Μαρία (Κεφάλαιο 15)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 12/12/2021

Back to Blog

(Η ιστορία αυτή είναι προϊόν μυθοπλασίας και κανένα από τα πρόσωπα δεν είναι υπαρκτό. Τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται είναι πραγματικά)

Λευκωσία φθινόπωρο 1926 – άνοιξη 1927

Μετά την αναχώρηση του Kristian, η Μαρία έμεινε για μερικές μέρες συγκλονισμένη. Όμως η ζωή της είχε διδάξει να μην εγκλωβίζεται σε αρνητικές καταστάσεις, αλλά να αξιοποιεί ότι έχει στη διάθεσή της όσο το δυνατό καλύτερα.

Με τον Kristian διατηρούσαν πολύ συχνή αλληλογραφία, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, και μέσα από τα γράμματα που αντάλλασσαν, μοιράζονταν σκέψεις και απόψεις πάνω σε διάφορα θέματα. Αυτό τους βοηθούσε να έρθουν πιο κοντά και να κατανοήσουν καλύτερα ο ένας τον άλλο. Για το κοινό τους μέλλον δε μιλούσαν καθόλου, περιμένοντας να δουν πώς θα εξελιχθούν οι συγκυρίες της ζωής. Όμως γνώριζαν πολύ καλά πως, κατά βάθος, αυτός ήταν ο στόχος και των δύο.

Από την άλλη περίμενε με αγωνία την ώρα που θα γεννούσε η κόρη της και πραγματικά λυπόταν που δεν ήταν κοντά της. Την παρηγορούσε το γεγονός ότι ο γαμπρός της ήταν γιατρός και θα φρόντιζε το καλύτερο για τη γυναίκα και το παιδί του. Επιπρόσθετα ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος και ένας υποστηρικτικός σύζυγος. Η διαβεβαίωση δε, ότι θα την επισκέπτονταν μέσα στην άνοιξη, ήταν για αυτή μεγάλη ανακούφιση.

Είχε αρχίσει να ετοιμάζει το δωμάτιό τους, παράγγειλε σε ένα ξυλουργό και της ετοίμασε κρεβατάκι για το παιδί και ήταν καθόλα έτοιμη να τους υποδεχθεί. Παράλληλα αγόρασε πολλά παραδοσιακά υφαντά για να διακοσμήσει το δωμάτιο καθώς και κυπριακά μεταξωτά σεντόνια για το κρεβάτι της κόρης και του γαμπρού της και για το παιδί. Προσπάθησε να φέρει την Κύπρο στο δωμάτιό τους, για να γνωρίσουν την πατρίδα της και την παράδοσή της.

Τέλος Φεβρουαρίου πήρε το τηλεγράφημα ότι η Αλεξάνδρα είχε γεννήσει ένα υγιέστατο κοριτσάκι και οι δυο τους ήταν μια χαρά. Πόσο πολύ θα ήθελε να υπάρχουν τηλέφωνα στη Λευκωσία για να τους μιλήσει! Είχε ακούσει ότι στη Λεμεσό το 1925, κάποιος Γιώργος Γιορδαμλής,  είχε εγκαταστήσει ένα περιορισμένο τηλεφωνικό δίκτυο, αλλά μάλλον ήταν για εγχώρια χρήση. Στη Λευκωσία υπήρχαν μόνο μικρά τηλεφωνικά δίκτυα για κυβερνητικά γραφεία. Έτσι η Μαρία θα έπρεπε να περιμένει την άφιξη όλης της οικογένειας στην Κύπρο, για να μιλήσουν.

Συγχρόνως με τις πιο πάνω ασχολίες της, η Μαρία είχε επισκεφθεί μερικές φορές και το δικηγόρο Γεώργιο Αντωνίου για να δει αν είχε καμιά πληροφορία για τον συνάδελφό του Ελευθέριο Κωνσταντίνου. Δυστυχώς, ο κ. Αντωνίου δεν μπόρεσε να βρει κάτι διαφωτιστικό για την αναζήτησή της. Ο παππούς και η γιαγιά του Ελευθέριου είχαν πεθάνει και φαίνεται ότι ο ίδιος δε διατηρούσε αλληλογραφία με κάποιο από τους κοινούς γνωστούς τους. Έτσι και εδώ βρήκε αδιέξοδο.

Παράλληλα άρχισε να επισκέπτεται πιο συχνά τη σύζυγο του στρατιωτικού διοικητή Λευκωσίας την κυρία Jennifer Thomson. Σιγά – σιγά έγιναν φίλες. Η κυρία Thomson, παρά το γεγονός ότι έδινε την εντύπωση απλοϊκής γυναίκας, ήταν κατά βάθος πολύ καλός άνθρωπος και όπως αποδείχθηκε πολύ φιλομαθής. Η Μαρία είχε αρχίσει να την εισάγει στην Κυπριακή ιστορία και κουλτούρα και μαζί επισκέπτονταν συχνά το Γυναικοπάζαρο, αγοράζοντας κεντήματα και υφαντά για το σπίτι τους. Της μιλούσε για την τραγική μοίρα του τόπου και των ανθρώπων του και η κυρία Thomson άρχισε να αλλάζει άποψη για τους «ντόπιους». Τα δε παιδιά της, τη λάτρευαν όταν τους διηγότανε ιστορίες από τις Ινδίες και τα μυστήρια της Αιγύπτου.

Οι κόρες της κυρίας Βασιλείας επίσης βρήκαν στο πρόσωπό της μία κυρία που μπορούσε να τις ταξιδέψει σε τόπους μακρινούς και μαγικούς. Την κοίταζαν με τα μάτια ορθάνοιχτα και δε χόρταιναν να την ακούουν. Με τη σειρά τους, ύστερα,  μετέφεραν τις διηγήσεις της Μαρίας στις φίλες και συμμαθήτριές τους. Ακόμα και οι δασκάλες τους περίμεναν να ακούσουν τις καινούργιες ιστορίες που μάθαιναν από αυτή την εξωτική Αγγλίδα Λαίδη.

Μια μέρα, καθώς τους διηγόταν την ανακάλυψη της μούμιας του Φαραώ Τουταγχαμών από τον Κάρτερ και τα θαυμαστά αντικείμενα που βρέθηκαν μέσα  στο μοναδικό ασύλητο τάφο Φαραώ που ανακαλύφθηκε  ποτέ, εντόπισε μία διαχρονική αλήθεια. Εξηγούσε  στα κορίτσια, ότι όταν αυτός ο νεαρός Φαραώ, πέθανε στα 19 του χρόνια, οι διάδοχοί του προσπάθησαν να σβήσουν το όνομά του από την ιστορία. Κατέστρεψαν όλες  τις πινακίδες που το ανέφεραν και δεν τον συμπεριέλαβαν στη μακριά σειρά με τα ονόματα των Φαραώ της Αιγύπτου. Και όμως, τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, βρέθηκε ο τάφος τους ασύλητος! Αυτό το γεγονός τον έκανε τον πιο διάσημο Φαραώ στο κόσμο.

-Όλη η οικουμένη γνωρίζει πλέον τον Τουταγχαμών και η ζωή του θα μελετάται για πολλά χρόνια ακόμα. Αυτό σημαίνει δικαιοσύνη. Για κάθε αδικία που γίνεται, υπάρχει η ανταπόδοση του σύμπαντος που θα ισορροπήσει τα πράγματα. Έστω και αν περάσουν τρεις χιλιάδες χρόνια!

Και καθώς μέσα της σκέφτηκε τον εαυτό της, ψιθύρισε:

-Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα βρεθεί η αλήθεια.

Αυτό όμως που γέμιζε τη Μαρία και της έδινε βαθιά χαρά και συγκίνηση ήταν οι επισκέψεις της στον κύριο Δημήτριο Δημητρίου. Παρά την αρχική αρνητική στάση της κόρης του, η Μαρία τόλμησε να τον επισκεφθεί ξανά. Η κόρη του μόλις την είδε ήταν έτοιμη να τη διώξει, όμως και πάλι ο Δημήτριος εμφανίστηκε και την προσκάλεσε μέσα.

Η παρουσία της Μαρίας σαν να είχε μία θεραπευτική επίδραση στον ηλικιωμένο κύριο. Τουλάχιστον για κανένα δεκάλεπτο μετά που την έβλεπε το πνεύμα του φωτιζόταν από μία παράξενη αναλαμπή και της διηγόταν ιστορίες με τον Αντώνιο Φιλίππου, πριν περάσει ξανά στην κατάσταση της σύγχυσης και της λήθης. Παρόλα αυτά μία ηρεμία τον διακατείχε τις ώρες που ακολουθούσαν και αυτό έκανε την κόρη του να τη δέχεται φιλικά και ακόμα να την κερνά καφέ και γλυκό.

Οι ολιγόλεπτες διηγήσεις του Δημητρίου ήταν γλαφυρές και άνοιγαν ένα παράθυρο στο χρόνο για τη Μαρία, για να μάθει πώς ζούσε και πώς ενεργούσε ο αγαπημένος της δάσκαλος. Δεν υπήρχε τίποτε που μπορούσε να της δώσει μεγαλύτερη ευχαρίστηση.

Μια μέρα, προς μεγάλη της έκπληξη, αντιλήφθηκε ότι μια από τις φωτογραφίες που στόλιζαν το άθλιο τραπεζάκι του χώρου υποδοχής (ηλιακού) της κατοικίας του Δημητρίου, παρουσίαζε τον δάσκαλό της με τον Δημήτριο να ποζάρουν σε μια οδό της Λευκωσίας. Την άρπαξε στα χέρια της με λαχτάρα και την κοίταζε με συγκίνηση. Δεν ήταν όπως τον θυμόταν. Είχε γεράσει και τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει. Οι λεπτομέρειες του προσώπου του χάνονταν μέσα στο αχνό περίγραμμα της μαυρόασπρης φωτογραφίας και όμως κάποιος μπορούσε να διακρίνει το λαμπερό του βλέμμα! Φώτιζε το πρόσωπό του, αλλά και ολόκληρη τη φωτογραφία.

Ο Δημήτριος την αντιλήφθηκε αμέσως και της είπε:

-Πάρε τη Μαρία, πάρε τη να σου θυμίζει τον Αντώνιο.

Η Μαρία γύρισε και κοίταξε την κόρη του, η οποία έγνεψε καταφατικά. Δε δίστασε περισσότερο. Πήρε τη φωτογραφία στα χέρια της και κοίταξε μήπως υπήρχε το όνομα του φωτογράφου. Έγραφε: Παπαζιάν 1905.

-Πολύ σπουδαίος φωτογράφος, είπε η κόρη του Δημήτριου. Αυτός ήταν και ο φωτογράφος του Αρμοστή.

-Ίσως, αν τον βρω και έχει την αρνητική πλάκα, να του πω να μου βγάλει μια δική μου και να σας την επιστρέψω, πρότεινε η Μαρία.

-Δε χρειάζεται είπε η κόρη. Δε νομίζω να ζει ακόμα ο κύριος Παπαζιάν.

Η Μαρία κράτησε την πολύτιμη φωτογραφία. Έψαξε για τον κύριο Παπαζιάν, αλλά δεν μπόρεσε να τον βρει. Έτσι αγόρασε μια κορνίζα και την τοποθέτησε στην πιο περίοπτη θέση στο σαλόνι του σπιτιού της.

Έχοντας αυτή τη ρουτίνα στην καθημερινότητά της, προσπαθούσε να ισορροπήσει μέσα της την απουσία του Kristian, τη λαχτάρα της να δει την κόρη και την εγγονή της, μα πάνω από όλα την απουσία στοιχείων για το δάσκαλο και το παρελθόν της.

Φυσικά, μέχρι τώρα είχε βρει κάποιες πληροφορίες για το δάσκαλό της, αλλά αυτές δεν την οδηγούσαν στο δρόμο για την καταγωγή της ίδιας. Έστω όμως και αυτά που είχε βρει της έδιναν το πλαίσιο και το περιβάλλον μέσα στο οποίο είχε ζήσει και είχε δραστηριοποιηθεί αυτός ο εξαίρετος άνθρωπος, ο Αντώνιος Φιλίππου.

