Μαρία

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 05/09/2021

Back to Blog

(Κεφάλαιο 1)

(Η ιστορία αυτή είναι προϊόν μυθοπλασίας και κανένα από τα πρόσωπα δεν είναι υπαρκτό. Τα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνονται είναι πραγματικά)

Λάρνακα – Καλοκαίρι 1872

Ο Αντώνιος Φιλίππου καθόταν στο λιμάνι και αγνάντευε τη θάλασσα. Βαθύ γαλάζιο. Τα λευκά κύματα έτρεχαν στην επιφάνεια της και έσκαζαν στην άμμο, για να ξαναγεννηθούν πάρα πέρα και ξανά από την αρχή. Ο ρυθμός, η δροσιά απ’ τ’ αγέρι  και  η μυρωδιά της, που γέμιζε την ύπαρξή του, του έφερναν γαλήνη.

Είχε επιστρέψει στα 32 του χρόνια στο πατρικό του σπίτι στη Λάρνακα, μαζί με τη γυναίκα του Ελένη και την πεντάχρονη κόρη του Αθηνά. Θυμόταν 14 χρόνια πριν, όταν ο πατέρας του τον έφερε εδώ για να του μιλήσει, πριν φύγει για τη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη.

Ο πατέρας του, ο  Αντρέας, ήταν από τους πιο ευκατάστατους Ελληνοκυπρίους στη Λάρνακα. Δούλευε χρόνια στο Γαλλικό κονσουλάτο και παράλληλα έκανε εμπόριο αλατιού και μεταξιού, κάποτε σε συνεργασία με τους Γάλλους πρόξενους, κάποτε μόνος του. Κάθε δεκάρα που του περίσσευε τη φύλαγε για να σπουδάσει το μοναχογιό του. Ήταν ιδιαίτερα έξυπνος άνθρωπος. Τόσα χρόνια μέσα στο κονσουλάτο είχε μάθει τα Γαλλικά και συχνά παρακολουθούσε τις συζητήσεις που γίνονταν εκεί μέσα και είχε καταλάβει πολλά πράγματα για τις βλέψεις των Γάλλων και των άλλων Ευρωπαίων για τον τόπο του.

Από την άλλη, έβλεπε τους συμπατριώτες του να εκφυλίζονται και να υποβιβάζονται κάτω από την Οθωμανική διοίκηση, κάποιοι από αυτούς μάλιστα προσχωρούσαν στον Ισλαμισμό για να μην πληρώνουν φόρους και παράλληλα εκτελούσαν κρυφά τα Χριστιανικά τους καθήκοντα. Τους έλεγαν Λινοβάμβακους, εξαιτίας της διπλής θρησκευτικής τους ιδιότητας. Μετά την επανάσταση του 1821 στην Ελλάδα και την δημιουργία του μικρού και ασταθούς ελληνικού Κράτους, οι ελληνόφωνοι κάτοικοι της Κύπρου, ήλπιζαν πως θα έρθει και η δική τους σειρά. Όποτε έβλεπαν ελληνικά καράβια να φθάνουν στο λιμάνι, καμάρωναν την ελληνική σημαία, έκαναν όνειρα  και περίμεναν τη δική τους λύτρωση.

Όμως ο πατέρας του ήξερε ότι δεν ήταν καθόλου έτσι τα πράγματα. Μέσα στη σκακιέρα των ευρωπαϊκών συμφερόντων, άλλοι κινούσαν τα πιόνια και κανείς δε γνώριζε ποιος θα κερδίσει την παρτίδα.

Φρόντισε λοιπόν ο γιος του να πάρει την καλύτερη δυνατή μόρφωση και μια και ζούσαν στη Λάρνακα, την πιο εξευρωπαϊσμένη πόλη του νησιού, τον έστειλε από νωρίς στο Σχολαρχείο. Ο Αντώνιος ευτύχησε να  έχει δάσκαλο τον Αθανάσιο Σακελλαρίου, από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας, θεμελιωτή της κυπριολογίας με το έργο του Τα Κυπριακά.

Όταν ήρθε η ώρα να πάει να σπουδάσει λοιπόν, ο πατέρας του τον είχε φέρει εδώ, μακριά από τα περίεργα βλέμματα και τα αυτιά που τεντώνονταν πίσω από τις κλειστές πόρτες. Μέσα στην ομορφιά της φύσης του μίλησε για πρώτη φορά σαν άνθρωπος που γνώριζε πολύ περισσότερα από όσα έδειχνε.

– Γιε μου, του είπε. Ο τόπος μας εδώ και 300 χρόνια βρίσκεται κάτω από την Οθωμανική κυριαρχία και έχει χάσει την ταυτότητά του. Πριν από αυτούς ήταν άλλοι κατακτητές, Λουζινιανοί, Ενετοί και πριν από αυτούς άλλοι. Το μόνο που μας απέμεινε για να θυμόμαστε ποιοι είμαστε είναι η γλώσσα και η θρησκεία μας. Ο Τούρκος σήμερα είναι σαν ένας δράκος που γέρασε, αλλά ακόμα μπορεί να σε κατασπαράξει και να σε εξαφανίσει για να αποδείξει τη δύναμή του. Μην ξεχνάς τι έγινε με τον Κυπριανό και τους άλλους επισκόπους το 1821. Οι Ευρωπαίοι το ξέρουν αυτό και κάποτε τον χαϊδεύουν, κάποτε τον απειλούν. Όμως θέλουν σιγά – σιγά να τον αποδυναμώσουν και να του αρπάξουν ότι μπορούν. Μέσα σε αυτά που θέλουν να του αρπάξουν είναι και ο τόπος μας.

– Σε λίγα χρόνια θα ολοκληρωθεί η  διώρυγα του Σουέζ και θα ανοίξει νέες προοπτικές στο διεθνές εμπόριο. Όλοι οι δυνατοί της Ευρώπης έχουν καταλάβει τη σημασία της Κύπρου και ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα πείσει τον Σουλτάνο να του τη  δώσει. Έχω ακούσει πολλά, γιε μου, εκεί στο κονσουλάτο. Κανείς δεν ξέρει ότι καταλαβαίνω άπταιστα γαλλικά και παρακολουθώ όλες τις κουβέντες τους. Ξέρω ότι από το 1831 ο τότε πρέσβης Alphose Bottu έστελνε εκθέσεις στην κυβέρνησή του και τους παρότρυνε να πάρουν την Κύπρο με τον ένα ή άλλο τρόπο. Βασίζονται στην παλιά κυριαρχία των Λουζινιανών και θεωρούν ότι είναι η φυσική συνέχεια του τόπου να γίνει δικός τους. Τι ονειρεύονται οι Κύπριοι, δεν έχει καμιά σημασία για αυτούς. Γι’ αυτό θα πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Δεν θα μας σώσει η Ελλάδα γιε μου. Δεν έχει τη δύναμη. Θα μας αρπάξει κάποιος από την Ευρώπη. Ποιος θα είναι αυτός; Κανείς δε γνωρίζει. Φυσικά, οι Γάλλοι είναι καλύτεροι από τους Οθωμανούς, αλλά ποιος ξέρει τι μας επιφυλάσσει η μοίρα!

-Και δεν είναι μόνο οι Γάλλοι που μας θέλουν. Ξέρω ότι οι Εγγλέζοι, οι Βέλγοι και οι Γερμανοί ορέγονται τον τόπο μας. Το έχω ακούσει στο κονσουλάτο. Ο πρίγκηπας του βελγικού θρόνου Λεοπόλδος Β’ επισκέφθηκε την Κύπρο το 1855 και το έλεγαν ότι ήθελε την Κύπρο για τη χώρα του. Για αυτούς, γιε μου, είμαστε ιθαγενείς, δεν έχουμε καμιά αξία.

-Θα πρέπει παιδί μου να μορφωθείς. Να μορφωθείς όσο δεν είναι κανένας από αυτούς. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να τους αντιμετωπίσουμε με τους δικούς τους όρους. Θα πας αρχικά στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί θα φροντίσεις να μάθεις και Τούρκικα. ‘Όχι αυτά που μιλούμε εδώ στους μαχαλάδες. Τούρκικα που μιλούν οι μορφωμένοι τους, για να μπορείς να διαβάζεις τα φιρμάνια του Σουλτάνου από πρώτο χέρι. Ύστερα θα πάεις στο Παρίσι. Να, αυτή η επιστολή από το Γάλλο πρέσβη θα σου ανοίξει πολλές πόρτες. Θα μάθεις και Γερμανικά. Μα πάνω απ’ όλα θα μάθεις Εγγλέζικα. Η Μεγάλη Βρετανία είναι μια τεράστια δύναμή και ξέρει να παίζει καλά το παιχνίδι. Είναι αυτούς που φοβούνται περισσότερο οι Γάλλοι.

Ύστερα έβγαλε ένα πουγκί με χρυσές λίρες και του το έδωσε.

-Αυτά γιε μου τα φυλάω χρόνια. Κανείς δεν ξέρει ότι τα έχω. Ούτε η μάνα σου. Θα τα χρησιμοποιήσεις, γιε μου, για να μάθεις όσα περισσότερα γράμματα μπορείς. Αν τα καταφέρεις να πας και στην Αγγλία. Εγώ θα σε περιμένω να γυρίσεις. Γιατί πρέπει να γυρίσεις. Μόνο οι μορφωμένοι μπορούν να σώσουν το τόπο μας!

-Σου υπόσχομαι πατέρα ότι θα γυρίσω, είχε απαντήσει τότε ο Αντώνιος

Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Αντώνιος τελείωσε τη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη στην οποία διδάχθηκε εκτός από τις ελληνικές σπουδές, ψυχολογία, ανθρωπολογία και τη Γαλλική και Οθωμανική γλώσσα.

Μετά ταξίδεψε στο Παρίσι και χρησιμοποιώντας το γράμμα που του έδωσε ο πατέρας του μπόρεσε να γίνει δεκτός στο υπουργείο Εξωτερικών. Όλα τα είχε σκεφτεί και τα είχε σχεδιάσει σωστά ο πατέρας του. Όλα εκτός του ότι ο γιος του θα ερωτευόταν. Όταν γνώρισε την Ελένη στο Παρίσι, σε μια συγκέντρωση των Ελλήνων της διασποράς, ξέχασε τα πάντα. Δεν θυμόταν σχεδόν, ούτε την Κύπρο, ούτε και τους γονείς του. Μαγεύτηκε από την ομορφιά της. Για κάποιο χρονικό διάστημα σταμάτησε και τις σπουδές του – το βασικό αντικείμενο της ζωής του. Ζούσε σε μια μαγεία, ένα σύννεφο τον τύλιγε και σίγουρα δεν πατούσε στη γη. Με δυσκολία έπεισε τον πατέρα της, ένα σημαίνων Έλληνα του Παρισιού,  να του επιτρέψει να την παντρευτεί. Του έδωσε και μια ασαφή υπόσχεση ότι θα ζούσαν την υπόλοιπη ζωή τους στο Παρίσι. Κατά βάθος όμως ήξερε…

Αμέσως μετά τον γάμο τους πήγαν για μερικά χρόνια στο Λονδίνο και ο Αντώνιος συνέχισε τις σπουδές του στο Αγγλικό δίκαιο, μαθαίνοντας συγχρόνως και την αγγλική γλώσσα. Επέστρεψαν όμως στο Παρίσι, αφού είχαν ήδη αποκτήσει την κόρη τους, την Αθηνά.

Θα μπορούσε να ήταν απόλυτα ευτυχισμένος. Είχε μια υπέροχη οικογένεια και εργαζόταν στο Γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών, ως μεταφραστής. Με το διαμέρισμα που τους είχε παραχωρήσει ο πεθερός του και τον αρκετά ικανοποιητικό μισθό του, είχε τα πάντα. Όμως ένα σαράκι τον έτρωγε και ήταν πάντα μελαγχολικός. Η Ελένη το έβλεπε και τον ρωτούσε συνεχώς, μέχρι που αναγκάστηκε να της μιλήσει για την πατρίδα του και την υπόσχεση που είχε  δώσει στον πατέρα του.

Δεν ήταν εύκολο για την Ελένη να τον ενθαρρύνει να φύγουν για την Κύπρο. Όμως το έκανε. Ίσως, να βοήθησε και η ήττα των Γάλλων στον Γαλλο – πρωσικό πόλεμο του 1870 -1871. Η αναστάτωση που είχε φέρει στη χώρα, τους δημιούργησε  ένα αίσθημα φυγής.

Από την μια ευγνωμονούσε την Ελένη για αυτό, από την άλλη όμως πίστευε ότι η απόφασή της πήγαζε από την  άγνοια, του τι θα αντιμετώπιζε. Δεν είχε δει ποτές της τους δρόμους της Κύπρου, που ήταν χωρίς κανένα υπόστρωμα, λασπωμένοι το χειμώνα και σκονισμένοι το καλοκαίρι. Η παριζιάνα γυναίκα του δεν μπορούσε να φανταστεί ένα τόπο, που για 300 χρόνια δεν είχε γίνει κανένα δημόσιο έργο! Το μόνο έργο που έγινε – και αυτό με ιδιωτική πρωτοβουλία – ήταν το υδραγωγείο που κατασκευάστηκε το 1746 -47 και το οποίο πλήρωσε εξ ολοκλήρου ο ίδιος, ο  τούρκος Μπεκίρ Πασάς. Στοίχισε 50.000 γρόσια και επέτρεψε στους οικονομικά πιο άνετους κατοίκους της Λάρνακας και της Λευκωσίας να μεταφέρουν νερό στο σπίτι τους. Δεν γνώριζε η Ελένη του για τις αρρώστιες που θέριζαν τον πληθυσμό, ιδιαίτερα τη μαλάρια από τα κουνούπια που αφθονούσαν στα λιμνώδη νερά που υπήρχαν παντού, και καμιά αρχή δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να αποξηράνει! Δε γνώριζε για την έλλειψη στοιχειώδους δικαιοσύνης και συστήματος υγείας.

Μια γλυκιά φωνή τον έβγαλε από τις σκέψεις του.

-Πατερούλη, πατερούλη πού είσαι;

Η μικρή Αθηνά έτρεξε και αγκάλιασε το γόνατό του, όπως καθόταν στο βράχο και έχωσε το κεφαλάκι της στην αγκαλιά του. Πιο πίσω ερχόταν η Ελένη γελαστή και χαρούμενη.

-Θεέ μου, σκέφτηκε τι υπέροχη εικόνα! Τι τελειότητα! Η Αθηνά στην αγκαλιά μου και η Ελένη να εκπέμπει φως και γαλήνη.

-Μου είχες πει χίλια κακά για τον τόπο σου, του φώναξε. Δε μου είπες ποτέ όμως για την ομορφιά της θάλασσας και το λαμπερό φως που λούζει τα πάντα. Δεν μου είπες για τα γιασεμιά που μυρίζουν στις αυλές και τους τόσους Ευρωπαίους που κυκλοφορούν στην πόλη. Αυτά αξίζουν όλες τις ταλαιπωρίες! Μην βασανίζεις άλλο τον εαυτό σου. Θα είμαι ευτυχισμένη εδώ.

Ο Αντώνιος προσπάθησε να κρύψει τα δάκρυα που γέμισαν τα μάτια του. Τι υπέροχη γυναίκα! Θα έκανε τα πάντα για να την κρατήσει ευτυχισμένη. Αυτή και την κόρη τους. Και έπειτα να εκπληρώσει το μεγάλο έργο που του ανέθεσε ο πατέρας του: την μόρφωση των παιδιών της Κύπρου.

Εκείνη την ώρα φύσηξε ένα αγέρι και η θάλασσα μούγκρισε. Το φόρεμα της Ελένης λικνίστηκε στον άνεμο και τα μαλλιά της ξεπλέχτηκαν. Η Αθηνά κούρνιασε στην αγκαλιά του.

Ένοιωσε πως η μοίρα του έστελνε ένα μήνυμα. Είχε μάθει πολλά γράμματα. Μα δεν είχε μάθει να διαβάζει τα σημάδια της μοίρας. Έσφιξε την Αθηνά στην αγκαλιά του και ευχήθηκε η μοίρα να μην είχε άλλα σχέδια για αυτόν.

Μαζί, κρατημένοι χέρι – χέρι ξεκίνησαν και οι τρεις για το σπίτι.

 

 

Βιβλιογραφία:

Μεγάλη  Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

https://clioturbata.com/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82/chasiotis_cyprus_colonial/

Η φωτογραφία λήφθηκε από: larnacainhistory.worldpress.com  και είναι πίνακας της Λάρνακας όπως ήταν τον 19ο αιώνα

 

 

 

 

 

 

 

9 responses to “Μαρία”

  1. MONIKA ANDREOU says:

    Μπράβο Μαρία!

  2. Μάρω Στυλιανού says:

    Αναμένουμε την συνέχεια Μαρία μου!

  3. Georgia Gouti says:

    Πολύ καλη η ιστορία σου. Μπράβο!!! Η συνέχεια της πότε;

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ Γεωργία μου! Κάθε Κυριακή πρωί θα έχετε και ένα νέο κεφάλαιο της “Μαρίας”. Ελπίζω να συνεχίσετε να το βρίσκετε ενδιαφέρον.

  4. Ροδούλα Σερδάρη says:

    Mαρία μου, μόλις διάβασα το πρώτο μέρος του βιβλίου σου!
    Μου άρεσε πάρα πολύ!
    Έφτιαξα όλες τις εικόνες στο μυαλό μου!
    Πάω να διαβάσω και το επόμενο, και αν τα καταφέρω και τα υπόλοιπα!
    Έχεις ταλέντο, και χαίρομαι πολύ που μοιράζεσαι το δώρο σου μαζί μας!
    Σ’ ευχαριστούμε!

    • Maria Atalanti says:

      Ροδούλα μου, χαρά μεγάλη που μπόρεσες να αρχίσεις να διαβάζεις αυτή την ιστορία! Και μεγαλύτερη χαρά που σου άρεσε! Καλό ταξίδι λοιπόν στο κόσμο του παρελθόντος της πατρίδας μας.

  5. Georgia Ioannou says:

    Μαρία μου σήμερα βρήκα καιρό να αρχίσω να διαβάζω το υπέροχο βιβλίο σου. Είναι υπέροχο πραγματικά.

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ Γεωργία μου! Ειλικρινά χαίρομαι που σας αρέσει!

Leave a Reply

Your email address will not be published.