Μαρία (Κεφάλαιο 19)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 09/01/2022

Back to Blog

(Η ιστορία αυτή είναι προϊόν μυθοπλασίας και κανένα από τα πρόσωπα δεν είναι υπαρκτό. Τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται είναι πραγματικά)

Λευκωσία, άνοιξη 1927

Το πρωί που ξύπνησε η Μαρία, παρά το βάρος στο κεφάλι της, ένοιωθε την ψυχή της ανάλαφρη σαν να είχε συναντήσει κάποια αγαπημένα πρόσωπα, σαν να είχε ανοίξει το παράθυρο και ο ήλιος γέμισε το σκοτεινό δωμάτιο με φως. Προς μεγάλη της έκπληξη σιγοτραγουδούσε. Δεν πίστευε ούτε η ίδια για την αντίδρασή της μετά από τα τραγικά γεγονότα που είχε μάθει την προηγούμενη μέρα.

Όλοι οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν και έτσι, αφού ετοίμασε το τσάι της, άνοιξε το παράθυρο του γραφείου της να μπει μέσα ο ανοιξιάτικος πρωινός ήλιος. Μύρισε τα τριαντάφυλλα και το βασιλικό που είχε στη βεράντα  και κάθισε στην πολυθρόνα της, προσπαθώντας να αναλογιστεί από που προήλθε αυτή η ευχάριστη διάθεση. Ήταν βέβαιη ότι η αλλαγή είχε γίνει κατά τη διάρκεια του ύπνου της.

Θυμήθηκε ότι τότε που ζούσε στις Ινδίες κάποιος γκουρού της είχε πει ότι όταν ο άνθρωπος κοιμάται η ψυχή του ταξιδεύει σε άλλες διαστάσεις και έρχεται σε επαφή με την υπέρτατη γνώση. Εκεί συναντά ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή του. Σχεδόν πάντοτε ξεχνούμε αυτές τις επαφές όμως κάποτε η επίδραση στην ψυχή μας είναι τόσο έντονη, που μεταφέρουμε στον υλικό κόσμο την ποιότητα των αισθημάτων που εμπειραθήκαμε.

Η ίδια δε θυμόταν τι είχε συμβεί κατά τη διάρκεια του ύπνου της, ούτε καν σαν όνειρο, όμως ήταν σίγουρη ότι την περιέβαλε η αγάπη των γονιών της και ιδιαίτερα της Ελεονόρας. Ένοιωθε ότι τους συνάντησε και ότι κάπου οι ψυχές τους δικαιώθηκαν, που το μοναδικό τους παιδί γνώριζε πια την ύπαρξη τους και μπορούσε να προφέρει τα ονόματά τους. Τώρα θα μπορούσαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους στον ατέρμονο κόσμο των αγαθών πνευμάτων.

Σηκώθηκε και άνοιξε το ερμαράκι που είχε φυλάξει τα γράμματα του δασκάλου της. Πήρε από μέσα το γράμμα με ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 1907 και κάθισε ξανά στην πολυθρόνα της. Το κράτησε για λίγο στα χέρια της και μετά άρχισε να διαβάζει:

Αγαπημένη μου Μαρία

Η μεγαλύτερη μου επιθυμία πριν φύγω από τη ζωή είναι αυτό το κουτί να φτάσει στα χέρια σου. Τότε θα  μπορέσεις να διαβάσεις τα γεγονότα για την καταγωγή σου, ώστε να δικαιωθείς και εσύ και οι γονείς σου.

Πριν λίγες μέρες επισκέφθηκα την οικία της μητέρας σου στη Λευκωσία, με την ελπίδα να μπορέσω να μάθω κάτι για σένα, ώστε να σου στείλω τις πληροφορίες που έχω βρει. Δυστυχώς, ούτε αυτή τη φορά τα κατάφερα. Όπως μου είπε η υπηρέτρια, η μητέρα σου είχε φύγει  για το Λονδίνο αρχές Σεπτεμβρίου, για να σε συναντήσει εκεί. Θα έφερνες την κόρη σου για σπουδές και την ήθελες να παραμείνει κοντά της γιατί εσύ θα έφευγες και πάλι για τις Ινδίες. Λυπήθηκα πάρα πολύ που δεν το έμαθα έγκαιρα γιατί θα ερχόμουν εγώ στο Λονδίνο για να σε συναντήσω. Δυστυχώς, όσες φορές στο παρελθόν είχα επισκεφθεί τη μητέρα σου για να μάθω νέα σου, ή ίδια ήταν πολύ επιφυλακτική, για να μην πω αρνητική και έτσι δεν είχα το θάρρος να πηγαίνω συχνά.

Όπως και να έχει, έτσι που τα έφερε η μοίρα, δε θα  μπορέσω να σε ξαναδώ πριν πεθάνω. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι σε γνώρισα και μπόρεσα να συμβάλω με τον ένα ή άλλο τρόπο στην πορεία της ζωής σου, έδωσε αξία και νόημα στην ύπαρξή μου. Το μόνο που θέλω και εύχομαι από καρδιάς είναι να είσαι ευτυχισμένη.

Πέρα από την ιστορία της καταγωγής σου, όπως την περιέγραψε η μάνα Αϊσέ, σου κληροδοτώ όλο το έργο μου για να το χειριστείς όπως νομίζεις καλύτερα. Είσαι το πνευματικό μου παιδί και ο καλύτερος άνθρωπος στο κόσμο για να κατανοήσει τις σκέψεις μου.

Όσα περιλαμβάνονται  στο χοντρό τετράδιο, που υπολογίζω θα διαβάσεις πρώτο, τα κατέγραφα καθώς τα διηγόταν η μάνα Αϊσέ και έτσι έχεις τα λόγια της ίδιας, χωρίς προσθήκες ή αλλοιώσεις. Δεν είναι μια ευχάριστη ιστορία αλλά είναι η αλήθεια, και σίγουρα αυτό θα ήθελες να μάθεις.

Το καλοκαίρι, μετά τη διήγηση της μάνας Αϊσέ,  πήγα στην Πάφο για να επισκεφθώ τα χωριά που αναφέρονται στη διήγηση. Η επαρχία αυτή δεν έχει συγκοινωνίες και έτσι νοίκιασα ένα  γαϊδούρι από το χάνι που έμενα στο Κτήμα, την πόλη της Πάφου, για να μπορέσω να ταξιδέψω.

 Πήγα πρώτα στην Έμπα, το χωριό απ’  που καταγόταν η μητέρα σου, η Ελεονόρα. Βρίσκεται δυτικά από το Κτήμα, σχετικά κοντά στη θάλασσα και είναι πεδινό. Όλοι οι κάτοικοι της Πάφου ασχολούνται με τη γεωργοκτηνοτροφία για να ζήσουν. Τα χωράφια της Έμπας είναι  πιο γόνιμα από αυτά των  ορεινών περιοχών  και έτσι οι κάτοικοί της είναι λιγότερο φτωχοί από τους κατοίκους των βουνών. Ίσως, για αυτό το λόγο ήταν φέουδο κατά τη Φραγκοκρατία. Από την άλλη είναι και κοντά στο Κτήμα, και είναι εύκολο για τους χωριάτες να διαθέτουν τα προϊόντα τους. Είναι από τα λίγα χωριά της Κύπρου, που από τα μέσα του 19ου αιώνα,  είχε δασκάλους που δίδασκαν τα παιδιά γράμματα.  Όταν την επισκέφθηκα είχε  περίπου 400 κατοίκους.

Έμεινα μερικές μέρες στο χωριό και προσπάθησα να πληροφορηθώ λίγα περισσότερα στοιχεία για την οικογένεια της μητέρας σου. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να μάθω πολλά. Οι χωριάτες ή δεν ήξεραν ή δεν ήθελαν να πουν. Φαίνεται ότι όση από την περιουσία του παππού σου δεν πουλήθηκε, τη μοίρασαν μεταξύ τους και δεν τους συνέφερε να παραδεχτούν την ύπαρξη της φράγκικης οικογένειας, μήπως υπάρχουν απόγονοι και κληρονόμοι. Πάντως, είναι ένα πολύ όμορφο χωριό που αξίζει τον κόπο να επισκεφθείς, αν ποτέ μπορέσεις.

Φεύγοντας από την Έμπα ανέβηκα στα Βρέτσια, που βρίσκονται  σε ψηλότερο υψόμετρο και γειτνιάζουν με το δάσος της Πάφου. Οι κάτοικοι είναι κυρίως Τουρκοκύπριοι γιατί οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι του χωριού αναγκάστηκαν να γίνουν Λινοβάμβακοι, όπως η μάνα Αϊσέ. Ασπάστηκαν τον μωαμεθανισμό δηλαδή, για να γλυτώσουν από τους βαριούς φόρους. Δεν έμεινα για πολύ εκεί. Το μόνο που έμαθα είναι ότι η οικογένεια του Σουλεϊμάν είναι από τις πιο πλούσιες και ισχυρές οικογένειες του χωριού. Σε αυτό το χωριό είναι ανεπτυγμένη σχετικά η κτηνοτροφία. Έχουν πολλά αιγοπρόβατα και αυτό το καθιστά ένα σχετικά πλούσιο χωριό για τα δεδομένα της Πάφου. Είχε, τον καιρό που το επισκέφθηκα, γύρω στους 300 κατοίκους.

Από τα Βρέτσια, ακολούθησα το δρόμο μέχρι το Στατό. Με κατεύθυναν οι χωριάτες και πήγα στο μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσορρογιάτισσας. Οι καλόγεροι εκεί με φιλοξένησαν και έτσι μπόρεσα να παραμείνω περισσότερες μέρες στην περιοχή.

Ο Στατός δεν είναι μακριά από το μοναστήρι. Από τα τρία χωριά που επισκέφθηκα βρίσκεται σε μεγαλύτερο υψόμετρο, με κλίση από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Και εδώ οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργοκτηνοτροφία και είναι πολύ φτωχοί, όπως οι περισσότεροι κάτοικοι της υπαίθρου. Δουλεύουν σκληρά, άνδρες και γυναίκες, για να καταφέρουν να επιβιώσουν, νοουμένου ότι θα βρέξει ικανοποιητικά εκείνη τη χρονιά. Διαφορετικά, χρεώνονται στους τοκογλύφους και συχνά χάνουν τις περιουσίες τους. Οι γυναίκες είναι γερασμένες από πολύ νεαρή ηλικία, από τη συνεχή έκθεση στον ήλιο και τη σκληρή δουλειά στα χωράφια.

Φυσικά, δεν ήταν εύκολο να κάνω πολλές ερωτήσεις γνωρίζοντας την επιθυμία της Αγγλίδας μητέρας σου να μη γίνει γνωστή η καταγωγή σου. Έτσι όσες φορές επισκέφθηκα το χωριό, μιλούσα γενικά με τους χωριάτες, ρωτώντας τους για την ιστορία του χωριού και παρόμοια. Δεν πήρα πολλές πληροφορίες από εκεί. Μπόρεσα όμως να εντοπίσω το σπίτι της μητέρας σου, της Ελεονόρας  που βρισκόταν σε ένα ψηλό σημείο, εγκαταλειμμένο και έρημο. Μου είπαν απλά ότι οι ιδιοκτήτες του σπιτιού είτε πέθαναν είτε έφυγαν στο εξωτερικό, μετά που έχασαν την κόρη τους. Τραγική ιστορία, κατέληξε ο γέρος που μου ανέφερε τα γεγονότα.

Περισσότερες λεπτομέρειες έμαθα από ένα ηλικιωμένο μοναχό στο μοναστήρι. Ήξερε τη μητέρα σου γιατί πήγαινε συχνά και προσευχόταν εκεί. Σε αυτό μίλησα καθαρά για το λόγο της επίσκεψής μου. Τον εμπιστεύτηκα γιατί φαινόταν  άγιος άνθρωπος και εχέμυθος. Το όνομά του ήταν πατήρ Ελευθέριος, αν και δε νομίζω να ζει πια. Ήταν αρκετά ηλικιωμένος το 1896, που επισκέφθηκα εγώ το μοναστήρι.

Μου είπε λοιπόν, ο πατήρ Ελευθέριος ότι η μητέρα σου πήγαινε συχνά στο μοναστήρι και μιλούσαν. Του είχε πει για την ιστορία της ζωής της και για τους λόγους που την ανάγκασαν να έρθει στο Στατό. Παρόλο που ήταν πολύ ευτυχισμένη με τον άνδρα της, τον Αλέξανδρο, εν τούτοις είχε μια πίκρα μέσα της που έχασε το χωριό και τον τρόπο ζωής της. Εδώ αναγκαζόταν να δουλεύει σκληρά, σαν τις άλλες γυναίκες του χωριού, μα μιας και δεν  ήταν συνηθισμένη, της φαινόταν πολύ βαρύ. Λυπόταν που η κόρη της θα έπρεπε να ακολουθήσει την ίδια ζωή και έλεγε ότι θα της μάθει γράμματα, με την ελπίδα ότι θα είχε ένα καλύτερο μέλλον.

Σου είχε μεγάλη αδυναμία η μητέρα σου και δε σε άφηνε ποτέ μόνη σου, αντίθετα με τις άλλες γυναίκες, που τα παιδιά τους γύριζαν όλη μέρα τα δρομάκια του χωριού, χωρίς επίβλεψη. Κάποια μάλιστα εργάζονταν στα χωράφια από την ηλικία των πέντε για να βοηθήσουν τις οικογένειες τους. Εκείνη την καταραμένη μέρα που σε πήρε ο Σουλεϊμάν, εσύ έκλαιγες και ήθελες να παίξεις με το κοριτσάκι του διπλανού σπιτιού. Η μητέρα σου έπρεπε να πάει στη βρύση να φέρει νερό και με μεγάλο δισταγμό, δέχτηκε να σε αφήσει, παροτρύνοντας τη γειτόνισσα να σε προσέχει.

Το χωριό αυτό έχει δύο βρύσες: την πάνω βρύση και την κάτω βρύση. Όλοι οι κάτοικοι πρέπει  να κουβαλήσουν το νερό τους από τις δύο αυτές βρύσες που βρίσκονται στις δύο άκριες του χωριού. Η μητέρα σου χρησιμοποιούσε γαϊδούρι για αυτή τη δουλειά μα υπήρχαν και άλλες γυναίκες που κουβαλούσαν τα κανάτια στον ώμο. Λόγω της απόστασης από το χωριό έπαιρνε κάποιο χρόνο αυτή η εργασία.

Η γειτόνισσα φυσικά δεν ήταν συνηθισμένη να έχει το νου της στα παιδιά και γρήγορα ξέχασε την υπόσχεσή της. Μέχρι να επιστρέψει η μητέρα σου είχες εξαφανιστεί. Όλο το χωρίο σε έψαχνε, αλλά μάταια. Το άλλο κοριτσάκι που παίζατε μαζί δεν ήξερε να τους πει πώς χάθηκες.

Η μητέρα σου, φυσικά, είχε καταλάβει αμέσως ποιος ήταν ο απαγωγέας, αλλά δεν μπορούσαν να τον βρουν πουθενά. Είχε εξαφανιστεί, μαζί με την οικογένειά του. Εκείνο που σκότωσε την Ελεονόρα ήταν οι τύψεις της γιατί σε άφησε μόνη σου. Ο πατέρας σου κόντεψε να τρελαθεί. Είχε χάσει την κόρη του και συγχρόνως έβλεπε τη γυναίκα του να λειώνει σαν κερί. Έψαχνε να βρει τον Σουλεϊμάν για να τον σκοτώσει. Όμως εκείνος δεν ήταν πουθενά.

Όπως μας τα είπε και  η μάνα Αϊσέ, ο Αλέξανδρος μπάρκαρε σε ένα καράβι και χάθηκε, μετά που πέθανε η Ελεονόρα. Αυτός,  ο βουνίσιος λεβέντης, άφησε τα βουνά που γεννήθηκε και πήγε στη θάλασσα που ποτέ δεν είχε γνωρίσει! Μπορεί να θεώρησε ότι αυτός ο άλλος κόσμος, θα μπορούσε να του απαλύνει το πόνο και να σβήσει τις πικρές του μνήμες.

 Ο γέρο μοναχός έκλαιγε καθώς μου τα διηγόταν. Η ιστορία αυτή είχε συγκλονίσει όλα τα γύρω χωριά. Χάρηκε πολύ όταν του είπα για σένα και για την τύχη που είχες.

– Είδες γιε μου, μου είπε. Τα άδικα ουκ ευλογούνται. Δεν το επιτρέπει ο Θεός. Να αναπαυθεί και η ψυχή της μακαρίτισσας της Ελεονόρας. Στο τέλος η κόρη της πήρε αυτό που εκείνη ονειρευόταν για αυτή.

Μετά τη διήγηση του γέρου μοναχού, έμεινα ακόμα λίγες μέρες στο μοναστήρι, περισσότερο για να γνωρίσω τον τόπο που γεννήθηκες. Είναι ένα πολύ όμορφο χωριό. Περιβάλλεται από τα βουνά της Πάφου και είναι πράσινο από τις καλλιέργειες των κατοίκων του. Οι άνθρωποι είναι πολύ φτωχοί και οι περισσότεροι χρεωμένοι στους τοκογλύφους. Παρόλα αυτά, είναι φιλόξενοι και θα σου προσφέρουν, ότι μπορούν, από το υστέρημά τους.

Συγκρίνοντας αυτό το χωριό με την Έμπα, το χωριό της μητέρας σου, θυμήθηκα τα λόγια ενός διαβασμένου καθηγητή που είχα γνωρίσει κάποτε. Μου είχε πει λοιπόν αυτός:

-Οι άνθρωποι που γεννιούνται στο κάμπο ή στη θάλασσα, έχουν πιο ανοιχτούς ορίζοντες από αυτούς που γεννιούνται στα βουνά. Από τη στιγμή που θα γεννηθούν γνωρίζουν ότι ο κόσμος εκτείνεται μακριά, πέρα από το χωριό τους, ενώ αυτοί που γεννιούνται στα βουνά βλέπουν απέναντί τους ένα όριο και αυτό τους κάνει πιο συντηρητικούς και κλειστούς.

Έτσι και η Ελεονόρα. Γεννήθηκε στο κάμπο και κοντά στη θάλασσα. Οι ορίζοντές της ήταν απέραντοι. Η στενότητα ενός βουνίσιου τοπίου, ποιος ξέρει; Ίσως, να την καταπίεζε.

Παρόλα αυτά αγάπησα το χωριό σου, Μαρία μου. Την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος και προβάλλει πίσω από τα βουνά, ο ουρανός ροδίζει και το τοπίο γύρω παίρνει ένα γκριζογάλανο χρώμα. Μπορεί να μη βλέπεις το βάθος του ορίζοντα όμως ξέρεις, ότι πίσω από τις κορυφογραμμές υπάρχει ένας άλλος κόσμος που σε καλεί.

Κοντά στο χωριό είναι και το δάσος της Πάφου, που είναι ίσως το ωραιότερο και πυκνότερο της Κύπρου. Η Πάφος γενικά είναι μια όμορφη επαρχία, με εναλλασσόμενο τοπίο. Αν μπορέσεις, αξίζει το κόπο να επισκεφθείς το χωριό που γεννήθηκες.

Φεύγοντας από την Πάφο, συλλογίστηκα πολύ. Είδα τον κόσμο που ζούμε σαν ένα ψηφιδωτό, αποτελούμενο από εκατομμύρια ψηφίδες και κάθε ψηφίδα είναι ένας άνθρωπος. Οι περισσότεροι από εμάς δεν ξεχωρίζουμε μέσα στην όλη εικόνα και ο ρόλος μας είναι να συμπληρώσουμε το απέραντο σχέδιο. Υπάρχουν κάποιες ψηφίδες που λάμπουν όμως, και αυτές πρέπει να τοποθετηθούν σε περίοπτη θέση. Ο δημιουργός τις παίρνει με τη λαβίδα του και τις τοποθετεί εκεί που νομίζει ότι θα κοσμήσουν το έργο του.

Έτσι και εσύ Μαρία μου. Όσο σκληρό και απάνθρωπο και να ήταν αυτό που σου συνέβηκε, όσο εγκληματικά και αν ενέργησε ο Σουλεϊμάν, εσύ τοποθετήθηκες στη θέση που σου άρμοζε. Είμαι βέβαιος ότι έλαμψες με την παρουσία σου στο διάβα της ζωής και φώτισες τους ανθρώπους γύρω σου. Αυτό είναι μια δικαίωση για σένα και μια ανταπόδοση στο δράμα που έζησαν οι γονείς σου.

Αγαπημένη μου Μαρία, σε όλη μου τη ζωή προσπάθησα να κατανοήσω τη δομή του κόσμου και να δώσω νόημα στις τραγωδίες που όλοι βιώνουμε. Δεν είναι εύκολο. Συχνά ο πόνος μας θολώνει την όραση και βάζει παραπετάσματα στην αλήθεια. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί έχασα τη γυναίκα μου και την κόρη μου. Ίσως, για να συναντήσω και να φροντίσω εσένα. Ποιος ξέρει; Αν κάποιος όμως μπορέσει να δει από απόσταση το ψηφιδωτό του κόσμου θα το βρει τέλειο, παρά τις προσωπικές τραγωδίες των ανθρώπων.

Θα ήταν απέραντη χαρά για μένα να σε συναντήσω σε αυτή την ώριμη ηλικία και να δω πώς μέστωσε το πνεύμα και η ψυχή σου. Δε θα τα καταφέρω όμως. Πολλές φορές μέμφομαι την Αγγλίδα μητέρα σου, όμως κατά βάθος κατανοώ και το δικό της ρόλο στο ψηφιδωτό της ζωής. Φοβόταν πάντοτε μη χάσει την αποκλειστικότητα στη ζωή σου, αλλά συγχρόνως τρόμαζε την υποδοχή που θα είχε για σένα η αγγλική κοινωνία, αν γνώριζε την πραγματική  καταγωγή σου. Έκαμε ότι νόμιζε καλύτερο.

Δεν έχει σημασία τώρα πια. Το ψηφιδωτό έχει ολοκληρωθεί. Σου παραδίδω ότι σου υποσχέθηκα όταν έφευγες για το Λονδίνο και εύχομαι ο δημιουργός να φροντίσει να φθάσει στα χέρια σου. Θα το παραδώσω στο άλλο πνευματικό παιδί μου, τον  Ελευθέριο Κωνσταντίνου, που θα πάει στο Λονδίνο για σπουδές. Θεωρώ ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψεις στην Αγγλία και θα μπορέσει να σε βρει για να σου δώσει το κουτί με το περιεχόμενό του.

Νοιώθω, Μαρία μου, ότι ο δικός μου ρόλος στη δική σου ζωή  έχει κλείσει. Εξαρτάται από εσένα πια πώς θα χειριστείς όλες αυτές τις πληροφορίες, ποιους θα συγχωρέσεις και ποιους όχι. Εκείνο που εγώ θα επιθυμούσα, είναι η ζωή που έζησες να ήταν πλήρης και ευτυχισμένη. Αυτές όλες οι μαύρες σελίδες, απλά να ρίξουν φως στην πορεία που σε έφερε εδώ και να μην αποτελέσουν αιτία δυστυχίας και θρήνου.

Σε χαιρετώ, με όλη τη σημασία της έκφρασης, που εμπεριέχει τη λέξη «χαρά». Προσωπικά αισθάνομαι ότι έχω ολοκληρώσει το καθήκον που μου ανατέθηκε σε αυτή τη ζωή και μπορώ να πάω να συναντήσω τα πνεύματα της συζύγου μου και της κόρης μου.

Αγαπημένη μου Μαρία, σε αφήνω με αυτή την τελευταία φράση:

Να αγαπάς τη ζωή και την πατρίδα, την Κύπρο μας.

 

Αντώνιος Φιλίππου

Ο πνευματικός σου πατέρας.

Η Αλεξάνδρα, όταν σηκώθηκε, βρήκε τη μητέρα της να κάθεται στην πολυθρόνα του γραφείου της, ακίνητη, με το γράμμα στο χέρι και δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της.

-Τι γράφει ο δάσκαλος; τη ρώτησε.

-Απλά επιβεβαιώνει την ορθότητα της διήγησης της μάνας Αϊσέ, προσθέτοντας κάποια επιπλέον στοιχεία για τους γονείς μου. Δεν είναι για αυτό που κλαίω. Είναι για κείνον τον υπέροχο άνθρωπο, που έκανε τόσα για μένα, χωρίς καν να μπορώ να του το ανταποδώσω, έστω με ένα λόγο αγάπης.

-Είμαι βέβαιη ότι θα βρεις τρόπο να τον τιμήσεις και να διατηρήσεις τη μνήμη του. Η αγάπη σου για τον δάσκαλό σου είναι διάχυτη κάθε φορά που αναφέρεσαι σε αυτόν. Και η αγάπη είναι ένα αίσθημα πέρα από την ύλη και το φυσικό κόσμο. Σίγουρα θα μπορέσει να το εισπράξει.

-Όπως ένοιωθα και εγώ τη δική σου αγάπη, όταν ήμουν στο Λονδίνο και εσύ βρισκόσουν στις Ινδίες.

-Με εκπλήττει η φιλοσοφική σου αντιμετώπιση της ζωής! Απάντησε η Μαρία

-Πήρα κάτι και από σένα. Όχι, μόνο το εκρηκτικό ταμπεραμέντο του πατέρα μου, απάντησε χαμογελώντας η Αλεξάνδρα. Έλα τώρα να πάρουμε το πρωινό μας και να μας διηγηθείς τι γράφει ο δάσκαλός σου.

Η χαλαρή αντιμετώπιση της Αλεξάνδρας αποφόρτισε την ατμόσφαιρα και η Μαρία σηκώθηκε. Είχε ήδη αποφασίσει πώς θα προχωρούσε. Μετά το πρωινό θα έγραφε στον Kristian. Η ζωή θα έπρεπε να πάρει τους φυσιολογικούς ρυθμούς της. Έπειτα η οικογένεια της κόρη της είχαν  έρθει για διακοπές στην Κύπρο. Και αυτό θα τους πρόσφερε από τώρα και στο εξής. Το παρελθόν δεν μπορεί να αλλάξει το μέλλον. Η ζωή συνεχίζεται.

 

 

Βιβλιογραφία:

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Paphos village

wikipedia

Φωτογραφία: Δάσος Πάφου

 

 

4 responses to “Μαρία (Κεφάλαιο 19)”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Πολύ σοφό Μαρία μου και Πολύ όμορφη απόδοση της ομορφιάς της ιδιαίτερης πατρίδας μας!

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ πολύ! Θα ήθελα να επισκεφθώ ξανά τα χωριά της Πάφου, πριν γράψω για αυτά, όμως ένεκα της πανδημίας αυτό ήταν πολύ δύσκολο, έτσι αρκέστηκα στις αναμνήσεις μου και σε γραπτά κείμενα.

  2. Μάρω Στυλιανού says:

    Τέλειο Μαρία μου! Σ’ ευχαριστώ επίσης και για την περιδιάβαση σε μέρη που τουλάχιστον εγώ δεν είχα την τύχη να γνωρίζω.

Leave a Reply

Your email address will not be published.