Μαρία (Κεφάλαιο 9)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 31/10/2021

Back to Blog

(Η ιστορία αυτή είναι προϊόν μυθοπλασίας και κανένα από τα πρόσωπα δεν είναι υπαρκτό. Τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται είναι πραγματικά)

Λευκωσία 1888 – 1895

Ο Αντώνιος, πέραν από τη διδασκαλία στο σχολείο, άρχισε να λαμβάνει μέρος και στην πνευματική ζωή που εμφανιζόταν δειλά – δειλά στην πόλη της Λευκωσίας.

Μετά την έλευση των Βρετανών άρχισαν να εκδίδονται και οι πρώτες εφημερίδες, οδηγώντας έτσι και στη δημιουργία του πρώτου τυπογραφείου στη Λευκωσία. Αυτό  ιδρύθηκε από τον Περικλή Μιχαηλίδη το 1880. Συγκεκριμένα ο κ. Μιχαηλίδης μετέφερε το τυπογραφείο που είχε στη Λάρνακα, στη Λευκωσία.

Μια από τις πρώτες εφημερίδες που εκδόθηκε το 1882, ήταν η «Φωνή της Κύπρου». Ο Αντώνιος Φιλίππου αρθρογραφούσε συχνά και προσπαθούσε να ενημερώσει τους συμπατριώτες του για διάφορα θέματα και κυρίως για τα διεθνή ρεύματα και τη θέση της Κύπρου στη σκακιέρα της περιοχής.

Οι αναγνώστες, που για αιώνες δεν μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε ενημέρωση και ζούσαν μακριά από τις πολιτικές και  πολιτιστικές εξελίξεις της Ευρώπης, ρουφούσαν κάθε λέξη και προσπαθούσαν να μάθουν. Οι ελάχιστοι μορφωμένοι ανάλαβαν το ρόλο του πνευματικού μέντορα για τους κατοίκους της Λευκωσίας.

Το 1891 ιδρύθηκε το αναγνωστήριο «Η Αγάπη του Λαού», που διαδέχθηκε το αναγνωστήριο «Η Αγάπη» που είχε ιδρυθεί το 1888 στην ενορία του Αγίου Αντωνίου. Παράλληλα την ίδια εποχή ιδρύθηκε και «Ο Κυπριακός Σύλλογος». Εδώ οι μορφωμένοι κάτοικοι της Λευκωσίας έδιναν διαλέξεις πάνω σε διάφορα θέματα, όπως «Τα αποτελέσματα του εν Ασία αποικισμού του Ελλήνων», «Περί Αγωγής», «Περί Εμπορικού Δικαίου», «Περί Υγιεινής» και πολλά άλλα. Το κοινό παρακολουθούσε με θαυμασμό και κάθε τι που άκουγαν είχε τη βαρύτητα και το ενδιαφέρον του.

Ο Αντώνιος Φιλίππου ήταν ένα ενεργό μέλος αυτών των συλλόγων και έκανε συχνά ομιλίες προσπαθώντας να  ενημερώσει τους συμπολίτες του. Έβλεπε ότι ενθουσιάζονταν περισσότερο με εθνικά θέματα και αρέσκονταν σε εθνικούς παιάνες. Ήθελαν να βλέπουν την Κύπρο να ενώνεται σύντομα με την Ελλάδα. Ο ίδιος, που γνώριζε τα γεγονότα και τις δυνάμεις που κινούσαν τα νήματα, προσπαθούσε να τους προσγειώσει και να τους κάνει να καταλάβουν πως η Βρετανία με τα συμφέροντα που είχε στην περιοχή δεν επρόκειτο να συναινέσει και να δώσει αυτοδιάθεση στους Κύπριους.

Συχνά γινόταν λόγος για τον φιλελληνισμό, του πολλές φορές πρωθυπουργού της Βρετανίας William Ewart Gladstone,  ιδιαίτερα μετά την υποστήριξή του για παραχώρηση των Ιονίων Νησιών στην Ελλάδα το 1862 και την απόφασή του για διδασκαλία των ελληνικών στα σχολεία στην Κύπρο, αντίθετα με τις άλλες αποικίες που διδάσκονταν αγγλικά. Ο Αντώνιος προσπαθούσε να τους εξηγήσει ότι ακόμα και αυτός ο φιλέλληνας δεν επρόκειτο να πάει ενάντια στα συμφέροντα της χώρας του και να παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα. Η παραχώρηση των Ιονίων νήσων έγινε στην πραγματικότητα, γιατί η Βρετανία δεν είχε πλέον συμφέροντα στην περιοχή, αντίθετα με την Κύπρο που τα συμφέροντά της εξακολουθούσαν να υφίστανται.

Έβλεπε ο Αντώνιος ότι παρόλο που οι Βρετανοί είχαν κάμει πολλά έργα στις πόλεις σε σύγκριση με τους Οθωμανούς και ο τόπος είχε αρχίσει να έχει τα στοιχειώδη για μια χώρα, εν τούτοις στην ύπαιθρο η κατάσταση εξακολουθούσες να είναι άθλια. Δεν υπήρχαν δρόμοι, δεν υπήρχε γενικά καμιά υποδομή και οι αγρότες ακόμα πλήρωναν τη δεκάτη (το ένα δέκατο της παραγωγής τους στο Κράτος). Η τοκογλυφία εξαπλωνόταν και ένα ελάχιστο ποσοστό των Κυπρίων αγροτών δεν ήταν χρεωμένο στους τοκογλύφους.  Η εγγύηση που έβαζαν για να πάρουν το δάνειο, ήταν τα ίδια τα χωράφια τους και έτσι όσοι  δεν μπορούσαν να  πληρώσουν έχαναν τις περιουσίες τους. Ίδιες τραγικές ήταν οι συνθήκες για τους εργάτες, που δούλευαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου και πληρώνονταν ελάχιστα.

Η προτροπή του Αντώνιου ήταν να απαιτήσουν περισσότερη δικαιοσύνη και έργα για τον τόπο από τους Βρετανούς και να μην τους προκαλούν, προς το παρόν, ζητώντας να γίνει η ένωση με την Ελλάδα. Ούτως ή άλλως η ιστορική περίοδος των αποικιών, πλησίαζε προς το τέλος της και με τον ένα ή άλλο τρόπο, οι Βρετανοί θα έφευγαν από την Κύπρο. Το σενάριο όμως αυτό δεν ήταν δημοφιλές, ανάμεσα στους συμπολίτες του. Παρόλα αυτά το Αντώνιος εξακολουθούσε να λέει την άποψή του, επειδή πίστευε ότι αυτό ήταν το καλύτερο για τον τόπο του, κάτω από τις συνθήκες που επικρατούσαν.

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις δραστηριότητές του ο Αντώνιος δεν ξεχνούσε τη Μαρία και την υπόσχεση που της είχε δώσει. Ήξερε πως δεν ήταν εύκολο να πλησιάσει τη μάνα Αϊσέ, ιδιαίτερα επειδή ένας άντρας,  δε συνηθιζόταν να επισκέπτεται  μία μουσουλμάνα, κατ’ ιδίαν.

Είχε παρατηρήσει ότι ο αφέντης Σουλεϊμάν είχε φέρει και δεύτερη σύζυγο στο σπίτι, αλλά δε φαινόταν να είχαν αποκτήσει παιδιά. Ήξερε ότι οι δυο γυναίκες συχνά τσακώνονταν, περισσότερο εξ αιτίας της Φατμά, γιατί άκουγε τις φωνές τους. Η μάνα Αϊσέ, καθόταν σχεδόν καθημερινά στον κήπο και ο Αντώνιος την έβλεπε από την τρύπα της περίφραξης, που ουδέποτε τη διόρθωσαν. Είχε γεράσει και φαινόταν καταβεβλημένη.

Μια μέρα, γύρω στα 1895 είδε τυχαία την Evelyn McCain σε μια εκδήλωση στο σχολείο, στην οποία είχε προσκληθεί ο στρατιωτικός διοικητής Λευκωσίας με τη σύζυγό του. Μετά από τόσα χρόνια, όταν τον αντίκρισε η κυρία McCain, ταράχτηκε. Ήξερε πως θα τη ρωτούσε για τη Μαρία και πήρε το πιο αυτοκρατορικό της ύφος για να του απαντήσει.

-Η Μαίρη είναι πολύ καλά, του είπε. Τελείωσε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και ετοιμάζεται να παντρευτεί ένα λόρδο. Είναι πολύ ευτυχισμένη και η ζωή της είναι παραμυθένια. Ούτε που θυμάται την Κύπρο. Σύντομα θα φύγουμε με τον σύζυγό μου για το Λονδίνο για να παραβρεθούμε στους γάμους τους.

Με την προσπάθεια που κατέβαλε η κυρία McCain για να ωραιοποιήσει την κατάσταση, ο Αντώνιος αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε και τόσο καλά. Για να πάρει περισσότερες πληροφορίες, τη ρώτησε ξανά.

-Θα ζήσουν στο Λονδίνο ή σε καμιά άλλη πόλη της Αγγλίας;

Εδώ κατάλαβε ότι ήταν το αγκάθι που τρυπούσε την καρδιά της κυρίας McCain.

-Ξέρεις, απάντησε, ο σύζυγός της είναι στρατιωτικός και μάλλον θα ζήσουν στις αποικίες. Πιθανότατα στις Ινδίες.

-Θα μπορούσα να σας δώσω ένα δώρο να της πάρετε από μένα, για τον γάμο της;

-Μα αγαπητέ μου Αντώνιε, τι δώρο θα μπορούσατε να στείλετε από εδώ σε μια Λαίδη; Δε χρειάζεται τίποτα. Θα της πω ότι σας είδα και ότι στέλνετε τις ευχές σας.

Και απομακρύνθηκε πριν προλάβει ο Αντώνιος να ρωτήσει ή να προτείνει οτιδήποτε άλλο.

Μετά από αυτή τη συνάντηση και τον τρόπο που τον αντιμετώπισε η κυρία McCain – ο ίδιος δεν πίστεψε τίποτα σχετικά με την ισχυριζόμενη αδιαφορία της Μαρίας – αποφάσισε ότι έπρεπε να εντείνει τις προσπάθειές του για να μάθει για το παρελθόν της.

Την άλλη μέρα, μάζεψε μερικά σύκα και τα έδωσε στην υπηρέτρια του διπλανού σπιτιού για να τα δώσει στη μάνα Αϊσέ. Η υπηρέτρια ξαφνιάστηκε από αυτή τη χειρονομία, μια που σχεδόν κανένας δεν τους μιλούσε στη γειτονιά και πόσο μάλλον ένας χριστιανός.

Η μάνα Αϊσέ ανταποκρίθηκε θετικά και του έστειλε με τη σειρά της μερικά ανατολίτικα γλυκά. Αυτή η ανταλλαγή δώρων μεταξύ τους επαναλήφθηκε αρκετές φορές. Στο τέλος ο Αντώνιος ζήτησε από την υπηρέτρια να διαβιβάσει στην κυρία της την παράκλησή του να την επισκεφθεί όποτε εκείνη θα το έκρινε πρέπον. Η υπηρέτρια τον έβλεπε με το στόμα ανοιχτό, που τόλμησε να ξεστομίσει κάτι τέτοιο.

Η απάντηση δεν ήρθε άμεσα και ο Αντώνιος είχε αρχίσει να ανησυχεί. Περίμενε υπομονετικά δέκα μέρες και ένα απόγευμα είδε την υπηρέτρια να έρχεται και να κτυπά την πόρτα του.

-Η μάνα Αϊσέ μπορεί να σας δει τώρα, του είπε. Θα έρθετε;

-Αμέσως, της απάντησε ο Αντώνιος.

Ο Αντώνιος για πρώτη φορά θα έμπαινε στο τούρκικο σπίτι. Ήταν φανερό ότι ο αφέντης Σουλεϊμάν και οι γυναίκες του έλειπαν. Για αυτό τον είχε φωνάξει σήμερα η μάνα Αϊσέ.

-Ξέρει τι κάνει, σκέφτηκε.

Παρά τη μεγάλη ηλικία της η μάνα Αϊσέ καθόταν ευθυτενής στον ανατολίτικο καναπέ του σαλονιού και με το ένα χέρι κρατούσε το μπαστούνι που τη βοηθούσε να περπατά.

-Είναι σαν βασίλισσα, σκέφτηκε ο Αντώνιος, αντίθετα με τις νύφες της.

Ο Αντώνιος υποκλίθηκε μπροστά της ως ένδειξη σεβασμού. Η μάνα Αϊσέ του έγνεψε να καθίσει και τον ρώτησε ευθέως στα τούρκικα.

-Θέλετε να μιλούμε στα ελληνικά ή στα τούρκικα;

-Δεν ήξερα ότι μιλάτε ελληνικά, απάντησε ο Αντώνιος. Μπορούμε να μιλήσουμε σε όποια γλώσσα επιθυμείτε. Μιλώ άπταιστα τούρκικα, αν αυτό σας διευκολύνει.

-Μεγάλωσα στην Πάφο, του είπε και εκεί όλοι μιλούν ελληνικά.

Κτύπησε αμέσως τα χέρια της και εμφανίστηκε η υπηρέτρια.

-Εμινέ, της είπε να ετοιμάσεις καφέδες και γλυκά. Και γρήγορα.

Η Εμινέ, δεν άργησε να επιστρέψει με τα κεραστικά. Τα απόθεσε στο χαμηλό ανατολίτικο τραπέζι και έφυγε.

-Καλύτερα να μιλήσουμε στα ελληνικά, του είπε η μάνα Αϊσέ. Έτσι δε θα καταλαβαίνει η Εμινέ που σίγουρα κρυφακούει πίσω από την πόρτα.

Ο Αντώνιος ξαφνιάστηκε με την άνεση της στην ελληνική γλώσσα. Δεν έκανε λάθη, όπως οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι.

-Σε προσκάλεσα να έρθεις σήμερα γιατί λείπουν ο γιος μου και οι νύφες μου. Εκτός που είναι τρομερά ασυνήθιστο ένας χριστιανός να επισκέπτεται μία μουσουλμάνα γυναίκα, έστω και αν είναι γριά σαν εμένα, είμαι βέβαιη ότι αυτά που θέλεις να με ρωτήσεις θα είναι εμπιστευτικά. Και για να σε βγάλω από τη δύσκολη θέση, είμαι βέβαιη ότι θέλεις να μάθεις για τη Μαρία.

Ο Αντώνιος την κοίταζε με το στόμα ανοιχτό. Αυτή η γυναίκα δε μασούσε τα λόγια της!

-Πραγματικά με έχετε ξαφνιάσει με την ευθύτητα και την διορατικότητά σας, της είπε. Πώς ξέρατε ότι θα σας ρωτούσα για την Μαρία;

-Μα κύριε Αντώνιε, του είπε, πιστέψατε ποτέ ότι δεν είχα καταλάβει τι έγινε με το κορίτσι; – Προτιμώ να μην αναφέρουμε ονόματα γιατί η υπηρέτρια θα καταλάβει. – Το κορίτσι κοιμόταν στο δωμάτιό μου και πολλές φορές παραμιλούσε στον ύπνο της και τα λόγια της ήταν στα ελληνικά. Το παιδί αυτό δεν ήξερε ελληνικά. Κάποιος θα έπρεπε να της τα μάθαινε. Και τότε πρόσεξα την τρύπα στον τοίχο. Ήξερα ότι δίπλα μένει ένας δάσκαλος. Δεν δυσκολεύτηκα να καταλάβω τι κάνει νιάου – νιάου στα κεραμίδια! Ύστερα η εξαφάνισή της δεν έγινε χωρίς να πάρει είδηση κανένας, όπως πίστεψε ο γιος μου. Ήξερα ότι την πήρε η Εγγλέζα που δήθεν ήρθε να δει το σπίτι.

-Και γιατί δεν μιλήσατε; την ρώτησε ξαφνιασμένος ο Αντώνιος.

-Γιατί αυτό ήταν που έπρεπε να γίνει, του απάντησε. Αυτό ήταν το σωστό. Πες μου όμως, πώς είναι το κορίτσι; Είναι καλά;

-Είναι πολύ καλά της απάντησε ο Αντώνιος. Αυτή τη στιγμή που μιλούμε, πιθανόν να παντρεύεται ένα Λόρδο στο Λονδίνο. Πριν λίγες μέρες είδα την Εγγλέζα μητέρα της που με ενημέρωσε σχετικά. Είναι και πολύ πλούσια και αριστοκράτισσα.

-Ις Αλλάχ, επικαλέστηκε τον Θεό η μάνα Αϊσέ με ανακούφιση. Αυτό της άξιζε.

Ο Αντώνιος τα είχε κάπως χαμένα με την τροπή της συζήτησης. Είχε έρθει ο ίδιος να υποβάλει ερωτήσεις και βρέθηκε να απαντά ερωτήσεις. Δεν ήξερε μάλιστα σε πιο βαθμό θα έπρεπε να ενημερώσει τη μάνα Αϊσέ για τη Μαρία. Σκέφτηκε όμως, ότι εκεί που ήταν η Μαρία δεν κινδύνευε από κανένα.

Εκείνη τη στιγμή άκουσαν ένα θόρυβο και κατάλαβαν ότι η Εμινέ απομακρυνόταν από την πόρτα που κρυφάκουγε, μια και δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν.

Η μάνα Αϊσέ χαμογέλασε.

-Τι σου είπα, συνέχισε. Όμως μπορεί να ξαναέρθει. Ας είμαστε προσεχτικοί. Δυστυχώς, δεν έχουμε πολλή ώρα στη διάθεσή μας γιατί ο γιος μου θα επιστρέψει. Δε νομίζω ότι θα προλάβουμε να πούμε όλα, όσα χρειάζεται να πούμε σήμερα. Θα χρειαστεί να ξανασυναντηθούμε. Σήμερα όμως θα ήθελα να μου μιλήσεις εσύ για το κορίτσι και να μου πεις τι έγινε όταν έφυγε από το σπίτι μας.

Ο Αντώνιος άρχισε να της διηγείται πώς οι McCain υιοθέτησαν τη Μαρία, πώς τη μεγάλωσαν σαν κόρη τους, πόσο πολύ μορφώθηκε, πώς πήγε στο Λονδίνο και συνέχισε τις σπουδές της και τώρα παντρευόταν ένα Λόρδο. Χρειάστηκε να εξηγήσει τι σημαίνει Λόρδος γιατί πρώτη φορά το άκουγε η μάνα Αϊσέ.

Όση ώρα μιλούσε ο Αντώνιος τα μάτια της μάνας Αϊσέ έτρεχαν ασταμάτητα και συνεχώς ψιθύριζε:

-Ις Αλλάχ (ο Θεός είναι μεγάλος)

Τελειώνοντας την αφήγησή του ο Αντώνιος, συμπλήρωσε:

-Και τώρα, μάνα Αϊσέ, θα ήθελα να μου απαντήσετε και εσείς μερικές ερωτήσεις. Είχα υποσχεθεί στο κορίτσι,  όταν έφευγε από την Κύπρο, ότι θα μάθω την ιστορία της ζωής της και θα βρω τρόπο να την ενημερώσω σχετικά. Γιατί την έλεγαν με αυτό το χριστιανικό όνομα και γιατί φορούσε σταυρό. Όλα δείχνουν πως ήταν χριστιανή. Πώς βρέθηκε στο σπίτι σας; Οι ερωτήσεις είναι πάρα πολλές.

-Είμαι γριά και έχω κουραστεί, του απάντησε. Ο γιος μου θα έρθει σε λίγο και δεν πρέπει να σε βρει εδώ. Θα συναντηθούμε άλλη φορά και θα απαντήσω τις ερωτήσεις σου. Τώρα πρέπει να φύγεις.

Μετά αυτή τη δήλωση η μάνα Αϊσέ σηκώθηκε και φώναξε την Εμινέ για να τη βοηθήσει να επιστρέψει στο δωμάτιό της.

Ο Αντώνιος έφυγε πολύ απογοητευμένος.  Όχι μόνο δεν έμαθε τίποτε, έδωσε και όλες τις πληροφορίες που ήξερε για τη Μαρία.

-Η γριά είναι παμπόνηρη, σκέφτηκε. Με γέλασε. Πήρε όλες τις πληροφορίες που ήθελε, χωρίς να δώσει καμιά. Άντε τώρα να βρεις τρόπο να την ξανασυναντήσεις. Είναι και ηλικιωμένη, κανείς δεν ξέρει πόσο θα ζήσει ακόμα. Ήταν φανερό πως κάτι ήθελε να κρύψει. Ίσως, να μην ήταν έτοιμη ακόμα να αποκαλύψει το μυστικό. Θα το αποκάλυπτε πριν φύγει από αυτή τη ζωή, άραγε;

Εκείνο το βράδυ ο Αντώνιος δεν κοιμήθηκε. Ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του που δε διαπραγματεύτηκε τις πληροφορίες που έδωσε με εκείνες που ήθελε να πάρει. Από την άλλη όμως η μάνα Αϊσέ φαινόταν να αγαπά τη Μαρία και να χαίρεται για τη ζωή που κέρδισε, φεύγοντας από το σπίτι τους.

Την άλλη μέρα το πρωί, σηκώθηκε πριν βγει ο ήλιος και κάθισε στην αυλή του. Κοίταζε τον σκοτεινό ουρανό, τα αστέρια που τρεμόπαιζαν και προσπαθούσε να δει το μήνυμα που κεντούσαν στο στερέωμα. Σιγά – σιγά άρχισε να χαράζει το φως στον ορίζοντα της ανατολής. Τότε ένοιωσε την ελπίδα στην καρδιά του να ζωντανεύει.

-Τίποτε δεν τέλειωσε, σκέφτηκε. Η χαραυγή δεν ήρθε ακόμα. Όμως κάθε μέρα ο ήλιος ανατέλλει από την απαρχή του κόσμου και θα ανατέλλει μέχρι το τέλος του. Θα μάθω την αλήθεια και θα την κληροδοτήσω στη Μαρία μου!

 

 

Βιβλιογραφία:

Αγνής Μιχαηλίδη: Χώρα, η παλιά Λευκωσία

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Φωτογραφία: από το διαδίκτυο από τη συλλογή του Δήμου Λευκωσίας (Δρόμος της εντός των τειχών Λευκωσίας)

4 responses to “Μαρία (Κεφάλαιο 9)”

  1. Μάρω Στυλιανού says:

    Μαρία μας εξάπτεις τη φαντασία! Άφησες τη Λαίδη Μαίρη και όσα υποψιαστήκαμε ότι θα ακολουθήσουν και επέστρεψες στη μάνα Αισέ και τον Αντώνιο. Τώρα να δούμε τι θα καταφέρει να μάθει ο Αντώνιος και ποια πορεία έπεται. Αναμένουμε …..

    • Maria Atalanti says:

      Μάρω μου. Η ιστορία παίζεται σε δύο διαφορετικούς χρόνους που θα έρθει μια στιγμή που θα συναντηθούν και θα συντρέξουν. Όπως και στη ζωή. Τίποτα δεν είναι μονοδιάστατο. Συμβαίνει σε πολλούς χρόνους και πολλά επίπεδα.

  2. Georgia Gouti says:

    Μας εξάπτει την περιέργεια και τη φαντασία το κείμενο και σε συνδυασμό με τις πληροφορίες για την εποχή που διαδραματίζεται αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον

Leave a Reply

Your email address will not be published.