Ο Λέανδρος και η γοργόνα

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 01/05/2022

Back to Blog

 

Ο Λέανδρος ζούσε στο χωριό του, ψηλά στα βουνά της Πάφου και γνώριζε καλά το δάσος. Από τα οκτώ του ήταν βοσκός και μαζί με τις κατσίκες του περπατούσε κάθε μέρα στα βοσκοτόπια  του χωριού και κοίταζε τα βουνά. Τώρα, στα 14 του χρόνια, οι σκέψεις του είχαν γίνει πιο περίπλοκες και φιλοσοφημένες. Όπως τα έβλεπε να στέκονται εκεί ακίνητα, σταθερά, αμετάβλητα,  ένοιωθε ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Ήταν ευτυχισμένος και ικανοποιημένος ο Λέανδρος. Είχε τις κατσίκες του, είχε το παππού του, είχε το χωριό του, ζούσε στην αγκαλιά του δάσους και των βουνών, τι άλλο θα ήθελε;

Μια μέρα άκουσε το παππού του να μιλά με κάποιους άλλους γέροντες και να τους περιγράφει τη θάλασσα. Ο Λέανδρος πήγε κοντά. Τι να είναι η θάλασσα;  Διερωτήθηκε. Κατάλαβε ότι είχε πολύ νερό. Θα είναι σαν τον ποταμό όταν κατεβαίνει ορμητικός, σκέφτηκε. Μα ύστερα άκουσε τον παππού του να μιλά για τα ψάρια. Αυτό και αν τον μπέρδεψε. Δεν ήξερε τι είναι τα ψάρια. Είναι μήπως σαν τα βατράχια ή τα χέλια που ζουν  στην άκρη του ποταμού; Σαν έμειναν μόνοι με τον παππού του τον ρώτησε:

-Τί είναι η θάλασσα παππού; Τί είναι τα ψάρια;

-Έχεις μεγαλώσει πια, Λέανδρέ μου. Την επόμενη φορά που θα πάω στη Πόλη να πουλήσω τα χαλούμια και τα λουκάνικά μου θα σε πάρω μαζί μου. Έτσι θα μάθεις τον κόσμο έξω από το χωριό μας.

Ο Λέανδρος ενθουσιάστηκε. Θα μάθαινε το κόσμο έξω από το χωριό τους! Σπουδαίο πράγμα σκέφτηκε. Θα γνώριζε και αυτός τη θάλασσα! Θα έβλεπε τα ψάρια!

Συνεννοήθηκε με το φίλο του, τον Φίλιππο, να βοσκήσει τις κατσίκες του. Του εξήγησε για την Κοκκινούλα που είχε κτυπήσει το πόδι της και έπρεπε να την προσέχει και ξεκίνησε με τον παππού του για την Πόλη.

Είχαν μαζί τους και το γαϊδουράκι τους φορτωμένο με τα χαλούμια, τα λουκάνικα και ότι άλλο είχαν να πουλήσουν. Περπατούσαν και οι δύο πλάι στο γαϊδούρι τους. Ο Λέανδρος ρωτούσε συνέχεια τον παππού για τη θάλασσα και τα ψάρια και εκείνος του απαντούσε:

-Μην βιάζεσαι. Αύριο που θα φθάσουμε θα δεις τη θάλασσα και τα ψάρια. Και τότε θα ξέρεις και συ τι είναι αυτό το θεριό.

-Θεριό γιατί θεριό; Ρώτησε ο Λέανδρος.

-Θεριό γιατί όταν θυμώσει και βρυχηθεί, καταπίνει τους ναυτικούς και τα καράβια τους, απάντησε ο παππούς.

Και άρχιζαν άλλες ερωτήσεις. Πώς είναι τα καράβια, ποιοι είναι οι ναυτικοί γιατί θυμώνει η θάλασσα και ένα σωρό απορίες, από το παιδί που γνώριζε μόνο τα σταθερά βουνά και τα αμετακίνητα δένδρα.

Το βράδυ κοιμήθηκαν σε ένα μικρό ξέφωτο στο δάσος. Ο παππούς κοιμήθηκε δηλαδή, διότι ο Λέανδρος είχε τέτοια αγωνία που δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Σαν ξύπνησαν το πρωί, έφαγαν από τις ελιές και το ψωμί που είχαν μαζί τους, και ξεκίνησαν.

Είχαν πια βγει από το δάσος και είχαν αρχίσει να κατηφορίζουν κατά τη θάλασσα. Αυτή διακρινόταν στο βάθος, σαν συνέχεια του γαλάζιου του ουρανού, μόνο σε πιο σκούρο μπλε, και ο παππούς την έδειξε στο Λέανδρο. Στην αρχή αυτός δεν μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά με τον ουρανό αλλά σιγά – σιγά διέκρινε την αδιόρατη γραμμή που χώριζε αυτά τα δύο: τη θάλασσα και τον ουρανό.

Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός του Λέανδρου που δεν πρόσεχε την απέραντη ομορφιά του τοπίου: τις εναλλασσόμενες αποχρώσεις του πράσινου, καθώς υπήρχαν συστάδες από σκουρόχρωμα πεύκα, ασημένιες ελιές και πράσινες καλλιεργημένες περιοχές, εκεί που τα χωράφια γειτνίαζαν με τον ποταμό που κατέβαινε από το χωριό του. Που και που κάποιοι βράχοι, που στέκονταν αιώνες στην ίδια θέση, στιγμάτιζαν το τοπίο.

Ο παππούς βλέποντας την ευφορία του εγγονού του, άρχισε να του μιλά για τις γοργόνες. Και σιγά – σιγά, διαπιστώνοντας τον ενθουσιασμό και την έκσταση στα μάτια του Λέανδρου, συνέχισε με την ιστορία που σαγήνεψε και τον ίδιο, όταν την πρωτάκουσε:

-Κάποτε είχε ένα βασιλιά που τον έλεγαν Μέγα Αλέξανδρο και ζούσε στη Μακεδονία. Αυτός ξεκίνησε να κατακτήσει όλο τον κόσμο με την εξυπνάδα και την δύναμή του. Κατάφερε μάλιστα το ακατόρθωτο: να εξασφαλίσει το αθάνατο νερό, ώστε να ζει για πάντα. Πριν το πιεί όμως, η αδελφή του, κατά λάθος, το πέταξε. Όταν κατάλαβε τι έκανε, από τη στεναχώρια της, πήδηξε στη θάλασσα και έγινε γοργόνα. Από τη μέση και πάνω ήταν μια πανέμορφη κοπέλα, με μακριά ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια και από τη μέση και κάτω ψάρι. Ο Μέγας Αλέξανδρος, μη έχοντας πια το αθάνατο νερό, πέθανε νέος. Ο πόνος της αδελφής, όταν το έμαθε, ήταν αβάσταχτος. Έτσι σταματούσε κάθε καράβι που έβρισκε στο δρόμο της και ρωτούσε τον καπετάνιο: Ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος; Αν αυτός της έλεγε ότι δεν ζει, αυτή θύμωνε και βύθιζε το καράβι. Αν της έλεγε: Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει, αυτή χαιρόταν και κατευόδωνε το καράβι του.

Από αυτή την μαγική ιστορία, ο Λέανδρος το μόνο που κράτησε ήταν η γοργόνα και η ομορφιά της. Ρωτούσε τον παππού συνέχεια για αυτή, αλλά ήταν δύσκολο να δημιουργήσει εικόνα, μια και δεν ήξερε ούτε τι είναι θάλασσα, ούτε τι είναι ψάρι.

Κατά το μεσημέρι έφτασαν στη θάλασσα. Ο Λέανδρος πρώτα την μύρισε και ύστερα την είδε. Η μυρωδιά της ήταν δροσερή και διεγερτική. Η αλμύρα τόνιζε τις αισθήσεις του και σκέφτηκε ότι έτσι πρέπει να μυρίζουν οι  γυναίκες. Σαν την αντίκρυσε όμως αναφώνησε:

-Παππού, αυτή είναι ζωντανή! Κινείται πάνω – κάτω.

-Βγάλε τα παπούτσια σου και βάλε τα πόδια σου μέσα, του είπε ο παππούς. Μην προχωρήσεις όμως πολύ, γιατί μπορεί να σε πνίξει.

Ο Λέανδρος έβγαλε αμέσως τα παπούτσια του και έβαλε τα πόδια του στο νερό. Ήταν κρύο, αλλά όπως το κύμα τον χάιδευε, ένοιωσε να φεύγει όλη η κούραση από τον ποδαρόδρομο δύο ημερών. Πλατσούριζε χαρούμενος και δεν ήθελε να φύγει.

-Παππού πού είναι η γοργόνα; Ρώτησε.

-Δεν θα δεις εσύ τη γοργόνα. Μόνο οι καπετάνιοι βαθιά στη θάλασσα την βλέπουν. Έλα να φύγουμε. Θα πάμε στο λιμανάκι να δούμε τους ψαράδες που ήρθαν με τη ψαριά τους και μη φοβάσαι, είναι και εκεί η θάλασσα.

Με κάποια δυσφορία ο Λέανδρος, φόρεσε τα παπούτσια του και ακολούθησε το παππού του. Περπάτησαν κανένα τέταρτο και έφτασαν στο λιμανάκι. Οι ψαράδες είχαν επιστρέψει με την ψαριά τους και διαλαλούσαν το εμπόρευμα τους.

Ο παππούς τον πήρε κοντά και του έδειξε τα ψάρια και τις ουρές τους.

-Έτσι είναι η γοργόνα του είπε. Δεν έχει πόδια, έχει ουρά ψαριού, κολυμπά ολημερίς στη θάλασσα και ψάχνει τα καράβια που περνούν.

Ο Λέανδρος έμεινε να κοιτάζει έκπληκτος τα ψάρια και τις ουρές τους. Προσπαθούσε να σχηματίσει την εικόνα της γοργόνας, της αδελφής του βασιλιά Αλέξανδρου, με την μακριά ουρά και τα γαλάζια μάτια. Ασκούσε μια γοητεία στο εφηβικό μυαλό του και για πρώτη φορά ένοιωσε κάτι μέσα του να φουντώνει. Ίσως να είναι αυτό που λένε «έρωτας». Η επιθυμία να την γνωρίσει, τον ξεπερνούσε.

-Έλα, του είπε ο παππούς, να πάμε στο παζάρι να πουλήσουμε τα χαλούμια και τα άλλα που φέραμε.

-Πήγαινε εσύ. Εγώ θα μείνω εδώ και θα κοιτάζω τη θάλασσα. Πού ξέρεις. Μπορεί να δω και τη γοργόνα.

-Δεν έρχεται εδώ έξω τη γοργόνα του είπε ο παππούς. Αλλά μείνε αν θέλεις. Θα γυρίσω να σε πάρω. Μόνο μην μπεις στη θάλασσα και μην φύγεις από εδώ. Η Πόλη είναι μεγάλη και θα χαθείς.

-Δεν θα φύγω. Θα σε περιμένω.

Ο παππούς φεύγοντας άρχισε να διερωτάται αν έκαμε καλά που μίλησε στο Λέανδρο για την γοργόνα. Είχε δει πώς τον είχε  αιχμαλωτίσει η εικόνα της.

-Θα το ξεχάσει, σκέφτηκε και συνέχισε για το παζάρι.

Όταν έμεινε μόνος του ο Λέανδρος κάθισε σε μια πέτρα και κοίταζε τη θάλασσα. Το βλέμμα του είχε συγκεντρωθεί στο βάθος, εκεί που φαίνεται είχε κάποια βραχάκια και όπως έσκαζε το κύμα πάνω τους, ένας λευκός αφρός απλωνόταν κάθε λίγο και λιγάκι, χρωματίζοντας το βαθύ γαλάζιο. Ο Λέανδρος θαρρούσε ότι εκεί θα πρέπει να ήταν η γοργόνα και κτυπούσε με την ουρά της το νερό.

Την φανταζόταν λυγερή, με την μακριά ασημένια ουρά της να κτυπάει το κύμα και να ανεβαίνει στην επιφάνεια. Τα ξανθά μαλλιά της να απλώνονται στην επιφάνεια του νερού και το πρόσωπό της να στολίζουν σταγόνες. Τα γαλάζια μάτια της να λάμπουν κάτω από τον ήλιο και από τα βρεγμένα χείλη της να σταλάζει όλη η ηδονή, που η άπειρη εφηβική καρδιά του μπορούσε να φανταστεί.

Πέρασαν δύο ώρες μέχρι να επιστρέψει ο παππούς  και ο Λέανδρος καθόταν ακίνητος, κοιτάζοντας τη θάλασσα και περιμένοντας την οπτασία του να αναδυθεί. Η φωνή του παππού του τον ξύπνησε από το όραμά και με απροθυμία τον ακολούθησε στο ταξίδι της επιστροφής.

Όπως  περπατούσαν, ήταν σιωπηλός. Ο παππούς προσπαθούσε να τον κάμει να μιλήσει αλλά ο Λέανδρος απαντούσε μονολεκτικά. Το μόνο που ρώτησε ήταν, πότε θα ξανάρχονταν στη θάλασσα.

Την άλλη μέρα, όταν πήγε να βοσκήσει τις κατσίκες τους με το φίλο του τον Φίλιππο, προσπάθησε να του μιλήσει για τη θάλασσα και τη γοργόνα. Εκείνος όμως δεν εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ. Ένοιωθε ευτυχισμένος στην αγκαλιά των βουνών και του δάσους. Δεν τον ένοιαζαν η θάλασσα και η γοργόνα.

-Παραμύθια, είπε στο Λέανδρο, όταν αυτός προσπάθησε να του περιγράψει την γοητεία της γοργόνας.

Έτσι ο Λέανδρος αποφάσισε να μην μιλήσει ξανά σε κανένα για το θέμα. Θα κρατούσε το όραμά της για τον εαυτό του.

Τα βράδια, την έβλεπε να αναδύεται από το βυθό, γεμάτη ομορφιά και σαγήνη και να τον ρωτά:

-Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

-Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει, της απαντούσε.

Κάθε βράδυ λοιπόν, στον ύπνο του την συναντούσε και κάθε μέρα την σκεφτόταν. Είχε αρχίσει να μαραζώνει.

Ο παππούς προσπαθούσε να τον ευθυμήσει,  αλλά μάταια. Ο Λέανδρος είχε καταληφθεί από την μελαγχολία του ανεκπλήρωτου έρωτα.

Μια μέρα, που πήγε στη βρύση για νερό, την είδε. Ήταν εκεί, με τα άλλα κορίτσια του χωριού και γέμιζε την στάμνα της. Τα ξανθά ατίθασα μαλλιά της, πετάγονταν έξω από το μαντήλι που σκέπαζε το κεφάλι της. Τα γαλάζια μάτια της έλαμπαν καθώς γελούσε και τα χείλη της έσταζαν ηδονή. Ήταν εκείνη, την γνώρισε! Κοίταξε κάτω, να δει την ουρά της, αλλά είδε απλά δύο πόδια.

Η καρδιά του φούσκωσε. Η γοργόνα του είχε γίνει κορίτσι και ήταν εδώ, στο χωριό του. Ένοιωσε τη δύναμη των δασών να τον γεμίζει και πάλι και την ασφάλεια των βουνών να τον περιβάλλει. Τα μάγια είχαν λυθεί.

Πέρασαν τα χρόνια και ο Λέανδρος παντρεύτηκε την Σουσάνα, όπως έλεγαν το κορίτσι με την ομορφιά της γοργόνας. Έζησε ευτυχισμένος στο πλάι της, έκανε μαζί της παιδιά. Στην θάλασσα δεν ξανακατέβηκε.

Κάποια βράδια ωστόσο, όταν είχε πανσέληνο, η γοργόνα  ερχόταν στον ύπνο του. Σταγόνες έσταζαν από το πρόσωπό της και τα γεμάτα ηδονή χείλη της ρωτούσαν:

-Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;

-Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει, της απαντούσε.

Αμέσως όμως ξυπνούσε και γύριζε στη γυναίκα που κοιμόταν στο πλάι του. Άκουγε την ήρεμη αναπνοή της, την αγκάλιαζε και εκείνη κάτι ψιθύριζε μέσα στον ύπνο της. Η δική του γοργόνα, δεν ήταν η ξωτικιά, αδελφή του βασιλιά Αλέξανδρου. Ήταν η Σουσάνα του και κάθε μόριο του κορμιού της ήταν σάρκα ζωντανή.

 

 

 

9 responses to “Ο Λέανδρος και η γοργόνα”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Παραμύθι για μεγάλους! Αλλά πόσες φορές λιώνουμε για μιαν ανεκπλήρωτο επιθυμία, για μια άπιαστη ευτυχία, ενώ η αληθινή ευτυχία είναι μέσα μας, ένα με την πνοή μας και δεν την γνωρίζουμε!!!

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ για τη φιλοσοφική σου ερμηνεία και την καθαρότητα της σκέψης σου!

  2. Maria Klerides says:

    Υπέροχο Μαρία μου. Μου θύμισε την ιστορία που έγραψα στο βιβλίο μου με τίτλο Η Θάλασσα.

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ πολύ Μαρία μου. Χαίρομαι που σου άρεσε. Οι άνθρωποι που πλησιάζουν με ευαισθησία τη φύση, λαμβάνουν τα ίδια μηνύματα. Γιατί όλα βρίσκονται εκεί.

  3. Andreas says:

    Beautiful! Well done.

  4. Andreas says:

    Beautiful! Well done

  5. Georgia Gouti says:

    Όμορφη ιστορία!!! Φανταζόμαστε από παιδιά διάφορα πράγματα για τη ζωή μας κάποια τα πραγματοποιούμε και άλλα όχι. Η ζωή μας δίνει πολλές επιλογές για να είμαστε πολύ κοντά σε αυτό που ονειρευόμαστε και επιθυμούμε

    • Maria Atalanti says:

      Ναι Γεωργία μου. Έχεις δίκαιο. Τα παιδικά και εφηβικά μας όνειρα μπορούν να βρουν διεξόδους αν είμαστε ρεαλιστές.

Leave a Reply

Your email address will not be published.