρός έκανε μια μικρή υπόκλιση, πήρε το χέρι της θείας Κάλλη και το φίλησε.

Τελείωσαν το τσάι τους σιωπηλά, ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του. Μόλις η θεία Κάλλη εναπόθεσε το φλυτζάνι της στο τραπεζάκι, γύρισε, τους κοίταξε όλους και είπε:

-Καθίστε όλοι αναπαυτικά. Η ιστορία είναι μεγάλή και θα σας την πω όλη. Είναι η ώρα της κάθαρσης. Χαίρομαι που δεν θα πάρω αυτό το μυστικό στο τάφο μου.

 

Κεφάλαιο 10

 Η Σταχτοπούτα

Η θεία Κάλλη έκλεισε για μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια της. Της ήταν δύσκολο να ανατρέξει σε εκείνο το στάδιο της ζωής της που χρόνια τώρα προσπαθούσε να ξεχάσει και να βάλει στο περιθώριο. Την παρούσα στιγμή δεν την περίμενε ποτέ και αν τα πρώτα χρόνια είχε μια κρυφή ελπίδα ότι κάτι μαγικό θα διόρθωνε τα πράγματα, αυτή είχε πεθάνει με την  πάροδο του χρόνου.

Άρχισε να μιλά στα αγγλικά φυσικά για να καταλαβαίνουν όλοι και έτσι η Καλλιρόη η νεότερη κάθισε δίπλα από την μητέρα της για να της εξηγεί πιθανές άγνωστες λέξεις.

-Για να απαντήσω σε σένα αρχικά, Δήμητρα, η Λαίδη Raffiel, ήταν μια Αγγλίδα αριστοκράτισσα κυρία που γνώρισα στο Λονδίνο και υπήρξε για μένα μητέρα, φίλη και δασκάλα. Για μερικά χρόνια, τρία με τέσσερα ίσως, στα μέσα του 1960, την συνόδευα κάθε εβδομάδα σε μια έξοδο, σε θέατρα, συναυλίες, όπερες και πολυτελή ξενοδοχεία του Λονδίνου, όπου έμαθα να ζω μια πλούσια ζωή σαν αριστοκράτισσα και εγώ.

Εκείνη τη στιγμή την διέκοψε ο Diego Gonzales, που εξακολουθούσε να της κρατά το χέρι.

-Θυμάμαι την Λαίδη Raffiel. Εγώ έμενα στο ξενοδοχείο Rosewood, και εσείς ερχόσασταν για τσάι. Σε είχα προσέξει από τότε και ρώτησα για σας. Όλοι ήξεραν την Λαίδη, αλλά εσύ ήσουν για όλους ένα μυστήριο. Και ακόμα και σήμερα για μένα παραμένεις ένα μυστήριο… Αλλά συνέχισε, θα ήθελα και εγώ να μάθω όλη την ιστορία.

-Λοιπόν, δεν θυμάμαι να σε είχα προσέξει τότε. Για να μην τα πολυλογώ όμως, η Λαίδη ήταν ηλικιωμένη και μετά από μια ασθένεια μερικών μηνών πέθανε. Εμένα ο κόσμος μου γκρεμίστηκε με τον θάνατό της. Ένιωθα τόσο μόνη και τόσο εγκαταλειμμένη μέσα στο αχανές Λονδίνο. Δεν ήξερα πώς να αξιοποιήσω την ζωή μου. Μια μέρα αποφάσισα να ξεπεράσω τις ανασφάλειές μου και να συνεχίσω να απολαμβάνω τις ατελείωτες ευκαιρίες που η πόλη αυτή μπορούσε να μου προσφέρει.

-Όμως είχα συνηθίσει να ζω σαν αριστοκράτισσα. Και μου άρεσε αυτή η εικόνα. Μου άρεσε που σταματούσε ο οδηγός της Λαίδης έξω από τα θέατρα και τα ξενοδοχεία και μας άνοιγαν οι πορτιέρηδες για να κατεβούμε. Μου άρεσε που όλοι μας κοίταζαν και ψιθύριζαν με θαυμασμό. Δεν ήθελα να είμαι μία από το πλήθος. Τώρα λέω, ότι ήταν μια ανόητη ματαιοδοξία της νιότης, μα τότε η επιθυμία αυτή οδηγούσε τις αποφάσεις και τις ενέργειές μου.

-Σκέφτηκα λοιπόν ένα θεατρικό τρόπο για να συνεχίσω αυτή την ζωή. Έκλεινα θέση στο θέατρο και την ημέρα που ήταν η παράσταση ντυνόμουν με τα υπέροχα μοντέλα που είχα ράψει η ίδια για τον εαυτό μου. Έπαιρνα τον υπόγειο του Λονδίνου από την στάση κοντά στο σπίτι μου και κατέβαινα στους πιο πολυσύχναστους σταθμούς Piccadilly Circus, ‘Leicester Square, και άλλους, ανάλογα πού ήταν ο προορισμός μου. Από εκεί έπαιρνα ένα ταξί και έφθανα στο θέατρο ή στο ξενοδοχείο σαν αριστοκράτισσα κυρία. Με τον ίδιο τρόπο έφευγα από το θέατρο ή το ξενοδοχείο που πήγαινα για τσάι. Εκείνη την εποχή όμως, ο υπόγειος του Λονδίνου σταματούσε τη λειτουργία του στις 12 τα μεσάνυχτα και έτσι εγώ θα έπρεπε πριν τις 12 να βρίσκομαι στο σταθμό για να πάρω το τελευταίο τρένο.