Και ενώ αρχικά είχε επινοήσει ένα ψέμα, ότι θα γράψει ένα βιβλίο για την Κύπρο, για να δικαιολογήσει την έρευνά της, τώρα πια ήταν βέβαιη ότι είχε συλλέξει αρκετά στοιχεία για να γράψει για τη ζωή και το έργο του Αντώνιου Φιλίππου.

Είχε αρχίσει να καταγράφει τις πληροφορίες που συνέλεγε και ιδιαίτερα μετά τις επισκέψεις της στον κύριο Δημήτριο Δημητρίου, σημείωνε κάθε λεπτομέρεια που της ανέφερε, σχηματίζοντας σιγά – σιγά τον σκελετό για το βιβλίο της.

Υπήρχαν και στιγμές που αναρωτιόταν αν άξιζε το κόπο να σκαλίζει έτσι το παρελθόν και να ψάχνει να βρει μια αλήθεια που σίγουρα θα ήταν επώδυνη και τραγική. Μετά τη διάσωσή της από εκείνο το άθλιο σπίτι, η ζωή της είχε χαρίσει απλόχερα ευκαιρίες και εμπειρίες. Σε πολύ λίγες γυναίκες της Κύπρου – ίσως και καμιά – δόθηκαν οι  δυνατότητες που παρουσιάστηκαν στην ίδια. Οι γονείς της τη λάτρευαν και αν δεν υπήρχε το αγκάθι της πλήρους απομάκρυνσής της από το δάσκαλο, δε θα είχε κανένα παράπονο μαζί τους. Ο σύζυγός της, παρόλα τα ελαττώματα που του εύρισκε, της είχε χαρίσει μια πλουσιοπάροχη ζωή, είχε ταξιδέψει μαζί του σε χώρες μαγικές και δε στάθηκε ποτέ εμπόδιο στην αγάπη της για τη μάθηση.

Γιατί λοιπόν έψαχνε κάτι που σίγουρα θα της προκαλούσε πόνο; Ίσως, γιατί και αυτή, όπως κάθε φυτό που φύεται σε αυτό το πλανήτη έχει ρίζες και αν  κόψεις έστω και  μια από αυτές τις ρίζες, το φυτό δε θα μπορέσει να αναπτυχθεί πλήρως. Παρόλο που στη ζωή της μέχρι σήμερα, η ίδια είχε ανθίσει, της έλειπε κάτι βασικό: η αλήθεια. Έπρεπε να τη βρει και να την κληροδοτήσει στην κόρη της. Ήταν η αρχική ρίζα της ύπαρξής τους.

Και ενώ ένοιωθε ότι τα πράγματα γύρω της βρίσκονταν σε μία στασιμότητα, γύρω στα τέλη Μαρτίου του 1927, έλαβε ένα τηλεγράφημα από την κόρη της που τη συντάραξε. Αισθάνθηκε ότι  επιτέλους τα γρανάζια που κάθε μέρα κινούν  τη γη γύρω από τον ήλιο, έτριξαν και άρχισαν να κινούνται και για τη δική της ζωή:

«Με επισκέφθηκε Ελευθέριος Κωνσταντίνου. Έχει στοιχεία για δάσκαλο. Θα ζητήσει άδεια να μου τα δώσει. Μόλις τα έχουμε φεύγουμε για Κύπρο.»

-Δεν είναι δυνατό, σκέφτηκε. Εγώ τον ψάχνω τόσο καιρό στη Λευκωσία και αυτός βρίσκεται στο Λονδίνο!

Δεν πρόλαβε να συνέλθει από τη συνταρακτική είδηση και άλλο τηλεγράφημα έφθασε:

«Είμαι ο Ελευθέριος Κωνσταντίνου. Έχω πακέτο για σας από Αντώνιο Φιλίππου. Επιτρέπεται να το δώσω στην κόρη σας, Αλεξάνδρα James McDonald;»

Απάντησε αμέσως χωρίς καθυστέρηση:

«Παράδωσε πακέτο στην Αλεξάνδρα το συντομότερο. Ευχαριστώ πάρα πολύ»

Από εκείνη τη στιγμή η ζωή της γέμισε με μια διαφορετική αγωνία: όχι αν θα εύρισκε στοιχεία για την καταγωγή της, αλλά ποια θα ήταν αυτά τα στοιχεία και πώς θα τα διαχειριζόταν. Συχνά ξυπνούσε τις νύχτες ιδρωμένη. Έβλεπε στον ύπνο της το τούρκικο σπίτι, τη μάνα Αϊσέ, τη Φατμά, τον αφέντη Σουλεϊμάν, να κινούνται μέσα σε μία δίνη και άλλοτε να την πλησιάζουν και άλλοτε να απομακρύνονται και να σβήνουν στο κενό.

Κάπου – κάπου όμως, μέσα σε αυτή την εφιαλτική κατάσταση, ένοιωθε ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα: την αγκαλιά μιας γυναίκας. Ήταν μια πολύ θολή εντύπωση, όμως της χάριζε ασφάλεια και ευτυχία.

-Είναι δυνατό άραγε να θυμάμαι τη μητέρα μου; Αναρωτήθηκε. Ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα τέτοια ανάμνηση. Ίσως, βαθιά μέσα στο υποσυνείδητό μου να υπάρχει κάτι.

Η σκέψη της μητέρας της είχε αρχίσει να γεμίζει την ύπαρξή της. Μια λαχτάρα τη διακατείχε για αυτή την άγνωστη μητέρα. Τι να είχε συμβεί άραγε, διερωτόταν συχνά. Είχε πεθάνει η μητέρα της και την πήραν στο τούρκικο σπίτι, ή όντως την είχαν κλέψει, όπως ισχυριζόταν η κυρία Αϊντάν;

Της ήταν δύσκολο να συγκροτήσει τον εαυτό της και να χαλιναγωγήσει τις σκέψεις της. Για πρώτη φορά στη ζωή της βρισκόταν συνεχώς σε μια κατάσταση σύγχυσης και αγωνίας. Ακόμα και οι επισκέψεις της στον Δημήτριο, δεν της έφερναν την ίδια ικανοποίηση. Είχε χάσει το ενδιαφέρον της σχεδόν για όλα.

Έγραψε ένα μακροσκελές γράμμα στον Kristian, ενημερώνοντάς τον για τα πρόσφατα γεγονότα και τα συναισθήματα που την κατάκλυζαν.

-Ευτυχώς, που υπάρχει και αυτός, σκέφτηκε. Είναι ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο μπορώ να ξεδιπλώσω την καρδιά μου και να ξεφορτώσω το βάρος που κρατώ.

Η απάντηση του Kristian ήταν σύντομη αλλά ουσιαστική:

Αγαπημένη μου Μαρία

Επιτέλους τα πράγματα οδηγήθηκαν εκεί που θα ήθελες να οδηγηθούν. Η αλήθεια για τη ζωή σου, Μαρία μου, υπήρχε πάντοτε και τίποτε δε θα αλλάξει όταν εσύ διαβάσεις αυτά που κατέγραψε για σένα ο δάσκαλός σου. Απλά αυτή η αλήθεια θα φωτίσει το παρελθόν σου και πιθανόν να ανοίξει καινούργιους δρόμους για το μέλλον σου.

Μη φοβάσαι. Όταν διαβάσεις αυτά που περιέχει το πακέτο από το δάσκαλό σου, θα έχεις δίπλα σου την κόρη σου. Το μοναδικό άνθρωπο στο κόσμο στον οποίο έχει αντανάκλαση αυτή η αλήθεια. Δε θα είσαι μόνη και ούτε τώρα είσαι μόνη.

Μαρία μου, η ιστορία σου αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είσαι προστατευμένη και οι επιβουλές των ανθρώπων στα παιδικά σου χρόνια δεν μπόρεσαν να ανακόψουν τη λαμπρή πορεία σου στη ζωή. Να το θυμάσαι πάντοτε αυτό!

Εγώ είμαι πάντοτε δίπλα σου. Και αν χρειαστεί θα έρθω και θα είμαι και με φυσική παρουσία δίπλα σου.

Μη φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά!

Με αγάπη

Kristian

Τα λόγια του Kristian είχαν μαγική επίδραση πάνω της. Την έβγαλαν από την αισθηματικά επικίνδυνη κατάσταση στην οποία είχε παγιδευτεί και  τη βοηθήσαν να βρει τη συνηθισμένη της αυτοκυριαρχία.

Όποια και αν ήταν τα γεγονότα που καταγράφονταν από το δάσκαλό της θα τα διαχειριζόταν με θάρρος. Δεν μπορούσε να αλλάξει το παρελθόν. Μπορούσε μόνο να διαχειρίζεται το παρόν. Και θα το διαχειριζόταν με τον καλύτερο τρόπο για την ίδια, την κόρη της και την εγγονή της.

Συγκροτημένη τώρα πια, έκανε τις τελευταίες διευθετήσεις για την παραλαβή της κόρης, του γαμπρού και της εγγονής της από το λιμάνι της Αμμοχώστου. Ζήτησε από την κυρία Jennifer Thomson το στρατιωτικό αυτοκίνητο που είχε παραχωρηθεί πρόσφατα στην οικογένεια και μαζί με τον οδηγό ξεκίνησαν για το λιμάνι της Αμμοχώστου.

Ο δρόμος περνούσε μέσα από την πεδιάδα της Μεσαορίας και  η Μαρία θυμήθηκε την πρώτη μέρα που έφτασε στην Κύπρο και έκαμε την ίδια διαδρομή με το τρένο. Τότε ήταν καλοκαίρι και όλα τα χωράφια ήταν θερισμένα. Απλώνονταν γύρω, κίτρινα και μονότονα. Αυτή τη φορά ήταν άνοιξη, αρχές Απριλίου. Τα χωράφια ήταν ολοπράσινα και στις παρυφές τους, καθώς ανάμεικτα και μέσα στα σπαρτά, άνθιζαν κατακόκκινες παπαρούνες, κίτρινες μαργαρίτες και πολύχρωμα αγριολούλουδα. Όλα ήταν πανέμορφα.

-Χαίρομαι που η κόρη μου θα αντικρίσει όλη αυτή την ομορφιά σήμερα, σκέφτηκε. Η πατρίδα μας έβαλε τα καλά της και την υποδέχεται με όλη της τη λαμπρότητα.

Σαν έφτασαν στο λιμάνι, είπε στον οδηγό να περιμένει και η ίδια προχώρησε προς την αίθουσα υποδοχής.

Η οικογένεια της κόρης της έφτασε μαζί με τους τελευταίους επιβάτες. Σίγουρα δεν ήθελαν να ταλαιπωρηθεί το παιδί και περίμεναν να φύγει το πλήθος.

Ανάμεσα στις αγκαλιές, τα φιλιά και τη συγκίνησης της αντάμωσης,  η Μαρία δεν μπόρεσε να μην προσέξει ένα ξύλινο κουτί που ήταν στοιβαγμένο πάνω από τις αποσκευές τους. Εκεί μέσα βρισκόταν το μυστικό της ζωής της.

Σαν ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής με την εγγονή της στην αγκαλιά της να χαμογελά, η Μαρία ήξερε πως το πρώτο κεφάλαιο της ύπαρξης της θα άνοιγε σε πολύ λίγο.

-Ο άνεμος της μοίρας μου έχει φυσήξει, σκέφτηκε. Σε λίγο τα καρφιά από το κουτί θα φύγουν και θα αποκαλυφθούν τα λόγια που άφησε για μένα ο δάσκαλος.

Αναρίγησε και χαμογέλασε στην κόρη της η οποία θαύμαζε το τοπίο που λουζόταν κάτω από τον φωτεινό ήλιο της πατρίδας της.

 

Βιβλιογραφία:

https://www.cyta.com.cy/chronology

Φωτογραφία: από το βιβλίο της Αγνής Μιχαηλίδη Χώρα η Παλιά Λευκωσία

4 responses to “Μαρία (Κεφάλαιο 15)”

  1. Georgia Gouti says:

    Έχεις εξάψεις την φαντασία μας. Τι φοβερό μυστικό κρύβει η ζωή της Μαρίας;

  2. Maria Klerides says:

    Περιμενουμε με ανυπομονησία να μάθουμε!

Leave a Reply

Your email address will not be published.