Μαρία (Κεφάλαιο 6)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 10/10/2021

Back to Blog

(Η ιστορία αυτή είναι προϊόν μυθοπλασίας και κανένα από τα πρόσωπα δεν είναι υπαρκτό. Τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται είναι πραγματικά)

Αμμόχωστος, Λευκωσία  – Καλοκαίρι 1926

Όταν ξύπνησε το πρωί στην καμπίνα της η Λαίδη Mary William Moore, και είδε από το φινιστρίνι να προβάλει το λιμάνι της Αμμοχώστου, το λιμάνι της πατρίδας της, είχε ανάμεικτα συναισθήματα. Η καρδιά της κτυπούσε δυνατά, σχεδόν τρελά που επιτέλους έφτασε στον προορισμό της, από την άλλη όμως λυπόταν, που θα έχανε την τόσο ευχάριστη παρέα του Kristian Hubertus, του Σουηδού  Αρχαιολόγου. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχαν κάμει ατέλειωτες συζητήσεις, είχαν μοιραστεί απόψεις και συναισθήματα, και έτσι η απουσία του θα της άφηνε ένα κενό.

Ο Kristian Hubertus θα πήγαινε στη Λάρνακα να συναντήσει τον κύριο Λουκή Ζ. Πιερίδη, για να διευθετήσουν με ποιο τρόπο θα συνέχιζε την αποστολή του και αυτή θα συνέχιζε το ταξίδι της για τη Λευκωσία.

Στο πρόγευμα που συναντήθηκαν, η Μαίρη του έδωσε τη διεύθυνσή της στη Λευκωσία και τον παρακάλεσε να την επισκεφθεί, αν ποτέ ερχόταν στην πρωτεύουσα. Εκείνος διαβεβαίωσε ότι θα της έγραφε για να την ενημερώνει για τα ταξίδια του στην Κύπρο και σίγουρα θα την επισκεπτόταν στη Λευκωσία.

Μπήκαν μαζί στη βάρκα για να κατεβούν στο λιμάνι και ο Kristian Hubertus τη βοήθησε να βρει αχθοφόρους για να μεταφέρουν τα μπαούλα της στον σταθμό του τρένου, για να ταξιδέψει στη Λευκωσία. Εκείνο τον περίμενε το αυτοκίνητο του κυρίου Πιερίδη για να τον μεταφέρει στη Λάρνακα.

Αποχαιρετίστηκαν με μια θερμή χειραψία και ο Kristian της είπε με ειλικρίνεια:

-Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα Μαίρη. Σίγουρα θα ξανασυναντηθούμε.

-Και εγώ χάρηκα που σε γνώρισα Kristian Hubertus. Θα ήθελα πάρα πολύ να ξανασυναντηθούμε.

Δίστασε για λίγο, αλλά πρόσθεσε:

-Το όνομά μου είναι Μαρία.

Πριν προλάβει να ζητήσει διευκρινήσεις ο Kristian, η Μαρία μπήκε στο τρένο.

Το τρένο ήταν πολύ μικρό σε σχέση με τα τρένα του Λονδίνου. Παρόλα αυτά, διέθετε πρώτη θέση και οικονομική θέση. Τα καθίσματα της πρώτης θέσης ήταν σχεδόν άδεια, γιατί φαίνεται οι Κύπριοι δεν μπορούσαν να διαθέσουν το ακριβό αντίτιμο. Η ίδια κάθισε στην πρώτη θέση και έτσι που αισθανόταν αυτή τη στιγμή, χαιρόταν που δεν είχε συνεπιβάτες να την πιάσουν κουβέντα.

Μόλις απομακρύνθηκαν από την πόλη της Αμμοχώστου, το Βαρώσι, όπως ήταν γνωστό, αντίκρισαν τον κάμπο της Μεσαορίας. Στο βάθος δεξιά φαινόταν η οροσειρά του  Πενταδάκτυλου να απλώνεται νωχελικά κατά μήκος της διαδρομής. Τα σπαρτά του κάμπου είχαν θεριστεί και το τοπίο ήταν γυμνό και κίτρινο. Πού και πού κάποιες ελιές χρωμάτιζαν  με το μολυβένιο χρώμα τους τη μονοτονία. Στο κάμπο βοσκούσαν κοπάδια από πρόβατα, τρώγοντας τα υπολείμματα των θερισμένων σπαρτών. Η Μαρία χαμογέλασε. Στο Λονδίνο χρησιμοποιούσαν τα πρόβατα για να τρώνε το πράσινο γρασίδι στα πάρκα και να το διατηρούν κουρεμένο. Δεν υπάρχει διαφορά, σκέφτηκε. Το αποτέλεσμα είναι  το ίδιο, το χρώμα της τροφής είναι αυτό που διαφέρει.

Κάποιοι βοσκοί κάθονταν κάτω από τις ελιές και έπαιζαν τη φλογέρα τους και κάποιοι άλλοι χαιρετούσαν το τρένο καθώς περνούσε. Μερικά παιδάκια έτρεχαν ξυπόλητα πλάι στο τρένο, σαν να ήθελαν να το φτάσουν. Η Μαρία άρχισε να χαιρετά τους βοσκούς και τα παιδάκια. Αισθάνθηκε και πάλι παιδούλα. Το βάρος άρχισε να φεύγει από την ψυχή της.

Κάπου – κάπου, έβλεπε μερικά χωριά να προβάλουν στο βάθος, με χαμηλά πλίνθινα σπίτια. Ο καιρός ήταν ζεστός και η Μαρία είχε ανοιχτό το παράθυρο. Στο Λονδίνο ο καιρός ήταν κρύος, μα στις Ινδίες και την Αίγυπτο έκανε περισσότερη ζέστη από την Κύπρο. Η διαφορά ήταν ότι, ιδιαίτερα στις Ινδίες, δεν υπήρχε ούτε στην εξοχή καθαρός αέρας για να αναπνεύσεις, γιατί οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν για καύσιμη ύλη την κοπριά των αγελάδων, που μύριζε άσχημα. Εδώ ο αέρας ήταν καθαρός και ευχάριστος.

Μέχρι να φτάσουν στη Λευκωσία, η Μαρία χαμογελούσε και ένοιωθε ευτυχισμένη. Το όνειρο μιας ζωής είχε αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά. Στον σταθμό την περίμενε ένα Άγγλος στρατιώτης μαζί με μια άμαξα. Τη χαιρέτισε στρατιωτικά και της ανήγγειλε ότι τον έστειλε η σύζυγος του στρατιωτικού διοικητή Λευκωσίας να την παραλάβει. Θα την έπαιρνε στην οικία της για να γνωριστούν και να ξεκουραστεί.

Ανέβηκε στην άμαξα και ο νεαρός στρατιώτης την οδήγησε έξω από τα τείχη της Λευκωσίας, εκεί που οι Άγγλοι είχαν κτίσει τις κατοικίες τους. Κατέβηκαν σε μια κατοικία κτισμένη με κίτρινη πέτρα, που διέθετε και κήπο. Η κυρία Jennifer Thomson, σύζυγος του στρατιωτικού διοικητή Λευκωσίας την περίμενε στα σκαλιά μαζί με τα δυο παιδιά της, τη Helen, στα έξι  και τον John, γύρω στα επτά. Ήταν μία συνηθισμένη Αγγλίδα, αδύνατη και ψηλή, που υποδέχθηκε τη Λαίδη Mary William Moore, με ένα φωτεινό χαμόγελο. Η Μαρία, ντυμένη κομψότατα, με την τελευταία μόδα και το αριστοκρατικό της παράστημα, φάνταζε πριγκίπισσα δίπλα της.

-Καλώς ήρθατε Λαίδη στο σπίτι μου την προσφώνησε. Και έγνεψε αμέσως στα παιδιά της, τα οποία έκαναν από μία υπόκλιση.

Η Μαρία τα έχασε. Δεν περίμενε τόσο επίσημη υποδοχή.

-Αγαπητή μου κυρία Thomson, χαίρομαι πραγματικά που σας γνωρίζω και σας ευχαριστώ ιδιαίτερα για την εξυπηρέτηση που μου έχετε κάνει. Δε θα την ξεχάσω ποτέ Για σας θα είμαι πάντοτε η Μαίρη και για τα παιδιά σας η θεία Μαίρη. Οτιδήποτε άλλο είναι υπερβολή.

-Μα πως είναι δυνατό, Λαίδη μου, αντέδρασε η κυρία Thomson. Είστε μια Λαίδη, δεν μπορώ να σας προσφωνώ διαφορετικά.

-Όχι, είμαι η Μαίρη και τίποτε άλλο. Η Μαίρη που σας χρωστά μεγάλη ευγνωμοσύνη. Ελάτε παιδιά μέσα να δούμε τι έχει στα μπαούλα μου για σας.

Τα παιδιά την ακολούθησαν ενθουσιασμένα και η μητέρα τους ακολούθησε υποχρεωτικά. Αφού άνοιξε ένα από τα μπαούλα και έβγαλε τα δώρα για τα παιδιά και την κυρία Thomson, η Μαίρη οδηγήθηκε στον κήπο για να απολαύσει το απογευματινό τσάι, που ετοιμάστηκε για κείνη.

Τα παιδιά είχαν ενθουσιαστεί με τα δώρα. Μία κούκλα για τη Helen και ένα αυτοκινητάκι για τον John. Ένα δώρο και για τους δυο ήταν το βιβλίο: «The Jungle Book: Mowgli’s Story» (Το βιβλίο της ζούγκλας, η ιστορία του Μόγλη), του Rudyard Kipling. Για την κυρία Thomson, είχε φέρει ένα καπέλο μοντελάκι και μία ταιριαστή τσάντα. Και αυτή είχε τρελαθεί από τη χαρά της αλλά προσπαθούσε να κρατηθεί.

-Ξέρετε θα ήθελα να σας φέρω ένα φόρεμα αλλά δεν μπορούσα να ξέρω το μέγεθός σας και γι’ αυτό διάλεξα αυτά τα δύο.

-Είναι υπέροχα! Σας ευχαριστώ πολύ. Εδώ βλέπετε δεν έχει τέτοιες μόδες. Υποανάπτυκτος τόπος, αγαπητή μου!

-Δεν καταλαβαίνω όμως, συνέχισε, γιατί ζητήσατε σπίτι στην παλιά πόλη. Όλοι εμείς οι Βρετανοί κατοικούμε έξω από τα τείχη. Τι θα κάνετε μόνη σας στην παλιά πόλη, μαζί με τους ντόπιους;

-Όπως θα ξέρετε, μεγάλωσα σε αυτό το τόπο και γνωρίζω τους ντόπιους. Μιλώ και ελληνικά και τούρκικα. Ο δάσκαλός μου ήταν Έλληνας και λεγόταν Αντώνιος Φιλίππου. Νοιώθω πολύ φιλικά για τους ντόπιους. Εξάλλου θα ήθελα να επισκεφθώ τις βιβλιοθήκες της Φανερωμένης και του Παγκυπρίου Γυμνάσιου για να μελετήσω.

Η κυρία Thomson, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η οικειότητα  με την οποία  μιλούσε η Λαίδη για τους ντόπιους, την άφησε άναυδη.

-Εμείς, είπε, προτιμούμε να συναναστρεφόμαστε μεταξύ μας. Θα έρθετε όμως την ερχόμενη εβδομάδα για να πάρουμε μαζί τσάι; Τι θα λέγατε για την επόμενη Τετάρτη; Θα είναι και οι σύζυγοι των άλλων αξιωματικών εδώ.

-Ευχαρίστως, απάντησε η Μαρία.

Ήξερε ότι δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να αρνηθεί. Θα φρόντιζε να κρατά τις ισορροπίες. Δεν της συνέφερε να σνομπάρει τους Βρετανούς, αλλά ούτε και έπρεπε να τους έχει πολύ κοντά, αν ήθελε να επιτελέσει τον σκοπό της.

Στο δείπνο γνώρισε και τον κύριο Thomson. Ένα αυστηρό, αγέλαστο στρατιωτικό, καθόλου κοινωνικό που έκανε συνεχώς παρατηρήσεις στα παιδιά.

-Αύριο θα πρέπει να φύγω, σκέφτηκε η Μαρία. Δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα.

Μα δεν μπόρεσε να φύγει την άλλη μέρα. Το σπίτι που της βρήκε η κυρία Thomson, στην οδό Αγίου Αντωνίου, δίπλα από την εκκλησιά του Αγίου Αντωνίου.  δεν ήταν έτοιμο να κατοικηθεί. Είχαν φυσικά μεταφερθεί εκεί όσα είχε στείλει από το Λονδίνο, αλλά έπρεπε να αγορασθούν και να τακτοποιηθούν και άλλα είδη που έλειπαν, όπως κουζινικά και τρόφιμα.

Ομολογουμένως η κυρία Thomson, φάνηκε πολύ βοηθητική. Την συνόδεψε στα καταστήματα για να βρει ότι χρειαζόταν και της παρείχε και την υπηρέτριά της, για να την βοηθήσει στην τακτοποίηση. Της πρότεινε μάλιστα να εργοδοτήσει την μικρή αδελφή της που ζούσε ακόμα στο χωριό της. Η απάντηση της Μαρίας ήταν ένα κατηγορηματικό όχι. Όλα αυτά της έφερναν άσχημες αναμνήσεις και από την άλλη δεν ήθελε να έχει κάποιο μόνιμα στο σπίτι. Ήξερε πώς παρακολουθούν οι υπηρέτες, πίσω από κλειστές πόρτες. Είπε πως θα βολευτεί με κάποια κυρία από τη γειτονιά, που θα ερχόταν κατά τη διάρκεια της μέρας και θα έφευγε το βράδυ.

Όλο και πιο παράξενη την έβρισκε η κυρία Thomson. Το αποκορύφωμα όμως ήταν όταν η Μαρία της ζήτησε να προμηθευτούν ύφασμα και να της βρει μία ράφτρα για να της ράψει πιο απλά φορέματα για να φορεί στην πόλη. Αυτό δεν μπορούσε να το καταλάβει. Γιατί μία Λαίδη να θέλει να φαίνεται το ίδιο απλή με τους ντόπιους;

-Θα λύσω όλες σου τις απορίες σου, αγαπητή Jennifer, στο πάρτι που ετοιμάζεις για μένα την Τετάρτη. Μην ανησυχείς ξέρω καλά τι κάνω.

Η κυρία  Thomson, για καλό και για κακό, φρόντισε να καλέσει και μία γηραιά Αγγλίδα κυρία, που ζούσε χρόνια στην Κύπρο και είχε γνωρίσει την Mary McCain, πριν φύγει για το Λονδίνο. Δε θα ήταν κακό να κάμει ένα δεύτερο έλεγχο για την ταυτότητα της Λαίδης.

Το πάρτι της Τετάρτης είχε ετοιμασθεί με κάθε Βρετανική επισημότητα. Όλες οι προσκεκλημένες κύριες φόρεσαν τα καλά τους και Μαρία δεν τα πήγε πίσω. Ντύθηκε όπως της άρμοζε και όπως την περίμενε το κοινό της: Λαίδη, που μόλις είχε αφιχθεί από το Λονδίνο, γνωρίζοντας την τελευταία λέξη  της μόδας. Η Μαρία απολάμβανε την περιέργεια των παρευρισκόμενων κυριών.

Φυσικά, πέρασε με επιτυχία το τεστ με την γηραιά κυρία, Mrs. Jones,  η οποία ήταν ενθουσιασμένη που την ξαναείδε και μίλησαν για τα παλιά. Έμενε η τελευταία ανακοίνωση εκ μέρους της για να ικανοποιηθεί κάθε περιέργεια και να σταματήσουν τα κουτσομπολιά. Έτσι όταν τελείωσε η ιεροτελεστία του τσαγιού, σηκώθηκε να μιλήσει στις κυρίες:

-Αγαπητές μου κυρίες, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την θερμή υποδοχή και ιδιαίτερα την αγαπητή Jennifer, που έκαμε τόσα για μένα, για να με βοηθήσει να εγκατασταθώ στη Λευκωσία, στο σπίτι μου στον Άγιο Αντώνιο, που ελπίζω από αύριο να μετακομίσω μόνιμα. Όπως ίσως να έχετε ακούσει, οι γιατροί στο Λονδίνο μου σύστησαν να κατοικίσω σε πιο θερμό κλίμα, όπως ήμουν συνηθισμένη σε όλη μου σχεδόν τη ζωή. Έχω ζήσει στην Κύπρο, στις Ινδίες και στην Αίγυπτο. Φυσικά, προτίμησα την Κύπρο γιατί εδώ πέρασα τα παιδικά μου χρόνια με τους γονείς μου, μιλώ ελληνικά και τουρκικά και είναι πιο εύκολο να με επισκεφθούν η κόρη μου και ο γαμπρός μου.

-Όπως μπορεί να σας διαβεβαιώσει και η αγαπητή κυρία Jones, που με γνώριζε από παιδί, ήμουν πάντοτε ανήσυχο πνεύμα με μεγάλη έφεση στη μάθηση. Θα ήθελα λοιπόν η παρουσία μου εδώ να είναι δημιουργική, ώστε να μην πλήττω και να μη νοιώθω την απουσία της οικογένειάς μου. Σκέφτηκα λοιπόν, ότι θα μπορούσα να γράψω ένα βιβλίο για την Κύπρο και για την αλλαγή που επιφέραμε εμείς οι Βρετανοί στη διακυβέρνηση του τόπου και στη ζωή των κατοίκων. Έχω ήδη αντιληφθεί, τις λίγες μέρες που είμαι εδώ, την μεγάλη πρόοδο που έχει γίνει. Έχουν αποστραγγισθεί τα έλη, έχουν δημιουργηθεί νοσοκομεία, έχει εγκατασταθεί γραμμή τρένου και πολλά άλλα φαντάζομαι που δεν πρόλαβα να μάθω. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να κατοικήσω μέσα στην πόλη, για να είμαι κοντά στους ντόπιους και να τους κάνω να με εμπιστευτούν και να μου μιλήσουν ελεύθερα και όχι όπως θα μιλούσαν σε μια Αγγλίδα αριστοκράτισσα.

Οι εξηγήσεις της Μαρίας  ικανοποίησαν το περίεργο κοινό της και πολλές κυρίες προσφέρθηκαν να της δώσουν πληροφορίες για το μεγάλο έργο στη διακυβέρνηση των Βρετανών, παρόλο που οι ντόπιοι ήταν αχάριστοι και συνεχώς ζητούσαν να ενωθούν με την Ελλάδα.

Η Μαρία τις ευχαρίστησε και υποσχέθηκε να αποταθεί κοντά τους όταν θα ερχόταν η ώρα. Προς το παρόν θα ήθελε να συλλέξει υλικό από τους ντόπιους.

Η κυρία Thomson ανακουφίστηκε και άρχισε και πάλι να θαυμάζει την Λαίδη με την σπουδαία προσωπικότητα και τις δημιουργικές ιδέες. Στο κάτω – κάτω, αυτή, ήταν η καλύτερή της φίλη!

Όταν η φασαρία από το πάρτι τελείωσε και οι κυρίες έφυγαν για τα σπίτια τους, η Μαρία στάθηκε στον κήπο του σπιτιού της κυρίας Thomson και ατένισε τον κατακόκκινο ουρανό της Λευκωσίας, την ώρα που ο ήλιος έδυε. Μέσα της αισθάνθηκε ότι ένας άνεμος την είχε φέρει εδώ. Θα την οδηγούσε άραγε και στις ρίζες της, τις αληθινές ρίζες της ύπαρξής της;

 

Φωτογραφία: (Το πρώτο Νοσοσκομείο της Λευκωσίας)

https://www.google.com/search?q=%CE%9B%CE%B5%CF%85%CE%BA%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1+1920&sxsrf=AOaemvIG4i5NMeG-1IVjuLOCYw8I-iCMUg:1632883868299&source=lnms&tbm=isch&sa=X&ved=2ahUKEwixmre3lqPzAhXBzoUKHZUHDuMQ_AUoAXoECAEQAw&biw=1920&bih=937&dpr=1#imgrc=jnz0h4AIjk91vM

Βιβλιογραφία: Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

 

 

 

 

 

6 responses to “Μαρία (Κεφάλαιο 6)”

  1. Tassou-Redor says:

    Etsi milw kai egw ta ellinika?

    • Maria Atalanti says:

      Άννα μου δεν καταλαβαίνω ακριβώς τι εννοείς. Τα δικά σου ελληνικά είναι μια χαρά.

  2. Μάρω Στυλιανού says:

    Μαρία μου, μου εξάπτεις τη φαντασία και προσπαθώ να φανταστώ τι θα ακολουθήσει! Δεν τα καταφέρνω όμως, γι’ αυτό μή έχοντας άλλη επιλογή, αναμένω την επόμενη ανάρτησή σου💻

    • Maria Atalanti says:

      Χαίρομαι που σας κρατώ το ενδιαφέρον!Με αυτό τον τρόπο ελπίζω να διαβάσετε ευχάριστα αυτή την ιστορία μέχρι τέλος!

  3. Georgia Gouti says:

    Η πλοκή της ιστορίας και όλα τα ιστορικά και γεωγραφικά στοιχεία που αναφέρεις την κάνουν συναρπαστική.

    • Maria Atalanti says:

      Γεωργία μου αυτό το μυθιστόρημα είναι ένας τρόπος να τιμήσω τον τόπο μου και την τραγική ιστορία του.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *