Μαρία (Κεφάλαιο 10)

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 07/11/2021

Back to Blog

(Η ιστορία αυτή είναι προϊόν μυθοπλασίας και κανένα από τα πρόσωπα δεν είναι υπαρκτό. Τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται είναι πραγματικά)

Λευκωσία φθινόπωρο 1926

Όταν πέρασαν μερικές μέρες η Μαρία αποφάσισε να επισκεφθεί την κυρία Αϊντάν για να δει αν είχε κάποιες πληροφορίες για την Εμινέ. Η κυρία Αϊντάν την υποδέχθηκε πρόσχαρα και την κέρασε τον καθιερωμένο καφέ. Της είπε ότι ρώτησε για την Εμινέ, αλλά κανείς στη γειτονιά δε φαίνεται να ήξερε οτιδήποτε για την τύχη της. Εξαφανίστηκε και αυτή μόλις πέθανε και ο τελευταίος κάτοικος του σπιτιού. Πιθανόν, να πήγε στην Πάφο, αλλά κανείς δε γνώριζε στα σίγουρα.

Η Μαρία έφυγε απογοητευμένη και άρχισε να περπατά στους δρόμους της Λευκωσίας, χωρίς να έχει κανένα προορισμό. Θυμήθηκε τον δάσκαλο και ένοιωσε ενοχές που δεν έψαξε καθόλου για αυτόν ακόμα. Όπως περπατούσε έτσι άσκοπα, τα βήματά της την οδήγησαν έξω από τα τείχη και ήρθε στο νου της  μια πληροφορία που είχε μάθει πρόσφατα. Προς τα νότια της Λευκωσίας ήταν το κοιμητήριο του Αγίου Σπυρίδωνα. Εκεί θάβονταν από τον περασμένο αιώνα οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι της Λευκωσίας. Θα πήγαινε να  ψάξει ανάμεσα στους τάφους, μήπως και ανακάλυπτε τον τάφο του δασκάλου της.

Προχώρησε για κανένα τέταρτο της ώρας και είδε το νεκροταφείο μαζί με τη μικρή εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα να προβάλλουν. Κυπαρίσσια είχαν φυτευτεί και σκίαζαν τους τάφους, δίνοντας την εντύπωση μίας όασης. Μπήκε στην εκκλησία και ο ιερέας καθόταν εκεί, σάμπως και την περίμενε.

-Πάτερ μου, του είπε, ονομάζομαι Λαίδη Mary William Moore. Έχω ζήσει τα παιδικά μου χρόνια στην Κύπρο και είχα ένα δάσκαλο, Ελληνοκύπριο, που τον έλεγαν Αντώνιο Φιλίππου. Πιστεύω ότι έχει πεθάνει και θα ήθελα πολύ να βρω τον τάφο του.

-Ξέρεις κόρη μου πότε πέθανε ο δάσκαλός σου;

-Όχι, Πάτερ μου, έλειπα από την Κύπρο πολλά χρόνια και ήρθα πρόσφατα. Ο δάσκαλος αυτός ήταν για μένα πολύ σημαντικός και θα ήθελα να τιμήσω τη μνήμη του. Από ότι ξέρω δεν είχε οικογένεια και πιθανόν ο τάφος του να είναι απεριποίητος, δεν ξέρω καν αν έχει σταυρό με το όνομά του. Από τα γεγονότα που έχω υπόψη μου, αν και πολύ ασαφή, θεωρώ ότι θα πέθανε πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Αλλά δεν είμαι καθόλου βέβαιη.

-Έλα να ψάξουμε στο βιβλίο της εκκλησίας, της είπε.

Κοίταξε μερικά πιο παλιά βιβλία και της επιβεβαίωσε ότι ένας δάσκαλος, επονομαζόμενος Αντώνιος Φιλίππου είχε πεθάνει το 1910 και είχε ταφεί σε αυτό το κοιμητήριο.

-Έλα μαζί μου να κοιτάξουμε τους τάφους, της είπε. Σύμφωνα με την ημερομηνία που πέθανε, μπορώ να υπολογίσω πού έχει ταφεί.

Καθώς περπατούσαν ανάμεσα στους τάφους και διάβαζαν το ονόματα στους σταυρούς, ο ιερέας άρχισε να της λέει την ιστορία του κοιμητηρίου.

-Τον καιρό της τουρκοκρατίας κόρη μου, ήταν μεγάλο πρόβλημα να θάψεις τους νεκρούς σου. Ο τουρκικός νόμος απαγόρευε στους χριστιανούς να έχουν κοιμητήρια στην πόλη ή έξω από τα τείχη. Έτσι όποτε οι άνθρωποι είχαν ένα νεκρό τον κουβαλούσαν περπατητοί, μέσα στο φέρετρο, μέχρι το κοιμητήριο της Παλλουριώτισσας ή μέχρι τον Στρόβολο, μεγάλες αποστάσεις δηλαδή. Η ταλαιπωρία, ιδιαίτερα τους καυτούς μήνες του καλοκαιριού και μέσα στο κρύο του χειμώνα, ήταν αφάνταστη! Μετά που ήρθαν οι Εγγλέζοι, έκαμαν οι χριστιανοί έρανο, μπόρεσαν να αγοράσουν αυτό το χωράφι και να κάμουν το πρώτο νεκροταφείο της Λευκωσίας.

Ξαφνικά η Μαρία σταμάτησε. Είδε ένα ξύλινο σταυρό, στραβά τοποθετημένο, που έγραφε πάνω: Αντώνιος Φιλίππου, Διδάσκαλος, Θανών 22 Ιουνίου 1910.

Πριν  το σκεφτεί και μπορέσει να συγκρατήσει τον εαυτό της, γονάτισε μπροστά στο τάφο και άρχισε να κλαίει. Ο ιερέας τα έχασε. Δεν περίμενε τέτοιους συναισθηματισμούς από μια Αγγλίδα Λαίδη!

-Ξέρετε, του είπε για να δικαιολογηθεί, ήταν πολύ σημαντικός άνθρωπος για μένα. Με δίδαξε σχεδόν τα πάντα και μου έδωσε τις βάσεις για να συνεχίσω τις σπουδές μου και στο Λονδίνο. Πέστε μου τι χρειάζεται να κάμω για να τοποθετηθεί εδώ ένας τάφος από μάρμαρο, όπως του αξίζει.

-Άστο σε μένα και μην ανησυχείς, της είπε. Παράγγειλέ μου ότι θέλεις και θα το φροντίσω εγώ.

-Θα ήθελα ένα μαρμάρινο τάφο με σταυρό, απλό, όχι εξεζητημένο. Πάνω στο σταυρό θα ήθελα να γράφει, εκτός από όσα αναφέρονται ήδη στον ξύλινο σταυρό και τα εξής: «Ο άνθρωπος που δίδαξε στα παιδιά της Κύπρου, τη γνώση και τη σοφία των προγόνων τους. Αιωνία ας είναι η μνήμη του».

Ο ιερέας σημείωσε τα λόγια που του είπε η Μαρία και τη διαβεβαίωσε ότι θα παραγγείλει όσα του ζήτησε στον καλύτερο μαρμαρά της Λευκωσίας. Η Μαρία υποσχέθηκε  ότι θα περνούσε την επόμενη μέρα να φέρει μία προκαταβολή για να δοθεί στον μαρμαρά και λουλούδια για τον τάφο.

Φεύγοντας τα συναισθήματά της ήταν ανάμεικτα. Είχε χαρεί που βρήκε έστω και ένα στοιχείο για τον αγαπημένο της δάσκαλο, όμως η πικρία που την ακολουθούσε από τα δεκαεπτά της χρόνια που έχασε κάθε επαφή μαζί του, φούντωσε στην καρδιά της. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό της να μη μέμφεται τη μητέρα της για αυτό. Μέσα της  όμως ένοιωθε και ενοχές που η ίδια δεν είχε ποτέ το θάρρος να καταπατήσει τον ψεύτικο κόσμο που της είχε επιβληθεί και να τον αναζητήσει. Ήξερε ότι κατά βάθος, έχουμε όλοι ευθύνη για τις επιλογές μας. Δεν πρέπει να δικαιολογούμε τους εαυτούς μας κατηγορώντας τους άλλους.

Μέχρι να φθάσει στο σπίτι της είχε μεσημεριάσει. Η κυρία Βασιλεία την περίμενε με ένα παραδοσιακό φαγητό: κουπέπια (ντολμαδάκια) με κολοκάσι. Παρόλο που η Μαρία, τρελαινόταν για αυτό το φαγητό δεν είχε και πολλή όρεξη να φάει.

Όταν κτύπησε σε λίγο η πόρτα, η κυρία Βασιλεία της είπε ότι ένα παιδί είχε φέρει ένα σημείωμα. Μόλις το άνοιξε η Μαρία, χάρηκε ιδιαίτερα. Ήταν από τον Kristian Hubertus, που την ενημέρωνε ότι είχε φθάσει στη Λευκωσία και θα ερχόταν το απόγευμα να την επισκεφθεί.

Αμέσως, πριν φύγει το παιδί, ετοίμασε ένα δικό της σημείωμα και του έδωσε. Προσκαλούσε τον Kristian Hubertus να παρατείνει την απογευματινή του επίσκεψη μέχρι το βράδυ, για δείπνο.

Η άφιξη του Σουηδού φίλου της, αλάφρυνε κάπως την ψυχή της και σχημάτισε ένα χαμόγελο στα χείλη της. Παρακάλεσε την κυρία Βασιλεία να ετοιμάσει και πατάτες στο φούρνο παράλληλα με τα κουπέπια με το κολοκάσι, που είχαν μείνει σχεδόν άθικτα, πριν φύγει για το σπίτι της. Τη διαβεβαίωσε ότι θα μπορούσε να σερβίρει ή ίδια το φαγητό στον προσκεκλημένο της και δε χρειαζόταν να παραμείνει.

Το απόγευμα ετοιμάστηκε με επιμέλεια και φινέτσα για να υποδεχθεί τον Kristian Hubertus. Με την άφιξη του Σουηδού ήπιαν τον καφέ τους – είχε πλέον γίνει συνήθεια και στους δυο τους ο κυπριακός καφές – και μετά η Μαρία πρότεινε να περπατήσουν να δουν τη γύρω περιοχή.

Επισκέφθηκαν πρώτα την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, που ήταν δίπλα από το σπίτι της Μαρίας και στη συνέχεια του έδειξε το Αρχοντικό της οικογένειας Χατζηγιωργάκη, το οποίο βρισκόταν πενήντα μέτρα μακριά από το Ναό. Η εκκλησία και η οικία είχαν κτιστεί τον 18ο αιώνα και ο Χατζηγιωργάκης είχε αναλάβει με δική του χρηματοδότηση τη διακόσμηση του Ναού, τον οποίο κατά κάποιο τρόπο, είχε υπό την προστασία της η οικογένειά του. Ο Χατζηγιωργάκης Κορνέσιος είχε υπάρξει δραγομάνος της Κύπρου, επί της Οθωμανικής κυριαρχίας, δηλαδή διερμηνέας και υπεύθυνος για τη συλλογή των φόρων και παράδοσής τους στο Σουλτάνο. Οι δραστηριότητές του αυτές του δημιούργησαν πολλούς εχθρούς, με αποτέλεσμα να εκτελεστεί στην Κωνσταντινούπολη από τον Σουλτάνο, το 1809.

Το κονάκι  του Χατζηγιωργάκη ήταν ένα εντυπωσιακό κτίσμα του 18ου αιώνα, διώροφο, σε σχήμα Π. Στην είσοδό του έφερε οικόσημο, πιθανόν κάποιου παλαιότερου οίκου των Λουζινιανών και πάνω από την είσοδο είχε ένα εντυπωσιακό κιόσκι. Το εσωτερικό δεν μπόρεσαν να το δουν, γιατί το σπίτι κατοικείτο από τους απόγονους του Χατζηγιωργάκη, όμως από μια ματιά που έριξαν από το παράθυρο, φαινόταν πολύ πλούσιο.

Η περιήγηση της Μαρίας άρεσε πολύ στον Kristian, ο οποίος εύρισκε την πόλη της Λευκωσίας, παρά τη φτώχεια που επικρατούσε σε διάφορες γειτονιές, πολύ ενδιαφέρουσα.  Η κοινωνία, όπως παρατήρησε, ιδιαίτερα οι Ελληνοκύπριοι είχε μια τάση εξευρωπαϊσμού και προόδου, όπως φαινόταν και από τις δραστηριότητες στο ξενοδοχείο που διέμενε.

Όταν επέστρεψαν στο σπίτι και η Μαρία σέρβιρε το δείπνο που ετοίμασε η κυρία Βασιλεία, ο Kristian Hubertus ενθουσιάστηκε. Εύρισκε και αυτός πολύ νόστιμη την κυπριακή κουζίνα. Την είχε συνηθίσει τον τελευταίο καιρό που έμενε στην Κύπρο και θα του έλειπε όταν θα έφευγε.

Όταν αργότερα κάθισαν στο σαλόνι για να πιούν το τσάι τους ο Kristian της μίλησε για την αποστολή του. Είχε επισκεφθεί πολλούς χώρους με πιθανές αρχαιότητες από τη Λάρνακα, μέχρι τη Λάπηθο και τον Καραβά, στην επαρχεία της  Κερύνειας. Η αναφορά του στον πρίγκηπα  της χώρας του ήταν θετική για πραγματοποίηση της Σουηδικής  αρχαιολογικής αποστολής στην Κύπρο, τον επόμενο χρόνο. Κατέγραφε επίσης τις εισηγήσεις του για τους χώρους από τους οποίους θα μπορούσαν να αρχίσουν τις έρευνές τους. Υπεύθυνος θα  ήταν και πάλι ο  Einar Gjerstad. Ο Kristian διευκρίνισε ότι ο πρίγκηπας Gustav Adolf, ήταν και ο ίδιος αρχαιολόγος. Για την αποστολή είχαν εξευρεθεί πολλοί δωρητές και το Σουηδικό Κράτος θα συνέβαλε επίσης οικονομικά, όπου υπήρχε ανάγκη.

Τελευταίο άφησε και το πιο ευχάριστο: Ο κύριος Πιερίδης του είχε δανείσει το αυτοκίνητό του και έτσι πρότεινε στη Μαρία την επομένη να επισκεφθούν την περιοχή της Κερύνειας. Η Μαρία ενθουσιάστηκε με την ιδέα. Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ έξω από τη Λευκωσία και αυτή θα ήταν μία θαυμάσια ευκαιρία.

Συμφώνησαν λοιπόν να την πάρει το πρωί, γύρω στις 8.00 π.μ., και αφού περάσουν από το κοιμητήριο για να αφήσει χρήματα στον ιερέα και λουλούδια στο τάφο του δασκάλου της, να ξεκινήσουν για το ταξίδι τους. Φεύγοντας της κράτησε για λίγο το χέρι μετά τη θερμή χειραψία και της είπε:

-Χάρηκα πάρα πολύ που σε είδα, Μαίρη!

Η Μαρία του χαμογέλασε πλατιά και απάντησε στον ίδιο τόνο:

-Και εγώ χάρηκα που σε είδα Kristian! Καλό βράδυ και καλό ξημέρωμα να έχουμε και οι δυο, όπως λένε και εδώ στην Κύπρο.

Την άλλη μέρα, η Μαρία ετοιμάστηκε πρωί – πρωί, έκανε μπουκέτο τα μυρωδάτα τριαντάφυλλα που της έφερε η κυρία Βασιλεία και περίμενε τον  Kristian. Μόλις έφτασε το αυτοκίνητο, μπήκε μέσα και ξεκίνησαν. Έκαναν μία σύντομη στάση στο κοιμητήριο του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου η Μαρία άφησε τα λουλούδια στο τάφο του δασκάλου της και  τα χρήματα στον ιερέα και άρχισαν το ταξίδι τους.

Ήταν φθινόπωρο, αλλά τα φθινόπωρα στην Κύπρο είναι γλυκά και ήπια. Ο καιρός ήταν θαυμάσιος και όπως είχαν τα παράθυρα ανοιχτά ένα δροσερό αεράκι τους χάιδευε το πρόσωπο.

-Τι υπέροχος τόπος, είπε ο Kristian. Δεν έχω ξαναζήσει τέτοιο φθινόπωρο στη ζωή μου. Στην πατρίδα μου τώρα πιθανόν να έχει χιόνια και σίγουρα στη δική σου πατρίδα, Μαίρη, παγωνιές.

Η Μαρία ένοιωσε άβολα που ο Kristian αποκαλούσε την Αγγλία, πατρίδα της.

-Εγώ εδώ μεγάλωσα, του είπε. Αυτή, για μένα, είναι η πατρίδα μου!

-Ε, καλά δεν είναι ανάγκη να θυμώνεις! Της είπε γελώντας ο Kristian. Με την ευκαιρία αυτή, γιατί μου είπες ότι το όνομά σου είναι Μαρία, όταν ανέβαινες στο τρένο στην Αμμόχωστο;

Εκείνη τη στιγμή, η Μαρία το αποφάσισε. Θα του έλεγε την αλήθεια για τη ζωή της. Η χθεσινή της διαπίστωση ότι  η εμμονή της να παραμείνει πιστή στο ψέμα που της είχαν επιβάλει, την  κράτησε μακριά από τον αγαπημένο της δάσκαλο, την έκανε να θέλει να σταματήσει αυτό το παραμύθι. Τουλάχιστον μεταξύ των δικών της ανθρώπων.

-Άκουσε Kristian, του είπε. Στο επόμενο χωριό που θα σταματήσουμε, θα σου πω μια ιστορία που δεν την είπα σε κανένα, εκτός από την κόρη μου και τον γαμπρό μου.

Ο Kristian, παραξενεύτηκε από το σοβαρό ύφος της Μαρίας και σεβάστηκε την παράκλησή της. Συνέχισαν προς το χωριό της Λαπήθου. Ο Kristian, που είχε μελετήσει την ιστορία του χωριού για την έκθεση που είχε ετοιμάσει, ενημέρωσε και τη Μαρία.

-Είναι ένα αρχαιότατο χωριό, που υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Θα είναι ένας από τους τόπους που θα γίνουν ανασκαφές από την αποστολή της χώρας μου. Θεωρείται ότι η αρχαία πόλη κτίστηκε από τον Πράξανδρο, ήρωα του τρωικού πολέμου από τη Λακωνία. Πήρε δε το όνομά της από το όρος Λαπήθης της Λακωνίας από όπου κατάγονταν οι οικιστές της. Πιστεύω ότι θα βρούμε ενδιαφέροντα κατάλοιπα εδώ γιατί η πόλη αυτή άκμασε στην αρχαιότητα.

Σαν έφτασαν στο χωριό, η Μαρία αναφώνησε στη θέα του.

-Θεέ μου, τι όμορφος τόπος!

Το χωριό απλωνόταν στις βορεινές παρυφές του Πενταδάκτυλου, ολοπράσινο, ανάμεσα σε λεμονόδεντρα και στο βάθος λαμπύριζε το γαλάζιο της θάλασσας.  Τα σπίτια του, σκαρφαλωμένα στην πλαγιά του βουνού, λευκά, έμοιαζαν με φωλιές πουλιών. Η αρχιτεκτονική των σπιτιών ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Πολλά ήταν πετρόκτιστα με σκαλιστές καμαρόπορτες και ψηλά περιτειχίσματα, όλα με καταπράσινους κήπους. Ήταν φανερό ότι ήταν ένα πολύ πλούσιο και μεγάλο χωρίο, για τα δεδομένα της Κύπρου.

-Εδώ έχουν πολύ νερό, το οποίο αναβλύζει από το βουνό, της είπε ο Kristian, που είχε επισκεφθεί προηγουμένως το χωριό, και έτσι μπορούν να καλλιεργούν τα πάντα. Κατασκευάζουν και υπέροχα πήλινα βάζα και αγγεία. Αξίζει να αγοράσουμε κάτι πριν φύγουμε.

–           Δεν έχω δει ωραιότερο τόπο στη ζωή μου, ψιθύρισε η Μαρία.

Κάθισαν σε ένα καφενείο με θέα τη θάλασσα. Διάλεξαν μια απόμακρη γωνιά, όχι γιατί οι βρακοφόροι χωρικοί που καθόντουσαν και έπιναν τον καφέ τους θα καταλάβαιναν τι θα έλεγαν, αλλά για να νοιώθει πιο  άνετα η Μαρία να μιλήσει.

Παράγγειλαν τα καφεδάκια τους και γλυκό καρυδάκι στον γελαστό καφετζή, με το μεγάλο μουστάκι και τα λαμπερά μάτια. Όταν τα έφερε και άρχισαν να πίνουν, η Μαρία μίλησε στον  Kristian για τη ζωή και τις αναμνήσεις της.

Από τα μάτια της κυλούσαν δάκρυα και συχνά το στήθος της τρανταζόταν από κάποιο αναφιλητό που προσπαθούσε να συγκρατήσει. Τα χρόνια της σιωπής είχαν δημιουργήσει μέσα της ένα θηρίο που έψαχνε διέξοδο για να βγει και να ελευθερωθεί. Ο Kristian την άκουε με προσοχή και κρατούσε τα χέρια της ανάμεσα στα δικά του. Ήταν μια πολύ τρυφερή σκηνή, που οι χωρικοί δεν μπορούσαν να μην προσέξουν. Πολλοί μάλιστα, αν και δεν  καταλάβαιναν τι συνέβαινε, συγκινήθηκαν.

Ο Kristian δεν την είχε διακόψει καθόλου κατά τη διάρκεια της διήγησης. Την άκουγε σιωπηλά. Σαν τέλειωσε της μίλησε ήρεμα και χαμηλόφωνα:

– Μαρία, η τραγικότητα στη ζωή σου οφείλεται στην πιθανή κλοπή σου από την αγκαλιά της μητέρας σου. Η υιοθεσία σου από την αγγλική οικογένεια ήταν για σένα μια ευλογία και όσα ελαττώματα και αν είχε η μητέρα σου, όλες οι μητέρες έχουν ελαττώματα. Έχεις ζήσει μια συναρπαστική ζωή με απίστευτες ευκαιρίες και εμπειρίες. Η αποξένωσή σου από το δάσκαλό σου, ήταν ένα μεγάλο λάθος και πιστεύω ότι αυτό είναι που σε βασανίζει περισσότερο. Καθώς σε άκουα που μιλούσες αποφάσισα να καθυστερήσω την αναχώρησή μου από τη Λευκωσία, όσο χρειαστεί, για να σε βοηθήσω να βρεις στοιχεία για το δάσκαλο και μαζί την αλήθεια για το παρελθόν σου. Αύριο θα τηλεγραφήσω στο πανεπιστήμιό μου.

Τα λόγια του Kristian έφεραν περισσότερα δάκρυα στη Μαρία. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα είχε κάποιο δίπλα της, στη μέχρι τώρα, αδιέξοδη αναζήτησή της. Θα ήθελε να του πει ότι δεν είναι ανάγκη να κάνει τέτοια θυσία, αλλά επιθυμούσε τόσο πολύ την παρουσία του, που δεν μπόρεσε.

-Σε ευχαριστώ, ψιθύρισε. Είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί κάποιος να μου χαρίσει!

Όταν σηκώθηκαν να φύγουν τους περίμενε μία έκπληξη.  Ο καφετζής δε δεχόταν να πληρωθεί!

-Κανένας ξένος δεν πληρώνει όταν έρχεται στο χωριό μας, εξήγησε στη Μαρία, που μιλούσε ελληνικά. Ο μουχτάρης (κοινοτάρχης), που κάθεται εκεί – και έδειξε ένα χαμογελαστό κύριο στο βάθος – πλήρωσε τους καφέδες και τα γλυκά σας.

Η Μαρία πλησίασε τον μουχτάρη για να τον ευχαριστήσει και εκείνος επέμενε να τους πάρει στο σπίτι του, για φαγητό το μεσημέρι. Με μεγάλη δυσκολία κατάφεραν να αποφύγουν την πρόσκληση των φιλικών αυτών χωρικών, που τηρούσαν, αιώνες τώρα, τα αρχαιοελληνικά έθιμα της φιλοξενίας.

Στη συνέχεια επισκέφθηκαν ένα εργαστήριο που κατασκεύαζε πήλινα δοχεία, δίπλα από το καφενείο και αγόρασαν από ένα βάζο. Το δικό της Μαρίας ήταν διακοσμημένο σαν ένας σκοτεινός βυθός της θάλασσας. Μέσα σε ένα βαθυπράσινο, σχεδόν μαύρο φόντο, κολυμπούσαν εγχάρακτα ψάρια διαφόρων μεγεθών. Στη βάση και στο χείλος του βάζου είχαν χαραχθεί, σε καφέ φόντο, λουλούδια και φυτά. Ο Kristian επέμενε και κατάφερε να πληρώσει εκείνος το δικό της βάζο, σαν ένα αναμνηστικό δώρο για το ταξίδι τους.

Επιβιβάστηκαν στη συνέχεια στο αυτοκίνητο και συνέχισαν τη διαδρομή τους μέσα σε ένα πανέμορφο τοπίο, έχοντας στα δεξιά το βουνό του Πενταδάκτυλου, καταπράσινο και από την άλλη τη θάλασσα να κινείται σαν ζώσα ύπαρξη και να φεγγοβολεί γαλάζια και απαστράπτουσα.

Κουρασμένη από τη φόρτιση της εξομολόγησης και χαλαρωμένη από την ηρεμία και ομορφιά του τοπίου, η Μαρία έκλεισε τα μάτια και αποκοιμήθηκε. Βυθίστηκε σε ένα ύπνο ήρεμο, νοιώθοντας για πρώτη φορά ότι δεν ήταν μόνη.

 

Βιβλιογραφία:

Αγνής Μιχαηλίδη: Χώρα, η παλιά Λευκωσία

http://www.mcw.gov.cy/mcw/da/da.nsf/All/B910C8576D6CFD61C2257199001FB424?OpenDocument

http://cypernochkreta.dinstudio.se/text1_127.html

http://www.polignosi.com/cgibin/hweb?-A=43830&-V=limmata

Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο: https://www.google.com/search?q=%CE%9B%CE%AC%CF%80%CE%B7%CE%B8%CE%BF%CF%82&sxsrf=AOaemvJ_TH0alVl9lMSZeZRrbM93D-x6ow:1635252963448&source=lnms&tbm=isch&sa=X&ved=2ahUKEwiG4YOAkOjzAhUOoRQKHRtmACQQ_AUoAXoECAEQAw&biw=1920&bih=937&dpr=1#imgrc=nIIOeEX4C4DdgM

8 responses to “Μαρία (Κεφάλαιο 10)”

  1. Andreas Markides says:

    Excellent story and excellent use of the Greek language; I am jealous!
    I did not know that the ancestors of Lapiths were from Sparta; very interesting. I hope that your heroine will also visit the “tree of idleness” at Bellapais (see Lawrence Durrell and Bitter Lemons)!

    • Maria Atalanti says:

      Ανδρέα μου αρχικά σε ευχαριστώ για τα θετικά σου σχόλια. Όσον αφορά τη χρήση της ελληνικής γλώσσας μην ξεχνάς ότι εσύ έχεις μοιράσει τη ζωή σου ανάμεσα σε δύο πατρίδες και δύο γλώσσες. Είσαι από τις σπάνιες περιπτώσεις δίγλωσσων Κυπρίων που μιλούν και γράφουν τόσο καλά ελληνικά και πρέπει να είσαι υπερήφανος για αυτό. Δεν έχεις τίποτε να ζηλέψεις από κανένα. Σχετικά με τις περιηγήσεις της Μαρίας, μην ξεχνάς ότι μιλούμε για το 1926, που υπήρχαν ελάχιστα αυτοκίνητα στην Κύπρο. Δεν ήταν εύκολο για κάποιο να ταξιδέψει. Το βιβλίο για το οποίο μιλάς γράφτηκε πολύ αργότερα, τη δεκαετία του 1950. Εξ άλλου η Μαρία είχε άλλες προτεραιότητες και στόχους στη ζωή της, όσο και αν της άρεσαν τα ταξίδια. Πάντως, οι εισηγήσεις σου είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες, και σε ευχαριστώ που κάνεις τον κόπο να τις μοιράζεσαι μαζί μου.

  2. Μόνικα Ανδρέου says:

    Μαρία, το χαίρομαι κάθε φορά. Εκείνο που μου αρέσει πιο πολύ είναι ότι είναι γραμμένο με μέτρο. Δεν κουράζει με μακρές περιγραφές, δεν πέφτει στο επίπεδο του “μελό”, έχει αξιοπρέπεια και κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο!

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ πολύ! Τέτοια σχόλια από εσένα που έχεις διαβάσει τα περισσότερα βιβλία από όσους γνώρισα στη ζωή μου, είναι πάντοτε ευπρόσδεκτα.

  3. Μάρω Στυλιανού says:

    Μαρία μου εξαιρετική η εξέλιξη! Επέτρεψε μου μια “πεζή” ερώτηση: Το όνομα Πιερίδης το εμπνεύστηκες από την οικογένεια Πιερίδη, η οποία σχετίζεται με το Ιδρυμα Πιερίδη και το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας;

    • Maria Atalanti says:

      Έχεις απόλυτο δίκαιο Μάρω μου. Πρόκειται για την ίδια οικογένεια Πιερίδη και είναι όντως ο κ. Πιερίδης που προσκάλεσε τους Σουηδούς στην Κύπρο και πραγματοποιήθηκε η σουηδική Αρχαιολογική αποστολή. Στη Λάρνακα υπάρχει και το Μουσείο Πιερίδη.

  4. Georgia Gouti says:

    Κάθε κεφάλαιο που δημοσιεύεις και μια έκπληξη. Μαρία χαίρομαι που είμαι εδώ μαζί σου

    • Maria Atalanti says:

      Πίστεψέ με Γεωργία μου, και εγώ χαίρομαι που είσαι μαζί μας!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *