Μαρία (Κεφάλαιο 17)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 26/12/2021

Back to Blog

(Η ιστορία αυτή είναι προϊόν μυθοπλασίας και κανένα από τα πρόσωπα δεν είναι υπαρκτό. Τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται είναι πραγματικά)

Λευκωσία άνοιξη 1927

Παρά το γεγονός ότι ο ύπνος της Μαρίας ήταν ταραγμένος και ξυπνούσε συχνά, ένοιωθε να την περιβάλλει μια αγκαλιά και έβλεπε αχνά να προβάλλει το πρόσωπο της μητέρας της. Τα χαρακτηριστικά της δεν ήταν καθαρά, όμως η αίσθηση της παρουσίας της ήταν σαφής.

Σαν ξύπνησε εντελώς θυμήθηκε κάτι που είχε μάθει όταν ζούσε στην Αίγυπτο. Ένας αρχαιολόγος της είχε εξηγήσει τότε, πως οι αρχαίοι Αιγύπτιοι θεωρούσαν ότι η ψυχή του ανθρώπου αποτελείται από πέντε στοιχεία, τα οποία είναι απαραίτητα για να υπάρξει ο άνθρωπος μετά θάνατο. Ένα από αυτά είναι το όνομα του κάθε ανθρώπου. Αν δεν έχεις όνομα χάνεσαι στην ανυπαρξία.

Φαίνεται λοιπόν ότι η προφορά του ονόματος της μητέρας της μετά από τόσα χρόνια ζωντάνεψε την ύπαρξή της και της έδωσε μορφή.

-Άραγε να ζει η μητέρα μου, αναρωτήθηκε. Πολύ απίθανο. Άραγε να έχω αδέλφια; Πρέπει να διαβάσω τη συνέχεια της διήγησης της μάνας Αϊσέ.

Και χωρίς άλλη σκέψη μπήκε στο σαλόνι, πήρε το χοντρό τετράδιο και επέστρεψε πίσω. Κανείς δεν την αντιλήφθηκε. Η κυρία Βασιλεία ήταν στην κουζίνα και οι υπόλοιποι στο δωμάτιό τους.

Κάθισε στο κρεβάτι της και συνέχισε την ανάγνωση:

-Το βράδυ πήρα το παιδί μαζί μου και την κοίμισα στο κρεβάτι μου. Έκλαιγε το καημένο και ήταν πολύ τρομαγμένο. Όλη τη νύχτα εγώ δεν κοιμήθηκα. Πήρα τις αποφάσεις μου και το πρωί τις ανακοίνωσα στον γιο μου και τη νύφη μου:

-Θα πρέπει να πάρεις το παιδί πίσω του είπα. Η γυναίκα σου δεν το θέλει και αυτό που έκανες είναι έγκλημα. Θα σε τιμωρήσει ο Θεός. Πρέπει να πάρεις το παιδί πίσω στους γονείς της.

-Δεν μπορώ, μου είπε ο γιος μου. Ο πατέρας της θα με σκοτώσει. Είναι πολύ δυνατός. Εξάλλου εγώ τη θέλω για κόρη μας. Αυτή – και έδειξε τη Φατμά – δεν κάνει παιδιά. Εγώ θέλω παιδιά. Θα της αλλάξουμε το όνομα και κανείς δε θα ξέρει ότι δεν είναι δική μας.

-Η Φατμά άρχισε και πάλι να ουρλιάζει και να απειλεί ότι θα τη σκοτώσει. Θυμάμαι τότε που σηκώθηκα και έδωσα ένα χαστούκι στον γιο μου και ένα στη Φατμά. Πρώτη φορά στη ζωή μου κτύπησα άνθρωπο. Ο γιος μου με κοίταζε έκπληκτος. Έπρεπε να του είχα δώσει αυτό το χαστούκι χρόνια πριν! Η Φατμά σώπασε και άρχισε να κλαψουρίζει σιωπηλά.

-Μην τολμήσετε τους είπα να της αλλάξετε ο όνομα. Βαφτίστηκε Μαρία και θα παραμείνει Μαρία. Θα σας καταραστώ και τους δυο και η κατάρα μου θα κάψει την ψυχή σας! Μέσα μου βαθιά είχα και εγώ τη δική μου πληγή, όταν μου άλλαξαν το όνομα από Ελένη σε Αϊσέ. Δε θα ήθελα ποτέ να ήμουν αιτία να γίνει αυτό σε άλλο άνθρωπο.

-Δε θα της αλλάξουμε το όνομα, αλλά δε θα την πάρω πίσω! Θέλεις να σκοτώσουν το γιό σου; με ρώτησε. Και εσύ, ρώτησε τη Φατμά, θέλεις να μείνεις χωρίς άντρα; Τι θέλετε; Η Μαρία θα μείνει εδώ, μέχρι να δούμε τι θα γίνει.

-Και έτσι η Μαρία, έμεινε. Για να μην τη σκοτώσει η Φατμά και να μην τη δει και κανένα μάτι, την είχαμε στο κήπο να φροντίζει τα ζώα. Σιγά- σιγά ξέχασε τα ελληνικά που ήξερε και μιλούσε μόνο τούρκικα. Όσο μεγάλωνε γινόταν και ομορφότερη. Ο γιος μου έβλεπε στο πρόσωπό της την Ελεονόρα και ο αρρωστημένος έρωτάς του για αυτή τη γυναίκα, άρχισε να απευθύνεται στο παιδί. Μου προκαλούσε φρίκη και τρόμο αυτό που θα ακολουθούσε.

-Κάθε βράδυ προσευχόμουν, μια στον Αλλάχ και μια στο Χριστό να βρεθεί ένας τρόπος να σωθεί το κοριτσάκι. Και μετά ήρθες εσύ, γιε μου, και έφερες την Εγγλέζα και η Μαρία σώθηκε. Σε ευγνωμονώ, γιε μου, για αυτό.

-Όταν έφυγε η Μαρία από το σπίτι, ο γιος μου στην αρχή είχε γίνει θηρίο, μα σιγά- σιγά ηρέμησε και άρχισε να αναλογίζεται τι είχε κάμει. Μου μιλούσε συχνά για τις σκέψεις του και ποτέ άλλοτε δεν είχαμε έρθει πιο κοντά. Υπέφερνε για τις πράξεις του, αλλά τώρα πια ήταν αργά. Τίποτε δεν μπορούσε να διορθωθεί.

-Καθώς περνούσε ο καιρός χαλαρώσαμε όλοι και ξεκινήσαμε να έχουμε επαφές με τους δικούς μας στην Πάφο. Προσπάθησα να μάθω τότε τι έγιναν οι γονείς της Μαρίας. Δεν ήταν εύκολο γιατί δεν ήθελα να κινήσω υποψίες. ‘Όπως τα έφερε η τύχη όμως, ήρθε μια μέρα μια συγγένισσα μας από το χωριό και πάνω στην κουβέντα άρχισε να μου μιλά για μια αρχόντισσα φράγκισσα που της έκλεψαν την κόρη και αυτή, από το μαράζι της, πέθανε. Ο άντρας της είχε γίνει θηρίο και έψαχνε να βρει τον αίτιο. Όταν δε βρήκε τίποτε, μπήκε σε ένα καράβι και έφυγε. Κανείς δεν τον είδε από τότε.

-Δεν ξέρω γιε μου αν είναι αλήθεια, αλλά δεν μπόρεσα να μάθω κάτι άλλο. Δεν έχω κανένα καλό μαντάτο να αφήσω στη Μαρία. Όμως σου τα είπα όλα. Δεν έκρυψα τίποτε.

-Γιε μου, τώρα μπορώ να πεθάνω και να συναντήσω το Θεό μου, εκεί ψηλά στους ουρανούς. Αν τον λένε Χριστό ή Αλλάχ, δεν έχει σημασία. Θα είναι καλός, το ξέρω, γιατί ο Θεός μόνο καλοσύνη είναι. Δεν έχει μίσος ο Θεός. Ελπίζω να είναι και συγχώρεση. Να συγχωρέσει εμένα και τον γιο μου. Η Μαρία δεν ξέρω αν θα μας συγχωρέσει ποτέ. Της πήραμε τα πάντα, μα φαίνεται ότι ο Θεός της τα έδωσε πίσω, με άλλο τρόπο. Ζήτα της γιε μου να μας συγχωρέσει! Αν μπορεί να το κάνει…

Εδώ τελείωνε η διήγηση της μάνας Αϊσέ. Η Μαρία έγειρε πίσω και έκλαιγε σιωπηλά. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα του υπνοδωματίου της και η κόρη της μπήκε μέσα για να δει τι κάνει. Τρόμαξε που την είδε σε τέτοια κατάσταση. Όμως η Μαρία της έγνεψε με το χέρι.

-Μην ανησυχείς, της είπε. Είναι τα δάκρυα της λύτρωσης. Έχω διαβάσει όλη τη διήγηση της μάνας Αϊσέ. Κλαίω για τους γονείς μου, αυτούς τους ανθρώπους που χάθηκαν και οι δύο μετά τη δική μου εξαφάνιση. Η μητέρα μου φαίνεται ότι πέθανε και ο πατέρας μου έφυγε για πάντα από την Κύπρο. Για αυτό θα πρέπει να δώσετε στην κόρη σας το όνομά της. Για να έχει δικαίωμα στην ύπαρξη. Εσύ έχεις το όνομα του πατέρα μου.

Εδώ της διηγήθηκε αυτά που είχε μάθει στην Αίγυπτο για το όνομα του κάθε ανθρώπου.

-Ήδη την έχουμε ονομάσει Ελεονόρα – Μαρία. Και φαίνεται ότι της αρέσει κάθε φορά που τη φωνάζουμε έτσι. Χαμογελά και ανταποκρίνεται. Θα κάνουμε τα πάντα να τιμήσουμε τη μνήμη των γονιών σου.

Και επανέλαβε με έμφαση:

-Τα πάντα! Έλα, είπα στην κυρία Βασιλεία να επιστρέψει στο σπίτι της. Έχω ετοιμάσει τσάι και έχουμε και ένα σωρό γλυκά από χθες. Θα καθίσουμε να πιούμε το τσάι μας και θα μας διηγηθείς τη συνέχεια.

Η Μαρία σηκώθηκε και έπλυνε το πρόσωπο της. Όταν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη τρόμαξε από την εμφάνισή της. Προσπάθησε να χαλαρώσει και χαμογέλασε αχνά σε μια απόπειρα να δείξει ότι όλα ήταν καλύτερα.

Καθώς έπαιρναν το απογευματινό τους τσάι, η Μαρία τους διηγήθηκε τη συνέχεια της περιγραφής της μάνας Αϊσέ. Η Αλεξάνδρα έκλαιγε ασταμάτητα. Την είχε σοκάρει η τραγική αυτή ιστορία. Ο James δε μιλούσε. Όμως ήταν φανερό πως ήταν πολύ συγκινημένος.

-Για μένα, κατέληξε η Μαρία, εκτός από το πόνο που μου προκάλεσαν οι λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας, μου έφεραν και μια λύτρωση. Τώρα ξέρω τι συνέβηκε. Οι πιο τραγικές φιγούρες είναι οι γονείς μου και δεν μπορώ να φανταστώ τι θα μπορούσα να κάνω για να δικαιώσω την πορεία τους πάνω στη γη.

-Αυτές οι βαρβαρότητες δεν ήταν σπάνιες τον καιρό της τουρκοκρατίας. Πολύ συχνά έπαιρναν τα όμορφα κορίτσια για τα χαρέμια των πασάδων και για τα αγόρια εφάρμοζαν το παιδομάζωμα για να τα εντάξουν στο σώμα των γενιτσάρων. Οι γενίτσαροι ήταν επίλεκτο τμήμα του στρατού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αποτελείτο κυρίως από παιδιά των Ελλήνων υπόδουλων. Εξισλαμίζονταν, είχαν σκληρή πειθαρχία, λάμβαναν άρτια στρατιωτική εκπαίδευση και συχνά ανέπτυσσαν  μίσος για τους Χριστιανούς.

-Από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να οργανώνονται σε ομάδες και να δημιουργούν κοινωνίες, πάντα επικρατούσε το δίκαιο του δυνατού. Μόνο με τον πολιτισμό μπορεί ο άνθρωπος να βάλει τη δικαιοσύνη και τις οικουμενικές αρχές πάνω από τις προσωπικές του επιθυμίες και ζωώδη ένστικτα. Και ακόμα μέσα από τον πολιτισμό και τους νόμους, βρίσκουμε τρόπους να εκβιάζουμε το προσωπικό μας συμφέρον, σχολίασε ο James. Μην ξεχνάτε τον πρόσφατο πόλεμο. Έγινε μεταξύ «πολιτισμένων κρατών».

-Έχεις δίκαιο James, συμπλήρωσε η Μαρία. Όταν ο άνθρωπος έχει μια ασύδοτη εξουσία στα χέρια του, γίνεται βάναυσος, σκληρός και άκαρδος. Τα ζώα σκοτώνουν μόνο για να τραφούν, που είναι μια φυσική ανάγκη της ύπαρξης. Ο άνθρωπος ευφραίνεται να σκοτώνει και να βασανίζει για ικανοποίηση.

-Μια άλλη πληροφορία που δεν περίμενα είναι ότι η μητέρα μου καταγόταν από τους Φράγκους κατακτητές της Κύπρου. Φαίνεται ότι ήταν αρχόντισσα, γι’ αυτό εγώ φορούσα χρυσό σταυρό. Θα ήταν καλό να ψάξουμε να μάθουμε για αυτή την οικογένεια του Ιωάννη Δενόρες. Φαντάζομαι η βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου μπορεί να έχει πληροφορίες για οικογένειες Φράγκων αριστοκρατών αν και μπορεί να ήταν και Βενετοί. Δε γνωρίζουμε στην πραγματικότητα. Εγώ θα ψάξω στη βιβλιοθήκη του Παγκυπρίου Γυμνασίου και στη Βιβλιοθήκη της Φανερωμένης.

-Θα επισκεφθώ το Βρετανικό Μουσείο, όταν επιστρέψω πίσω υποσχέθηκε η Αλεξάνδρα. Θα ήθελα να μάθω για τους προγόνους μας.

-Νοιώθω σαν η ζωή μου να περιλαμβάνει την ιστορία της Κύπρου για τα τελευταία πεντακόσια χρόνια, συμπέρανε η Μαρία. Έχω καταγωγή από τους Φράγκους και τους Έλληνες της Κύπρου, με έκλεψαν Τούρκοι και έζησα με αυτούς για μερικά χρόνια και με μεγάλωσαν Άγγλοι. Όλα αυτά θα μπορούσαν να μου δημιουργήσουν μία ασαφή ταυτότητα, όμως αισθάνομαι βαθιά Κύπρια και η ιστορία του τόπου μου είναι συνυφασμένη με τη ζωή μου.

-Δε γράφει κάτι άλλο ο δάσκαλός σου, πέρα από τη διήγηση της μάνας Αϊσέ; Ρώτησε η Αλεξάνδρα.

-Θα πρέπει να ψάξω τα γράμματα που περιέχονται στο κουτί. Είμαι σίγουρη ότι θα το διερεύνησε περισσότερο. Δε θα το άφηνε έτσι ο δάσκαλός μου. Ίσως, να βρήκε κάποια στοιχεία για τους γονείς μου, που δεν περιλαμβάνονται στη διήγηση της μάνας Αϊσέ.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το κλάμα της Ελεονόρας –  Μαρίας. Η Αλεξάνδρα έτρεξε και την έφερε. Η παρουσία του παιδιού στέγνωσε τα μάτια τους από τα δάκρυα και γέμισε χαμόγελα τα πρόσωπά τους. Ήταν η αναγέννηση της ζωής και σε αυτή έβλεπαν και οι τρεις την αναβίωση και εξιλέωση της τραγικής μορφής της Ελεονόρας.

-Όλες οι αθλιότητες και βαρβαρότητες αυτού του κόσμου, ξεπλένονται μόνο με τη δημιουργία της νέας ζωής. Υπόσχομαι να μάθω στην κόρη μου, αλλά και σε όσα άλλα παιδιά μπορεί να κάνω, ότι ο σεβασμός της ευτυχίας του άλλου είναι πιο σημαντικός από την εκπλήρωση τω δικών μας εγωκεντρικών επιθυμιών.

-Αυτό προσπαθούσε να πει και η μάνα Αϊσέ, με την απλοϊκότητά της, συμπλήρωσε η Μαρία. Συνεχώς μέμφεται τον εαυτό της για τα εγκλήματα του γιου της, γιατί δεν τον έμαθε να σέβεται τους άλλους ανθρώπους, παρά μόνο ικανοποιούσε όλες τις επιθυμίες του.

Η Ελεονόρα – Μαρία άρχισε να κλαίει και πάλι και ήταν φανερό ότι πεινούσε. Έτσι η Αλεξάνδρα πήγε στο δωμάτιό της να τη θηλάσει και ο James άρχισε να σηκώνει τα σερβίτσια από το τραπέζι και να τα μεταφέρει στην κουζίνα.

Η Μαρία έμεινε μόνη της στην τραπεζαρία και πήρε ξανά στα χέρια της το ξύλινο κουτί. Άπλωσε το περιεχόμενο του κουτιού στο τραπέζι και προσπάθησε να ταξινομήσει τα κιτρινισμένα γράμματα και τις πολυσέλιδες ομιλίες του δασκάλου της. Υπήρχαν γράμματα γραμμένα από το 1888 που η ίδια έφυγε από την Κύπρο, που φυσικά δε στάλθηκαν ποτέ. Όλα απευθύνονταν στη Mary McCain, αλλά κανένα τους δεν είχε διεύθυνση. Το τελευταίο γράμμα έφερε ημερομηνία 8 Δεκεμβρίου 1907. Κατάλαβε ότι οποιεσδήποτε επιπρόσθετες πληροφορίες για τη ζωή της, θα ήταν καταγραμμένες σε αυτό. Όμως δεν το άνοιξε.

Άρχισε να βάζει τα υπόλοιπα γράμματα σε σειρά, ανάλογα με την ημερομηνία που γράφτηκαν και στη συνέχεια ταξινόμησε με την ίδια σειρά και τις ομιλίες. Έφερε δύο νέα μικρότερα κουτιά και έβαλε προσεκτικά μέσα στο ένα τα γράμματα και στο άλλο τις ομιλίες. Τα φύλαξε σε ένα ερμαράκι της βιβλιοθήκης της, που στη συνέχεια κλείδωσε.

Το σκοτάδι είχε ήδη πέσει και ήταν μεγάλη έκπληξη για αυτή όταν άκουσε την πόρτα να κτυπά. Παραξενεμένη την άνοιξε και είδε να στέκεται μπροστά της μια γυναίκα ντυμένη με τούρκικη ενδυμασία. Δε φορούσε φερετζέ και το πρόσωπό της ήταν χαρακωμένο από τις ρυτίδες. Την κοίταζε έκπληκτη, όταν εκείνη μίλησε στα τούρκικα και της είπε:

-Είμαι η Εμινέ. Μου είπε η Αϊντάν ότι ρωτάς για μένα. Εσύ σίγουρα είσαι η Μαρία.

Η έκπληξη της Μαρίας ήταν απερίγραπτη. Δεν μπορούσε καθόλου να αναγνωρίσει την παλιά της γνώριμη. Είχε τόσο γεράσει! Φαινόταν πολλά χρόνια μεγαλύτερη από την ίδια, αλλά στην πραγματικότητα ίσως να την περνούσε τρία – τέσσερα χρόνια. Δεν μπορούσε επίσης να παραβλέψει το βλέμμα της, που ήταν γεμάτο πικρία και άρνηση.

Παρόλα αυτά, την προσκάλεσε μέσα και την έβαλε να καθίσει στο σαλόνι. Εκείνη την ώρα πρόβαλε η Αλεξάνδρα και κοίταξε παραξενεμένη την απρόσμενη επισκέπτρια.

-Είναι η Εμινέ, της εξήγησε η Μαρία.

Και γυρίζοντας προς την Εμινέ συνέχισε:

-Είναι η κόρη μου, η Αλεξάνδρα.

Μετά από μία τυπική χειραψία η Αλεξάνδρα έφυγε.

Έμειναν και οι δυο σιωπηλές να κοιτάζουν η μια την άλλη. Το σύντομο μακρινό,  κοινό τους παρελθόν πέρασε αστραπιαία από τη μνήμη τους. Δεν είχαν υπάρξει ποτέ πολύ συνδεδεμένες, όμως τώρα η Εμινέ θα μπορούσε να κρατά κάποιες πολύ σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή της, σκέφτηκε η Μαρία.

Η ίδια είχε περάσει μια πολύ φορτισμένη ημέρα και ένοιωθε εξαιρετικά κουρασμένη. Όμως θα έπρεπε να χειριστεί αυτή τη στιγμή όσο καλύτερα μπορούσε. Για δύο λόγους:

Σίγουρα αυτή η γερασμένη γυναίκα απέναντί της ήταν σε θέση να της ξεκαθαρίσει περισσότερο το παρελθόν της, αλλά συγχρόνως ένοιωσε και την ανάγκη να απαλύνει κάπως την πίκρα που έβλεπε στα μάτια της. Τη δεδομένη στιγμή,  η Μαρία ένοιωσε σαν να ήταν η πιο δυνατή από τις δυο τους και ήταν υποχρέωσή της να δώσει στην Εμινέ, κάτι θετικό, μία ελπίδα.

Συγκρότησε τις δυνάμεις της και την κοίταξε στα μάτια, χαμογελώντας. Οι ζωές τους είχαν συναντηθεί κάποτε. Πάνω στο ύφασμα του χωροχρόνου υπήρχαν υφάδια που ήταν κοινά και αδιαίρετα. Θα μπορούσε τώρα να προσφέρουν η μια στην άλλη κάτι από την αλήθεια που κουβαλούσαν ή απέκτησαν μέσα στην πορεία της ζωής. Δυο διαφορετικές γυναίκες, με διαφορετικά βιώματα, που όμως είχαν κάτι να μοιραστούν.

Η Μαρία αποφάσισε να οδηγήσει τη συζήτηση. Τώρα ήταν η ώρα.

 

 

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

http://www.polignosi.com/cgibin/hweb?-A=2361&-V=limmata

Φωτογραφία: (Τουρκοκύπριοι)

https://www.google.com/search?q=turkish+cypriot+1900&sxsrf=AOaemvJCAwWPI1BHo3Clzx-4CBdI8FTk0g:1639891971619&source=lnms&tbm=isch&sa=X&ved=2ahUKEwjknsDTke_0AhUeBmMBHZ2LC-EQ_AUoAXoECAEQAw&biw=1904&bih=920&dpr=1#imgrc=1vCpCTSPpsjsvM&imgdii=iCua21n34vmo_M

6 responses to “Μαρία (Κεφάλαιο 17)”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Πολύ ωραία προχωράς την ιστορία Μαρία!

  2. ANDREAS MARKIDES says:

    A new ”twist” awaits us? We’ll see!

    Interesting also that you have stated the ”mixing” of our ancestry(Turks, Greek, English, Franks etc). We are a real COMPOSITION!

    • Maria Atalanti says:

      Ναι πραγματικά είμαστε ένα μείγμα. Αν αυτό συνέβαινε στο παρελθόν, φαντάσου τι γίνεται τώρα με την παγκοσμιοποίηση! Σε λίαγα χρόνια όλη η γη θα είμαστε ένας λαός! Δεν ξέρω πόσο καλό ή κακό είναι αυτό, αλλά η μείξη των ανθρώπων γίνεται με γοργούς ρυθμούς.

  3. Georgia Gouti says:

    Περίμενα να ολοκληρώσεις την αφήγηση του γράμματος να έχω πλήρη εικόνα. Πόσο σκληρή ήταν η ζωή της μικρής Μαρίας ωστόσο είχε καλές προοπτικές για την συνέχεια της ζωής της. Ένοιωσε ανακούφιση που βρήκε την άκρη του νήματος. Μπράβο σου εξαιρετική η συνέχεια και η αγωνία μας μεγαλώνει περισσότερο για το τι περιμένει την ηρωίδα σου παρακάτω

    • Maria Atalanti says:

      Μέσα στα δράματα της ζωής του κάθε ανθρώπου, υπάρχουν πτυχές που αν τις αξιοποιήσουμε μεταμορφώνουν τα γεγονότα και τα εκτροχιάζουν από την τραγική τροπή που τείνουν να ακολουθήσουν. Το μυστικό είναι την ώρα της απόγνωσης να μπορέσεις να βρεις το θετικό σημείο. Αυτό μπορεί να αλλάξει τη μοίρα του ανθρώπου.

Leave a Reply

Your email address will not be published.