-Σαν την σταχτοπούτα δηλαδή, είπε έκπληκτη η Δήμητρα.

-Ναι, σαν την σταχτοπούτα. Και η συνέχεια της ιστορίας είναι τόσο όμοια, αλλά χωρίς το ευτυχισμένο τέλος.

Και γυρίζοντας προς τον Diego, πρόσθεσε:

-Εκείνο, Diego, που ποτέ δεν ήθελα να ανακαλύψεις ούτε εσύ, ούτε κανείς άλλος ήταν ότι εγώ ήμουν απλά μία μοδίστρα σε ένα εργοστάσιο του Λονδίνου. Η μόνη μόρφωση που είχα ήταν του δημοτικού σχολείου και ήμουν το νόθο παιδί μιας φτωχής Κυπρίας και ενός Άγγλου στρατιώτη. Αυτή ήταν η κληρονομιά που έφερνα μαζί μου και οτιδήποτε άλλο με χαρακτήριζε ήταν επίκτητο από τις πολλές προσωπικές μου προσπάθειες να αποκτήσω γνώσεις και να γίνω καλύτερη.

-Πραγματικά νομίζεις ότι θα με ένοιαζε αυτό; Ω, Θεέ μου, τόσος πόνος, τόση απογοήτευση, τόσα ερωτηματικά, γιατί ντρεπόσουν για αυτό που ήσουν! Δεν μπορώ να το πιστέψω! Νομίζεις ότι εγώ ήμουνα ένας πλούσιος αριστοκράτης; Κάθε άλλο! Ήμουν ένα φτωχό παιδί από την Ισπανία που σπούδασα αρχιτεκτονική με χίλιες δυσκολίες, αλλά κατάφερα να διαπρέψω στον τομέα μου, κάνοντας αυτό που έκανες εσύ: διαβάζοντας και μαθαίνοντας από αυτούς που ήταν καλύτεροι από μένα.

-Τότε εργαζόμουν σε μια μεγάλη εταιρεία της Μαδρίτης που είχε κερδίσει ένα διαγωνισμό για την κατασκευή ενός ουρανοξύστη στο Λονδίνο. Ερχόμουνα συχνά, γιατί επέβλεπα το έργο και το ξενοδοχείο που έμενα το πλήρωνε η εταιρεία στην οποία εργαζόμουν. Από την πρώτη φορά που σε είχα δει σε είχα ερωτευτεί. Τότε που ερχόσουν με την Λαίδη, αλλά δεν τόλμησα να σου μιλήσω. Βλέπεις είχα και εγώ τις αναστολές μου! Αν σου μιλούσα τότε, ίσως η Λαίδη να μην σε άφηνε να συμπεριφερθείς τόσο ανόητα και να χαθείς μέσα στη νύχτα, σαν την σταχτοπούτα.

-Αλήθεια, πέστε μας τι ακριβώς συνέβηκε, ρώτησε η Δήμητρα που είχε μαγευτεί από την ιστορία.

Τα μάτια της θείας Κάλλης βούρκωσαν. Της ήταν δύσκολο να διαχειριστεί τα αισθήματα που την πλημμύριζαν και ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Η Καλλιρρόη έτρεξε να της το φέρει. Ήπιε μερικές γουλιές και συνέχισε, ενώ εξακολουθούσαν να κρατούν ο ένας το χέρι του άλλου με τον Diego:

-Όταν άρχισα να κυκλοφορώ μόνη μου, διαπίστωσα ότι είχα μεγάλη επιτυχία στους άνδρες. Πολλοί με πλησίαζαν, ζητούσαν να με κεράσουν ένα ποτό, άλλοι με καλούσαν σε δείπνο και εγώ προς μεγάλη έκπληξη του εαυτού μου, φλέρταρα μαζί τους. Εγώ, που σαν η κατά κόσμο Καλλιρρόη Μιχαήλ, ήμουν τόσο ντροπαλή, που δεν τολμούσα να φλερτάρω με κανένα, σαν Κάλλη Μισιέλ, απολάμβανα αυτό το παιχνίδι, όπως κάθε γοητευτική γυναίκα. Όμως πάντοτε κατέφθανα με ταξί και έφευγα με ταξί πριν τις 12 τα μεσάνυχτα, έστω και αν ο συνοδός μου επέμενε να μείνω ή είχε άλλες ορέξεις. Ήμουν πάντοτε πολύ προσεχτική να μην δώσω λανθασμένες ελπίδες ή προσδοκίες σε κανένα. Ήταν απλά ένα παιχνίδι που απολάμβανα.

-Φυσικά αυτό δεν γινόταν κάθε φορά που έβγαινα έξω, αλλά όταν αποδεχόμουν μια πρόσκληση επέλεγα επισκέπτες στο Λονδίνο που έμεναν σε ακριβά ξενοδοχεία και δεν θα ενδιαφέρονταν να με ψάξουν ξανά. Εκείνοι είχαν μια ωραία συνοδό σε ένα εστιατόριο και εγώ διασκέδαζα με τον ρόλο της αριστοκράτισσας Αγγλίδας κυρίας, χωρίς καμία δέσμευση. Ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι, το ξέρω, όμως έδινε ένα πικάντικο ενδιαφέρον στη ζωή μου.

-Μέχρι που μια μέρα συνάντησα τον Diego. Θυμάσαι Diego, εκείνη την πρώτη μέρα που μιλήσαμε;

-Βέβαια θυμάμαι. Μόνο που εγώ σε είχα προσέξει πολύ προηγουμένως. Απλά εκείνη τη μέρα με πρόσεξες και εσύ. Η διαμονή μου στο Λονδίνο δεν ήταν μόνιμη. Πηγαινοερχόμουν ανάλογα με τις απαιτήσεις του έργου που παρακολουθούσα. Την προηγούμενη φορά που σε είχα δει ήσουν με την Λαίδη Raffiel και όπως σου έχω ήδη πει, δεν βρήκα το θάρρος να σου μιλήσω. Εκείνη την μέρα σε είδα να μπαίνεις στο ξενοδοχείο μόνη, να κάθεσαι στην τραπεζαρία και να παραγγέλλεις απογευματινό τσάι, με σκόουνς. Ήσουν τόσο κομψή και αγέρωχη που θεώρησα ότι θα πρέπει να είσαι κάποια κόμισσα ή διάσημη ηθοποιός. Ήσουν η πιο εντυπωσιακή γυναίκα που είχα δει στη ζωή μου.

-Σε πλησίασα λοιπόν και σου είπα: Ονομάζομαι Diego Gonzales και είμαι Ισπανός αρχιτέκτονας. Θα σας πείραζε να καθίσω μαζί σας;

Η θεία Κάλλη, τον κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε γλυκά:

-Και εγώ σου απάντησα: Ονομάζομαι Κάλλη Μισιέλ. Παρακαλώ καθήστε. Και με τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε υπήρξε μια βαθιά επικοινωνία, μια ταύτιση απόψεων, μια οικειότητα που σπάνια συναντά κανείς στη ζωή του.

-Εγώ από την πρώτη κιόλας μέρα σου είχα πει πολλά για τη ζωή μου, για τη δουλειά μου, για την καταγωγή μου. Όταν σε ρώτησα για σένα, απλά μου απάντησες ότι δραστηριοποιείσαι στο χώρο της μόδας. Τίποτα περισσότερο.

-Είχα καταλάβει από την πρώτη στιγμή πόσο ψηλά με είχες βάλει και δυστυχώς δεν ήθελα να κατεβώ από εκείνο το βάθρο. Χίλιες φορές το μετάνιωσα αργότερα, όμως εκείνη η ψεύτικη εικόνα με κρατούσε αιχμάλωτη. Με τίποτα δεν ήθελα να μάθεις την αλήθεια. Είχα μεγαλώσει σε αυτό το χωριό σαν το πιο περιφρονημένο παιδί και αυτή η ρετσινιά με ακολουθούσε σχεδόν σε όλη μου τη ζωή. Μόνο όταν επέστρεψα πίσω εδώ και είδα πως επειδή ήμουν ντυμένη με αριστοκρατικά ρούχα, οι άνθρωποι άλλαξαν την συμπεριφορά τους απέναντι μου, κατάλαβα πόσο λάθος είχα. Όμως ήταν πια πολύ αργά. Σε είχα χάσει πλέον για πάντα ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

-Πώς εξελίχθηκε η σχέση σας; Ρώτησε η Δήμητρα. Η συνάντησή σας ήταν μόνο μία φορά;

-Θα ήταν καλά, Δήμητρά μου, να ήταν μόνο μία φορά .Έτσι θα ήταν και αυτός ένας περαστικός όπως όλοι οι άλλοι που δεν θυμάμαι πια ούτε το όνομά τους, ούτε το πρόσωπό τους. Από την πρώτα κιόλας στιγμή ένοιωσα ότι με αυτό τον άνθρωπο με συνέδεε ένα καλώδιο που μετέφερε την ενέργεια της ψυχής του και ηλέκτριζε τη δική μου ψυχή φωτίζοντας την ύπαρξή μου και όλο τον κόσμο γύρω μου. Πήγα και την άλλη μέρα και την επόμενη και όλες όσες ακολούθησαν. Δεν μπορούσα να σταματήσω τον εαυτό μου. Και ήξερα ότι αυτό θα με οδηγούσε στην καταστροφή. Γιατί δεν υπήρχε καμία μα καμία περίπτωση να του πω ποια ήμουν πραγματικά.

-Εγώ, είπε ο Diego, είχα μεγάλη επιθυμία να μου μιλήσει για τον εαυτό της, αλλά ήμουν τόσο ερωτευμένος που δεν την πίεζα. Έλεγα θα έρθει η ώρα που θα μου πει και έκανα υπομονή.

-Σε κάποιο στάδιο κατάλαβα, συνέχισε η θεία Κάλλη, ότι ο κίνδυνος που εμπεριείχε αυτό το παιχνίδι, δεν ήταν οι ορέξεις των άλλων ανδρών, αλλά ο δικός μου έρωτας για ένα άνδρα. Και όταν αυτό συνέβηκε, ήμουνα πια αιχμάλωτη στα δικά μου πλοκάμια.

-Αυτό το πήγαινε – έλα και οι συναντήσεις μας, που τελείωναν πάντοτε πριν τις 12 τα μεσάνυχτα, κράτησαν για κανένα μήνα, μέχρι που ήρθε η ώρα ο Diego να επιστρέψει στη χώρα του. Την τελευταία μέρα που ήξερα ότι θα τον συναντούσα, ντύθηκα με μεγαλύτερη επιμέλεια, φόρεσα αυτά τα δαντελένια γοβάκια, που ήταν της μόδας τότε και πήγα να τον βρω.

-Ναι, θυμάμαι εκείνη την ημέρα. Σε είδα να κατεβαίνεις από το ταξί και να προχωρείς στην είσοδο του ξενοδοχείου. Ήσουν τόσο λαμπερή και αγέρωχη, περπατούσες ανάλαφρα, σαν χαριτωμένη γκαζέλλα, που η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Ήθελα τόσο πολύ να σε κάνω δική μου!

-Ναι, θυμάμαι που το είδα στα μάτια σου. Και τρόμαξα γιατί ήξερα ότι θα έπρεπε να φύγω. Με πήρες σε ένα ακριβό εστιατόριο και έβαλες τα βιολιά να παίξουν για μένα ένα βαλς. Χορέψαμε αγκαλιασμένοι και μου ψιθύρισες ότι θα ήθελες να μείνω μαζί σου το βράδυ. Εκείνη τη στιγμή πανικοβλήθηκα. Η καρδιά μου είχε κομματιαστεί. Θα ήθελα όλα να είναι ομαλά και αληθινά για να ακολουθήσουμε τον δρόμο του έρωτα, αλλά  το περιφρονημένο κοριτσάκι μέσα μου ήθελε να το βάλει στα πόδια. Ντρεπόταν τόσο πολύ για το ποια ήμουν ή νόμιζα ότι ήμουν πραγματικά. Έτσι σε μια στιγμή που εσύ πήγες να φρεσκαριστείς, ζήτησα να μου καλέσουν ένα ταξί για να εξαφανιστώ.

-Μόλις βγήκα και μου είπαν ότι έφυγες, έτρεξα αμέσως και βρήκα ένα άλλο ταξί και του είπα να σας ακολουθήσει. Ούτε το εστιατόριο δεν πλήρωσα εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς που οι άνθρωποι ήξεραν ποιος ήμουν.

-Εκείνο το βράδυ σκεφτόμουν να πάω μέχρι το σπίτι μου με το ταξί, όμως όταν κατάλαβα ότι μας ακολουθούσες, είπα στον οδηγό να με κατεβάσει στο Piccadilly Circus. Ήθελα να χαθώ μέσα στο πλήθος, δεν ήθελα να με βρεις. Πόσες φορές μετάνιωσα για αυτή μου την απόφαση. Πόσες φορές έκλαψα…

-Όταν κατέβηκα στο σταθμό, έβγαλα από τη τσάντα μου ένα σάλι και σκέπασα το κεφάλι και τους ώμους μου. Έτσι δεν θα μπορούσες να με εντοπίσεις από μακριά. Ύστερα άρχισα να τρέχω. Τότε ήταν που το τακούνι μου πιάστηκε στη σιδερένια σχάρα ενός φρεατίου και έσπασε. Το άφησα εκεί, ενώ συγχρόνως έβγαλα και το άλλο και συνέχισα να τρέχω. Τρύπωσα μέσα στο πλήθος, στάθηκα μπροστά από ένα σωματώδη τύπο πάνω στη κυλιόμενη σκάλα, χωρίς να κοιτάζω πίσω μου. Όταν μπήκα στο τρένο και κοίταξα από το παράθυρο, εσύ είχες χαθεί.

-Σε ακολούθησα μέχρι το σταθμό και σε είδα που έβαλες το σάλι στο κεφάλι σου. Μπόρεσα να είμαι πίσω σου μέχρι τη στιγμή που έσπασες το τακούνι σου. Είπα τότε μέσα μου, «τώρα θα την φτάσω», αλλά όταν έσκυψα να πάρω το παπούτσι σου, εσύ είχες χαθεί μέσα στο πλήθος. Και δεν σε βρήκα ποτέ πια.

-Γύρισα στο σπίτι μου κλαίγοντας με αναφιλητά. Οι άνθρωποι με έβλεπαν στο δρόμο να περπατώ ξυπόλητη και να κλαίω. Μια κυρία με ρώτησε αν χρειαζόμουν βοήθεια. Την ευχαρίστησα για το ενδιαφέρον της και συνέχισα μέχρι που έφτασα σπίτι μου. Τα πόδια μου αιμορραγούσαν και το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Είχα μετανιώσει ήδη για τον πανικό, για την φυγή, για την δειλία μου.

-Μα θεία Κάλλη, ρώτησε η Καλλιρρόη γιατί είχες την εντύπωση πως ήσουν απλά μια μοδίστρα σε ένα εργοστάσιο. Δεν ήταν ακριβώς έτσι. Είχες υπεύθυνη θέση και είχες και μετοχές σε αυτό το εργοστάσιο. Γιατί υποτιμούσες τόσο πολύ τον εαυτό σου;

-Εκείνη την εποχή δεν ήμουν ακόμα μέτοχος. Αλλά δεν ήταν αυτό. Φοβόμουν την απόρριψη. Ήταν άλλοι καιροί τότε. Η καταγωγή έπαιζε ρόλο και εγώ δεν είχα τίποτε να περηφανευτώ για την καταγωγή μου. Εκείνος ήταν ένας επιτυχημένος αρχιτέκτονας που νόμιζε ότι είχε γνωρίσει και ερωτευτεί μια επιφανή κυρία. Εγώ δεν ήμουνα αυτή που παρουσιαζόμουν. Και ντρεπόμουν πολύ για αυτό και για όλη την παραπλάνηση…

-Ακόμα και αυτή τη στιγμή θυμώνω για τον λόγο που έφυγες, είπε ξαφνικά ο Diego. Μπορούσες να μου πεις την αλήθεια και να αφήσεις εμένα να αποφασίσω αν θα σε ήθελα ή όχι. Αυτό που έκανες ήταν πολύ σκληρό και για τους δυο μας. Ξέρεις πόσο πολύ υπέφερα που σε έχασα;

-Ότι και να πεις έχεις δίκαιο. Και εγώ πλήρωσα πολύ ακριβά την φυγή μου εκείνο το βράδυ. Ξέρεις, πήγα ξανά στο ξενοδοχείο, μήπως σε βρω και μπορέσω τουλάχιστον να απολογηθώ για την συμπεριφορά μου, όμως δεν ήσουν εκεί.

-Πέρασαν πολλά χρόνια για να γυρίσω πίσω στο Λονδίνο. Πίστεψα ότι μπορεί να ήσουν μια παντρεμένη γυναίκα, με ένα δυστυχισμένο γάμο. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση δεν σε δικαιολογούσα. Αν μου μιλούσες θα μπορούσαμε να βρούμε λύση μαζί. Πόσο μάλλον που έφυγες για ένα τόσο ασήμαντο λόγο!

-Χίλια συγγνώμη. Δεν ξέρω τι να πω! Τώρα που το βλέπω από απόσταση φαίνεται τόσο ανόητο. Εκείνη τη στιγμή όμως παρουσιαζόταν σαν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Και εσύ καλή μου Καλλιρρόη, πώς τον βρήκες;

-Σας άκουσα εκείνη την μέρα που μιλούσατε με την Ελπίδα, φυσικά δεν είχα καταλάβει τις λεπτομέρειες που περιγράψατε σήμερα, απλά το όνομα, το επάγγελμα και την Μαδρίτη. Συνδύασα τις πληροφορίες και τον βρήκα. Υπάρχει αρχιτεκτονικό γραφείο στη Μαδρίτη με το όνομά του που σήμερα διαχειρίζονται ο γιος του και ο εγγονός του, ο Diego.

Εκείνη τη στιγμή γύρισαν όλοι και κοίταξαν τον νεαρό που καθόταν σιωπηλός και παρακολουθούσε. Τα μάτια του ήταν δακρυσμένα.

-Δεν ήξερα παππού ότι είχες ζήσει ένα τόσο μεγάλο έρωτα στα νιάτα σου. Με την γιαγιά ήσασταν πάντοτε αγαπημένοι, αλλά για να φυλάξεις το παπούτσι της κυρίας Κάλλης για τόσα χρόνια, σημαίνει ότι την αγαπούσες πολύ!

-Ναι αγαπούσα πολύ αυτό το τρελοκόριτσο, είπε με ένα μικρό λυγμό ο Diego και της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά. Αλλά είμαι πολύ θυμωμένος μαζί της!

Τα μάτια της θείας Κάλλης έτρεχαν ασταμάτητα. Από χαρά, από λύπη, από βαθιά μετάνοια για εκείνη τη μέρα.

-Ξέρεις, είπε γυρίζοντας προς τον Diego, αργότερα ταξίδεψα πολύ και σε ένα από τα ταξίδια μου επισκέφθηκα την Μαδρίτη. Σκέφτηκα να σε ψάξω τότε, όμως η λογική με σταμάτησε. Και καλύτερα. Θα ήσουν παντρεμένος και η παρουσία μου μόνο προβλήματα θα δημιουργούσε.

-Τι λέτε; Να πάμε όλοι μαζί να φάμε; Ρώτησε ξαφνικά η Καλλιρρόη.

-Πηγαίνετε εσείς, είπε η θεία Κάλλη. Εγώ είμαι πάρα πολύ κουρασμένη. Θα μείνω εδώ.

-Θα μείνω και εγώ μαζί σου, είπε ο Diego. Έχουμε πολλά να πούμε. Έχουν ήδη περάσει πενήντα χρόνια από την τελευταία μας συνάντηση.

Οι υπόλοιποι τρεις σηκώθηκαν και προχώρησαν προς την έξοδο. Το ηλικιωμένο ζευγάρι καθόταν ακόμα κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου.

-Θα περάσουμε αργότερα, είπε η Καλλιρρόη.

Και έκλεισε απαλά την πόρτα.

 

Επίλογος

Ο Έρωτας

Εδώ θα μπορούσε η ιστορία να έχει ολοκληρωθεί με την τυπική φράση: «έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Μα ούτε οι ιστορίες, ούτε τα παραμύθια παρουσιάζουν απλά στιγμές από τους ατέρμονους κύκλους της ζωής, που χάνονται στο χρόνο. Αντίθετα είναι συλλήψεις αυτών των στιγμών και προβολή τους στην αιωνιότητα.

Ο Έρωτας είναι μια μορφή της ανθρώπινης έκφρασης που μελετήθηκε, υμνήθηκε, χλευάστηκε, αναθεματίστηκε από την αρχή του ανθρωπίνου πολιτισμού και μέχρι σήμερα παραμένει αιτία αντιπαραθέσεων. Όμως ανεπηρέαστος καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων και παρά  τους νόμους και τους περιορισμούς που κατά καιρούς έβαζαν και βάζουν οι κοινωνίες και οι θρησκείες για να τον χαλιναγωγήσουν, αυτός εύρισκε τον τρόπο να βγαίνει πάντα νικητής.

Στην εποχή μας, που τουλάχιστον οι δυτικές κοινωνίες, τείνουν να τον ελευθερωποιήσουν, ενώ συγχρόνως τον υποβαθμίζουν, αυτός, ρυθμίζει με τον τρόπο του, την ροή και την ποιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων.

Μέσα στη πορεία του πολιτισμού πάντοτε υπήρχαν άνθρωποι που είχαν αρκετή σοφία και ενόραση ώστε να κατανοούν την πηγή αλλά και το νόημα τέτοιων θεμελιωδών αρχών, όπως ο Έρωτας. Μπορεί να είναι μεγάλοι φιλόσοφοι, μπορεί ποιητές, μπορεί συγγραφείς. Αυτοί στο διάβα τους αφήνουν σημάδια που αν τα ακολουθήσουμε μπορούμε να ιχνηλατήσουμε την αλήθεια που κρύβεται πίσω από αυτή τη σημαντική έκφραση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Ο Πλάτωνας με το έργο του «Συμπόσιο» εξετάζει τον Έρωτα εκτενώς και καταλήγει σε συγκεκριμένα συμπεράσματα που μέχρι σήμερα μελετιούνται και αναλύονται από διανοούμενους και εραστές της σοφίας για να κατανοήσουν καλύτερα την προβολή των λόγων του στο πεδίο της κοσμικής γνώσης. Το Συμπόσιο είναι βασικά μια συνομιλία με θέμα τον Έρωτα, που γίνεται μεταξύ των συνδαιτημόνων μιας σύναξης, με κύριο ομιλητή τον Σωκράτη, τον δάσκαλο του Πλάτωνα.

Ανάμεσα όμως στους παρευρισκόμενους που αναπτύσσουν την δική τους θεωρία για τον Έρωτα είναι και ο κωμικός ποιητής Αριστοφάνης, ο οποίος δίνει την δική του άποψη. Σίγουρα δεν είναι αυτή η άποψη που υποστηρίζει στο έργο του ο Πλάτωνας, όμως η ερμηνεία που δίνεται μπορεί να ταυτιστεί καλύτερα με τον τρόπο που οι άνθρωποι βιώνουν την εμπειρία του έρωτα. Μια σύντομη περίληψη αυτών που λέει είναι και το ακόλουθο κείμενο:

Ο Αριστοφάνης πριν αρχίσει τον μονόλογο του προειδοποιεί πως αυτά που θα πει είναι πιο περίεργα από αστεία. Ο λόγος του είναι μια εξήγηση για το φαινόμενο των ερωτευμένων που λένε πως νιώθουν «ολόκληροι» όταν βρίσκουν τον σύντροφο τους. Αρχικά εξηγεί ότι πρέπει να καταλαβαίνεις την ανθρώπινη φύση πριν προσπαθήσεις να εκφράσεις την προέλευση της αγάπης και το πως μας επηρεάζει. Η αγάπη πηγάζει από το γεγονός ότι κάποτε οι άνθρωποι είχαν διπλά σώματα με δυο πρόσωπα και αντί για δυο φύλα υπήρχαν τρία: οι άντρες, οι γυναίκες και οι ανδρόγυνοι. Οι δύο πρώτοι είχαν και στις δύο πλευρές της μορφής του το ίδιο φύλο ενώ οι ανδρόγυνοι είχαν σώμα άντρα στην μια πλευρά και γυναίκας στην άλλη. Οι άντρες είχαν ως προέλευση τον ήλιο, οι γυναίκες τη Γη ενώ οι ανδρόγυνοι τη Σελήνη. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν ιδιαίτερα δυνατοί και λόγω της μεγάλης τους δύναμης προσπάθησαν να κατακτήσουν τον Όλυμπο αλλά και τους ίδιους τους θεούς. Ο Δίας αρχικά σκέφτηκε να τους κατακεραυνώσει όμως δεν ήθελε να χάσουν οι θεοί τις θυσίες που τους πρόσφεραν, άρα αποφάσισε να τους τεμαχίσει στα δυο με αποτέλεσμα να διαχωριστούν τα δυο σώματα. Από τότε οι άνθρωποι ψάχνουν το άλλο τους μισό ή ουσιαστικά το ταίρι τους. Οι άντρες όπου διαχωρίστηκαν από έναν άλλο άντρα είναι οι ομοφυλόφιλοι. Ενώ οι γυναίκες είναι οι λεσβίες. Οι ετεροφυλόφιλοι είναι αποτέλεσμα της τομής των «ανδρόγυνων». Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη, η έντονη επιθυμία που νιώθουν τα φύλα για επανένωση ονομάζεται Έρωτας. Ο Έρωτας έχει τη δύναμη να ενώσει τα ανθρώπινα όντα, όχι μόνο για να επιβιώσουν και να πολλαπλασιαστούν αλλά και για να αναπαραχθούν ηθικά.  Ο Αριστοφάνης αναφέρει επίσης ότι όταν δυο αδελφές ψυχές βρίσκουν η μια την άλλη δεν επιθυμούν να διαχωριστούν ποτέ ξανά.

Ας κρατήσουμε την τελευταία πρόταση και ας αναφερθούμε στο τι λέει για τον Έρωτα ένας άλλος μεγάλος Έλληνας, ο βραβευμένος με Νόμπελ λογοτεχνίας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, μέσα από ένα μελοποιημένο ποίημα σε μουσική Λίνου Κόκοτου, που τραγουδήθηκε από τη Ρένα Κουμιώτη το 1972.

Λέει λοιπόν μεταξύ άλλων ο Ελύτης:

Μια φορά στα χίλια χρόνια

κελαηδούν αλλιώς τ’ αηδόνια.

Δε γελάνε μήτε κλαίνε,

μόνο λένε μόνο λένε.

 

Μια φορά στα χίλια χρόνια

γίνεται η αγάπη αιώνια.

Να ‘χεις τύχη να ‘χεις τύχη

κι η χρονιά να σου πετύχει.

Αν δεχτούμε αυτό που λέει ο Ελύτης ως γεγονός, ότι δηλαδή «μια φορά στα χίλια χρόνια γίνεται η αγάπη αιώνια», φαίνεται ότι οι άνθρωποι συμβιβάζονται μέσα στη ζωή με κάτι λιγότερο από το «άλλο τους μισό», όπως έκαναν στην ιστορία μας η Κατερίνα και η Ελπίδα. Η πρώτη  για να συμβαδίσει με το κατεστημένο και η δεύτερη για να κάνει παιδιά. Και επειδή κατά τον Ελύτη η αιώνια αγάπη είναι κάτι πολύ σπάνιο, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι συμβιβάζονται με τον ένα ή άλλο τρόπο, χωρίς να έχουν συναντήσει τον πραγματικό Έρωτα. Αυτό είναι κακό; Μάλλον όχι. Είναι ένας τρόπος να εξελίσσεται η κοινωνία.

Για τον Έρωτα έχουν γράψει σχεδόν όλοι οι συγγραφείς από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα.  Εμείς θα αναφερθούμε σε ένα πολύ  μεγάλο συγγραφέα, τον βραβευμένος με Νόμπελ λογοτεχνίας Κολομβιανό – Gabriel García Márquez, και  στο έργο του «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας». Στο έργο αυτό οι δύο πρωταγωνιστές σμίγουν για να χαρούν τον έρωτά τους πενήντα χρόνια μετά που ερωτεύτηκαν. Περίπου στην ίδια ηλικία με την Καλλιρρόη και τον Diego Gonzales. Είναι άραγε δυνατό να αντέξει ένας έρωτας πενήντα χρόνια; Φαίνεται ότι αντέχει. Οι μύστες της ανθρωπότητας αυτό λένε.

Αυτή η πραγμάτωση του έρωτα σε περασμένη ηλικία σίγουρα δεν χάρισε στους ερωτευμένους μια πρότερη ευτυχισμένη ζωή. Ζούσαν με την έλλειψη του «άλλου τους μισού». Όμως φαίνεται ότι αυτή η τύχη, που παρουσιάζεται «κάθε χίλια χρόνια» έχει το τίμημά της, που είναι πολύ ακριβό. Ίσως γιατί στη ζωή τίποτε δεν χαρίζεται.

Από την άλλη υπάρχει το παραμύθι της Σταχτοπούτας. Ένα κλασσικό παραμύθι που έχει επαναληφθεί πολλές φορές στην παγκόσμια λογοτεχνία με τον ένα ή άλλο τρόπο. Στην εποχή μας αυτές τις επαναλήψεις, ίσως να τις χαρακτηρίζουμε φτηνά ρομαντικές, όμως τις παρακολουθούμε γιατί μέσα από τη πλοκή τους συναντούμε κατά κάποιο τρόπο την δικαίωση και την ευτυχία του αδικημένου. Και αυτό ικανοποιεί τον δικό μας κουρασμένο ψυχικό κόσμο.

Όμως τι μας λέει αυτό το παραμύθι; Ξεκινά με μια ευτυχισμένη οικογένεια, μετά έρχεται ο θάνατος της μητέρας, ο γάμος του πατέρα με την κακιά μητριά και η πτώση της θυγατέρας σε υπηρέτρια του σπιτιού της, που ζει στην κουζίνα και περισυλλέγει τις στάχτες από το τζάκι. Όταν ο πρίγκηπας της περιοχής καλεί όλες τις κοπέλες σε ένα χορό για να διαλέξει τη μέλλουσα νύμφη του, η Σταχτοπούτα διατάσσεται από την μητριά να μην πάει. Εξ άλλου δεν έχει τα κατάλληλα ρούχα. Στο χορό θα παρευρεθούν μόνο οι δύο κόρες της μητριάς.

Ένα σκηνικό κατάφορης αδικίας, που επαναλαμβάνεται στην καθημερινότητα πολλών ανθρώπων με τον ένα ή άλλο τρόπο. Και εδώ είναι η ώρα της επιλογής. Η Σταχτοπούτα τολμά, παρά τα πραγματικά δεδομένα της ζωής της, να επιθυμήσει να πάει στο χορό. Και τότε όλη η πλάση συνηγορεί για να αποκτήσει το κατάλληλο φόρεμα, και το κατάλληλο μεταφορικό μέσο για να μοιάζει με πριγκίπισσα. Με μια προϋπόθεση: Να επιστρέψει πριν τις 12 τα μεσάνυχτα. Διαφορετικά η μαγεία θα χαθεί και όλοι θα δουν την μιζέρια της. Η Σταχτοπούτα υπακούει αλλά φεύγοντας χάνει το γυάλινο γοβάκι της, το οποίο περισυλλέγει ο πρίγκηπας, που την έχει ήδη ερωτευτεί.

Όταν αυτός αρχίζει να γυρίζει τα σπίτια της περιοχής για να βρει την κοπέλα που φορούσε το γοβάκι και να την παντρευτεί, η Σταχτοπούτα τολμά ξανά. Παρά την άθλιά της εμφάνιση και τις απειλές της μητριάς της παρουσιάζεται ξανά μπροστά στον πρίγκηπα και δοκιμάζει το γοβάκι. Ο πρίγκηπας την αναγνωρίζει, την παντρεύεται και ζουν ευτυχισμένοι την υπόλοιπη τους ζωή.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι ο πρίγκηπας την επιλέγει ακόμα και όταν παρουσιάζεται μπροστά του με τα άθλια ρούχα της υπηρέτριας. Είχε πραγματικά αγαπήσει το άτομο που κρυβόταν πίσω από την  εικόνα της όμορφης πριγκίπισσας. Παρόλα αυτά όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι αρχικά την είχε προσέξει γιατί ελκύστηκε από την εικόνα της. Διαφορετικά μπορεί να μην την ερωτευόταν ποτέ. Είναι και αυτό ένα μέρος του παιχνιδιού της έλξης μεταξύ των δύο φύλων.

Πολλά μηνύματα σε αυτό το παραμύθι: πρέπει να ακολουθούμε τα όνειρα και τις επιθυμίες μας ακόμα και όταν όλα γύρω μας συνηγορούν στο αντίθετο. Πρέπει να τολμούμε και πρέπει να διεκδικούμε την ευτυχία. Αλλιώς θα μας προσπεράσει και θα μείνουμε για πάντα να περισυλλέγουμε τις στάχτες της ζωής μας.

Η ιστορία δεν μας λέει πώς συνέχισαν η Καλλιρρόη και ο Diego Gonzales. Δεν έχει σημασία. Η πλοκή της ιστορίας αυτής τους έφερε κοντά και θα είναι δική τους απόφαση αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν στο κόσμο των ιδεών ή θα χαθούν στην ανυπαρξία. Τα συναισθήματα των αναγνωστών της ιστορίας μπορεί να τους ενδυναμώσουν για να υπάρξουν σαν πνεύματα δυνατά που θα εμπνέουν τους ανθρώπους να αγαπούν αιώνια ή θα διαλυθούν μέσα στο άπειρο σύμπαν σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Οτιδήποτε όμως και να συμβεί το συμπέρασμα του Gabriel García Márquez θα δίνει ελπίδα σε όλους τους ανθρώπους:

Γιατί είχαν ζήσει αρκετά για να καταλάβουν πως ο έρωτας είναι έρωτας σ΄ οποιαδήποτε εποχή και σ΄ οποιοδήποτε τόπο, αλλά γινόταν πιο έντονος όταν βρίσκονταν κοντά στο θάνατο.

 

ΤΕΛΟΣ

Φωτογραφία

 

 

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *