Ο Σωκράτης στη χώρα των Αριθμών

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 09/01/2024

Back to Blog

Αφιερωμένο με αγάπη στον Σωκράτη Ανδρέου και την οικογένειά του

Το καλοκαίρι ήταν ζεστό. Ο Σωκράτης με την οικογένειά του και το φίλο του Νικόλα είχαν ταξιδέψει εκείνο το Σαββατοκύριακο στα βουνά, σε ένα σπίτι κοντά στο δάσος. Θα περνούσαν τις μέρες τους εκεί, για να απολαύσουν την δροσιά και να αναπνεύσουν τον καθαρό αέρα του βουνού.

Μόλις έφτασαν και πριν ακόμα προλάβουν να ξεφορτώσουν τις αποσκευές τα δύο παιδιά, γύρω στα δέκα και οι δύο,  άρπαξαν την μπάλα του ποδοσφαίρου και έτρεξαν σε ένα ξέφωτο να παίξουν.

-Μην αργήσετε τους φώναξε η Βερόνικα, η μητέρα του Σωκράτη. Είναι σχεδόν μεσημέρι και σε λίγο θα φάμε.

-Σε καμιά ώρα θα είμαστε πίσω, απάντησε ο Σωκράτης. Απλά θα παίξουμε λίγο.

-Άστους, είπε ο Κωνσταντίνος, ο πατέρας του Σωκράτη. Ξέρεις πόσο φανατικοί είναι και οι δύο με το ποδόσφαιρο. Θα πάω να τους φέρω εγώ όταν θα είναι ώρα να φάμε

Τα δυο παιδιά έτρεξαν χαρούμενα μακριά και άρχισαν να παίζουν με την μπάλα. Στάθηκαν απέναντι και προσπαθούσαν να βάλουν γκολ ο ένας στον άλλο, σε μια φανταστική εστία που βρισκόταν πίσω τους.

Όμως η μπάλα είναι στρογγυλή και δεν υπακούει πάντοτε στην πορεία που ο παίχτης προσπαθεί με το πόδι του να καθορίσει, δηλαδή στην εστία του απέναντι παίχτη. Έτσι σε μια στιγμή η μπάλα κύλησε και προχώρησε σε μια συστάδα από δένδρα στην άκρη του ξέφωτου. Έτρεξαν και οι δύο να την προλάβουν αλλά μόλις έφτασαν εκεί η μπάλα είχε εξαφανιστεί.

Άρχισαν να ψάχνουν ανάμεσα στα δέντρα και τους θάμνους αλλά τίποτε. Η μπάλα δεν ήταν πουθενά. Σε μια στιγμή ο Σωκράτης πρόσεξε μια γέρικη ελιά με μια μεγάλη κουφάλα στη ρίζα της.

-Μπας και μπήκε εδώ, σκέφτηκε.

Και έσκυψε να κοιτάξει. Όμως δεν μπορούσε να ξεχωρίσει, γιατί ήταν σκοτάδι στην κουφάλα της ελιάς. Εν τω μεταξύ είχε φτάσει και ο Νικόλας και έψαχναν και οι δύο. Έβαζαν και το χέρι τους και ψαχούλευαν, αλλά τίποτε.

-Θα συρθώ σιγά σιγά μέσα να ψάξω, αποφάσισε ο Σωκράτης.

-Πρόσεχε, του είπε ο Νικόλας. Ίσως έχει κανένα φίδι μέσα.

-Θα προσέχω, είπε ο Σωκράτης.

Ξάπλωσε  με την κοιλιά και άρχισε να σέρνεται μέσα στην κουφάλα. Στην αρχή ήταν πολύ στενά όμως σιγά – σιγά η κουφάλα άρχισε να πλαταίνει και έμοιαζε πια με μικρό δωμάτιο. Ήταν σκοτάδι όμως και δεν έβλεπε καθαρά.

-Είσαι καλά; Βρήκες την μπάλα; Του φώναξε ο Νικόλας από έξω.

-Μια χαρά είμαι. Δεν βρίσκω την μπάλα. Είναι σκοτάδι εδώ. Όμως έλα και συ να δεις. Είναι πολύ μεγάλη η κουφάλα. Στέκομαι όρθιος.

Ο Νικόλας αναθάρρεψε και σύρθηκε και αυτός μέσα . Οι δύο φίλοι ξαφνιάστηκαν με το μέγεθος της κουφάλας της ελιάς.

-Είναι πολύ μεγάλη! Είπε έκπληκτος ο Νικόλας. Δεν μπορεί κανείς να το καταλάβει απ’ έξω!

Σιγά – σιγά τα μάτια τους άρχισαν να συνηθίζουν το σκοτάδι και το πρώτο πράγμα που διέκριναν ήταν κάτι σαν είσοδος στην απέναντι άκρη από το σημείο που μπήκαν μέσα.

-Από εδώ θα κύλησε η μπάλα μας είπε ο Σωκράτης. Βλέπεις που οδηγεί αυτή η είσοδος;

-Μου φαίνεται ότι έχει μια σκάλα που κατεβαίνει προς τα κάτω, και στο βάθος μοιάζει να έχει φως. Τι λες; Να κατεβούμε μήπως βρούμε την μπάλα μας;

-Ναι, αλλά δεν πρέπει να αργήσουμε, γιατί θα μας περιμένουν οι γονείς μου.

-Αν δεν την βρούμε, θα φύγουμε, είπε ο Νικόλας.

Οι δυο φίλοι άρχισαν να κατεβαίνουν προσεκτικά την σκάλα, που στην πραγματικότητα ήταν διακλαδώσεις της ρίζας της γέρικής ελιάς. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να φτάσουν εκεί που τελείωνε η σκάλα και τότε τους περίμενε η μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής τους.

Μπροστά τους ήταν μια τεράστια έκταση, σαν μια άλλη χώρα, γεμάτη φως και χρώματα. Από πάνω, αντί για ουρανό, είχε ένα θόλο διάφανο, από τον οποίο, αντί σύννεφα ή αστέρια, κρέμονταν αριθμοί και εξισώσεις. Έμοιαζε με τη Γη αλλά όλα τα χρώματα ήταν πιο απαλά. Τα δένδρα είχαν φύλλωμα πράσινο αλλά πολύ πιο ανοικτόχρωμο και διάφανο. Μπορούσε κανείς να δει πίσω από το δένδρο σαν αυτό να ήταν μια σκιά και όχι αληθινό. Έτρεχαν παντού νερά, υπήρχαν λίμνες, ποταμάκια και καταρράκτες, αλλά όλα είχαν ένα λευκό διάφανο χρώμα και πολύ μεγαλύτερη πυκνότητα. Αν έβαζες το χέρι σου για να νοιώσεις το νερό, μπορούσες να το κρατήσεις στην παλάμη σου, σαν να ήταν ζελατίνη.

Οι δυο φίλοι έμειναν τόσο έκπληκτοι, που ξέχασαν ακόμα και την μπάλα τους. Κοίταζαν με μάτια γουρλωμένα, μην μπορώντας να αρθρώσουν λέξη. Τότε ήταν που πρόσεξαν μια παρέα παιδιών πάρα πέρα. Τα παιδιά αυτά ήταν όλα μικρόσωμα, με πολύ ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια. Αυτά τα παιδιά είχαν την μπάλα τους, αλλά δεν την κλωτσούσαν, ούτε την πετούσαν ο ένας στον άλλο. Τα παιδιά αυτά δεν μιλούσαν, ούτε έβγαζαν οποιοδήποτε ήχο. Απλά άνοιγαν το στόμα τους και από μέσα έβγαιναν αριθμοί και εξισώσεις που χόρευαν στο κενό, μαζί με μια απαλή μουσική.

Το περίεργο ήταν ότι αυτοί οι αριθμοί είχαν μια δύναμη πάνω στη μπάλα τους, που την έκαναν να στριφογυρίζει στον αέρα, χωρίς να πέφτει στο έδαφος, να ανεβαίνει ψηλά, να κυλιέται πάνω στα κλαδιά των δένδρων, να χορεύει στην επιφάνεια των νερών. Κάθε φορά που ένα παιδί άνοιγε το στόμα του και έβγαινε μια εξίσωση, η μπάλα έπαιρνε διαφορετική πορεία. Και τα παιδιά αυτά έμοιαζε να χαίρονται πολύ με το παιχνίδι τους.

-Ε, παιδιά, τους φώναξε ο Σωκράτης, η μπάλα είναι δική μας. Δώστε μας την πίσω.

Μα τα παιδιά δεν απαντούσαν. Απλά άνοιγαν το στόμα τους, έβγαιναν εξισώσεις και η μπάλα στροβιλιζόταν, μία εδώ και μία εκεί. Οι δύο φίλοι προσπάθησαν να την αρπάξουν, μα δεν μπορούσαν. Αυτή όλα έφευγε και αιωρείτο στον αέρα. Σε μια στιγμή που κατέβηκε κάτω σε ένα ποταμάκι και έτρεξαν κοντά της, αυτή προχώρησε βαθύτερα. Τότε ο Σωκράτης αποφάσισε να μπει στο νερό να την πάρει. Εκεί τον περίμενε μία άλλη έκπληξη. Αντί να βυθιστούν τα πόδια του στο νερό, αυτός μπορούσε να περπατήσει στην επιφάνεια, σαν να βρισκόταν πάνω σε σφουγγάρι. Σε λίγο τον ακολούθησε και ο Νικόλας και οι δύο φίλοι διασκέδαζαν περπατώντας στην επιφάνεια του νερού.

Χωρίς να το καταλάβουν όμως, είχαν ήδη απομακρυνθεί αρκετά από την ρίζα της ελιάς και δεν ήξεραν πώς να επιστρέψουν πίσω.

-Φίλε, είπε ο Νικόλας, καλύτερα να φύγουμε και άσε σε αυτούς την μπάλα. Αγοράζουμε άλλη. Οι γονείς σου θα ανησυχούν. Έχουμε ήδη αργήσει πολύ.

-Να φύγουμε, συμφωνώ, αλλά πώς να φύγουμε; Πού είναι η ρίζα της ελιάς; Έχουμε χαθεί. Ε, παιδιά, πέστε μας πώς να φύγουμε και σας χαρίζουμε την μπάλα.

Μα τα παιδιά ούτε μιλούσαν, ούτε απαντούσαν. Απλά άνοιγαν το στόμα τους, έβγαιναν εξισώσεις και η μπάλα στροβιλιζόταν, μία εδώ και μία εκεί. Οι δύο φίλοι είχαν αρχίσει να ανησυχούν. Η περιπέτειά τους έμοιαζε πια επικίνδυνη. Ήταν έτοιμοι να βάλουν τα κλάματα, όταν ξαφνικά η γη άρχισε να τρέμει κάτω από τα πόδια τους. Έντρομοι αγκαλιάστηκαν και τότε ο Σωκράτης είδε στο βάθος, μέσα στο χάσμα που δημιουργήθηκε, τον θείο του Βασίλη.

-Βασίλη, Βασίλη άρχισε να φωνάζει, αλλά το χάσμα έκλεισε πριν ο θείος Βασίλης τον ακούσει.

-Είδα τον Βασίλη, αλλά δεν με άκουσε είπε στο Νικόλα. Τι θα κάνουμε τώρα;

-Δεν ξέρω, είπε ο Νικόλας. Έχω αρχίσει να φοβάμαι.

Εκείνη τη στιγμή τα παιδιά που είχαν την μπάλα τους τους πλησίασαν και με νοήματα τους κάλεσαν να τα ακολουθήσουν. Έτσι μπροστά πήγαινε η μπάλα, χοροπηδώντας στον αέρα, πίσω τα παιδιά με τις εξισώσεις και παραπίσω οι δύο φίλοι, μη γνωρίζοντας πού πήγαιναν και γιατί πήγαιναν. Απλά ακολουθούσαν μην ξέροντας τι άλλο να κάνουν.

Σε λίγο έφτασαν σε ένα γυάλινο κτήριο, που δεν είχε ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα. Η μπάλα, που προπορευόταν, πέρασε μέσα από το γυάλινο τοίχο, σαν να ήταν καμωμένος από τζέλυ και τα παιδιά με τις εξισώσεις ακολούθησαν. Οι δύο φίλοι, μαγεμένοι από τα παράξενα αυτού του τόπου, διστακτικά στην αρχή, ύστερα με περισσότερο θάρρος, διέσχισαν τον τοίχο και βρέθηκαν μέσα στο παράξενο κτήριο. Ο Σωκράτης κοίταξε πίσω του να δει αν είχε δημιουργηθεί τρύπα, αλλά ο τοίχος είχε και πάλι κλείσει και γίνει συμπαγής. Εκείνη τη στιγμή του φάνηκε πάλι πως πίσω από πολλούς διάφανους τοίχους είδε το θείο του Βασίλη, να κάθεται στο βάθος, σκυμμένος  μπροστά από ένα υπολογιστή.

-Αυτός ο τόπος είναι μαγεμένος, σκέφτηκε.

Φώναξαν ξανά, μαζί με το Νικόλα, αυτή τη φορά::

-Βασίλη, Βασίλη! Αλλά και πάλι αυτός δεν απάντησε.

Δεν φαινόταν να τους έχει ακούσει. Κοίταξαν γύρω του και τα παιδιά και η μπάλα τους είχαν εξαφανιστεί. Εκείνη τη στιγμή ένας ηλικιωμένος κύριος φάνηκε μπροστά τους. Τα γένια και τα μαλλιά του ήταν γαλάζια και προς μεγάλη τους έκπληξη άρχισε να τους μιλά:

-Καλώς ήρθατε παιδιά μου στη χώρα των Αριθμών. Έχει καιρό να δούμε παιδιά από τη δική σας διάσταση.

-Κοιτάξτε κύριε, είπε ο Σωκράτης. Δεν ξέρω τι σημαίνει «δική μας διάσταση», αλλά εμείς θέλουμε να πάμε στους γονείς μας. Έχει περάσει πολλή ώρα και θα μας ψάχνουν. Σας αφήνουμε και τη μπάλα για να παίζουν τα παιδιά σας που δεν μιλούν. Απλά βοηθήστε μας να βρούμε την ελιά για να επιστρέψουμε στο σπίτι μας.

Ο ηλικιωμένος κύριος γέλασε.

-Τι είπατε; Θέλετε να πάτε στους γονείς σας και μας αφήνετε και την μπάλα; Μα καλά μου παιδιά δεν έχετε καταλάβει ότι είναι η μπάλα που σας οδήγησε εδώ; Μόνο η μπάλα θα σας πάρει πίσω. Είναι το κλειδί σας για να γυρίσετε πίσω στη δική σας διάσταση.

-Μα πώς θα την πιάσουμε; Ρώτησε ο Νικόλας. Αυτή όλο πετάει και κάθε φορά που την πλησιάζουμε ένα από αυτά τα παιδιά βγάζει από το στόμα του μια εξίσωση και η μπάλα φεύγει και πάλι μακριά.

-Να πείτε και εσείς την ανάλογη εξίσωση για να σας υπακούσει η μπάλα και να έρθει κοντά σας.

-Μα εμείς δεν ξέρουμε να λέμε τέτοιες εξισώσεις, απάντησε ο Σωκράτης. Δεν έχουμε μάθει στο σχολείο.

-Τότε να μείνετε εδώ να μάθετε, απάντησε ο ηλικιωμένος κύριος και χάθηκε.

Οι δύο φίλοι ήταν έτοιμοι να βάλουν τα κλάματα, όταν είδαν ένα χαριτωμένο κοριτσάκι με ξανθά μαλλιά και μπλε μάτια να τους πλησιάζει. Στάθηκε μπροστά τους και άρχισε να βγάζει εξισώσεις από το στόμα της, ενώ ακουγόταν μια απαλή μουσική. Οι αριθμοί χόρευαν στον αέρα, όπως η μπάλα τους, και ύστερα εξαφανίζονταν. Όμως αυτή τη φορά όπως κοίταζαν σαν μαγεμένοι το όμορφο κοριτσάκι, άκουγαν μέσα στο μυαλό τους τα λόγια της, που έβγαιναν με τις εξισώσεις:

-Μην φοβάστε, τους έλεγε. Δώστε προσοχή και θα μάθετε τις εξισώσεις που πρέπει να πείτε για να πιάσετε τη μπάλα σας. Βρίσκεστε σε μια άλλη διάσταση, για αυτό όλα σας φαίνονται διαφορετικά.

-Τι σημαίνει «άλλη διάσταση» ρώτησε ο Σωκράτης. Πρέπει να επιστρέψουμε στο σπίτι μας. Οι γονείς μου θα ανησυχούν.

-Εδώ ο χρόνος περνά διαφορετικά από τη δική σας διάσταση. Στο κόσμο σας έχουν περάσει απλά μερικά λεπτά, οι γονείς σου δεν έχουν αρχίσει να ανησυχούν.

-Επιτέλους θα μας πείτε τι σημαίνει «άλλη διάσταση», είπε αυτή τη φορά ο Νικόλας εκνευρισμένος.

-Είναι δύσκολο να σας εξηγήσω. Είναι ένας άλλος κόσμος, που υπάρχει παράλληλα με το δικό σας, στο σύμπαν. Εδώ ζει το πνεύμα όλων των επιστημόνων και των σοφών του κόσμου. Για αυτό βλέπετε τον Βασίλη να εμφανίζεται ανάμεσα στις πτυχές του κοσμικού υφάσματος. Γιατί είναι επιστήμονας. Ησυχάστε τώρα. Σύντομα θα γνωρίσετε πολλούς σοφούς και θα κατανοήσετε πολλά πράγματα. Έτσι μόνο θα μπορέσετε να μάθετε την σωστή εξίσωση που θα σας δώσει πίσω την μπάλα σας και θα σας οδηγήσει στο δικό σας κόσμο.

-Μα εμείς δεν θέλουμε να γίνουμε επιστήμονες, είπε εκνευρισμένος ο Σωκράτης.

-Όμως θέλετε πίσω την μπάλα σας! Και θα την πάρετε μόνο όταν μάθετε τη σωστή εξίσωση, που θα την φέρει κοντά σας.

Ύστερα το κοριτσάκι χάθηκε ανάμεσα στις πτυχές του κοσμικού υφάσματος. ΟΙ δυο φίλοι έμειναν μόνοι τους. Και οι δύο κατάλαβαν ότι η  περιπέτειά τους είχε μόλις αρχίσει. Θα έπρεπε από τώρα και στο εξής να δώσουν όλη τη προσοχή τους, για να καταφέρουν να πιάσουν την μπάλα τους και να γυρίσουν στο δικό του κόσμο, ή στη δική τους διάσταση, καλύτερα.

Συνεχίζεται…

 

 

4 responses to “Ο Σωκράτης στη χώρα των Αριθμών”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Πάρα πολύ ενδιαφέρον!!! Ξεπερασες τον εαυτό σου!!!

  2. Maria.Klerides says:

    Πολύ όμορφο το παραμύθι σου Μαρία μου. Γράφεις πολύ παραστατικά και ταξιδεύει ο άλλος μαζί σου!

    • Maria Atalanti says:

      ευχαριστώ Μάρω μου. Ξέρεις τις περισσότερες φορές παρασύρομαι στον ειρμό της ιστορίας μαζί με τους ήρωές μου!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *