Όταν δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα…

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 22/05/2022

Back to Blog

 

Ήταν καλοκαίρι, τέλος της δεκαετίας του 1970, αρχές της δεκαετίας του 1980. Η ξαδέλφη του Στέλιου, η Μαρία, είχε έρθει από την Αυστραλία και μαζί με τις άλλες δυο ξαδέλφες του, την Μαρία και τη Μόνικα είχαν αναλάβει το ρόλο να την ξεναγήσουν στη πατρίδα τους, την Κύπρο. Οι γονείς και των τεσσάρων είχαν καταγωγή από τη Πάφο, έτσι ένας βασικός προορισμός τους ήταν η Πάφος και συγκεκριμένα το χωριό Στατός – Άγιος Φώτιος ή Αμπελίτης. Το χωριό αυτό ήταν ένας νεοσύστατος οικισμός, εξέλιξη των χωριών Στατός και Άγιος Φώτιος, που μια καθίζηση τη δεκαετία του 1960, ανάγκασε τους κατοίκους, με τη βοήθεια της κυβέρνησης, να μεταφερθούν ψηλότερα.

Έτσι σε μια από τη ψηλότερες βουνοκορφές της Κύπρου, ιδρύθηκε το νέο χωριό με κατοικίες που επιδοτήθηκαν από το κράτος. Η θεία Ελένη των τεσσάρων ξαδελφιών, μαζί με το σύζυγό της Αριστόδημο, είχαν αγοράσει εκεί μία μικρή οικία και την ανακαίνισαν για να έχουν ένα εξοχικό στο χωριό. Αυτή τη μικρή κατοικία τους παραχώρησαν για να έχουν ως βάση και από εκεί να κάνουν τις εξορμήσεις τους.

Κάθε βράδυ,  επέστρεφαν στο σπιτάκι  μετά από ολοήμερες εκδρομές σε όλη την επαρχία της Πάφου. Η νιότη τους και η έμφυτη αγάπη για τη φύση, έφερνε έκσταση στη καρδιά τους, καθώς αντίκρυζαν τις πανέμορφες ακρογιαλιές του μικρού κομματιού της  βόρειας Κύπρου που απέμεινε μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Δεν ήταν μόνο για την ξαδέλφη από την Αυστραλία η ανακάλυψη αυτού του πανέμορφου κόσμου. Ήταν και για τους υπόλοιπους, που πρόσφατα είχαν αποκτήσει δικό τους αυτοκίνητο και μπορούσαν να διακινηθούν στο τόπο τους.

Οι δαντελωτές ακρογιαλιές, τα καθαρά διάφανα νερά, σχεδόν πάντοτε ήρεμα και ακίνητα, το φως, η βλάστηση, που και που οι βοσκοί με τα κοπάδια τους, ήταν και για τους τέσσερεις μια μαγεία, που ρουφούσαν με όλες τις αισθήσεις τους και αποθήκευαν στη καρδιά τους. Βίωναν με έκσταση κάθε ομορφιά σε μια εποχή που δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα και μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να τους αποσπούν την προσοχή. Ήταν αυτοί, η νιότη τους και η ομορφιά της φύσης. Μεγαλείο.

Τα βράδια που επέστρεφαν στο μικρό σπιτάκι, άναβαν τον  θερμολουτήρα με τα ξύλα, για να ζεστάνουν το νερό για μπάνιο. Στη συνέχεια ετοίμαζαν το δείπνο τους και πριν κοιμηθούν, συνοδεύαν τον  Στέλιο σε τραγούδια του Μπιθικώτση, της Βίκυς Μοσχολιού, της Χάρης Αλεξίου και γενικά όλα τα όμορφα της εποχής τους.

Στο χωριό έμεναν και κάποιοι συγγενείς, ο ξάδελφος των γονιών τους Νεόφυτος Καζαντζής (τεχνίτης που έφτιαχνε καζάνια) με τη γυναίκα του και τις κόρες του. Αυτούς τους τόσο φιλόξενους και ανοιχτόκαρδους ανθρώπους επισκέπτονταν, για να δει η Μαρία της Αυστραλίας πώς έφτιαχναν τον σουτζούκο (παραδοσιακό γλυκό με πετιμέζι και ξηρούς καρπούς, στεγνωμένο στον ήλιο), τραχανά ( σπασμένο σιτάρι ανακατεμένο  με ξινόγαλα που στέγνωναν στις στέγες των σπιτιών για να φτιάχνουν το χειμώνα σούπα) και ότι άλλο παραδοσιακό γινόταν την εποχή εκείνη.

Ένα δειλινό όταν έφτασαν στο σπιτάκι τους βρήκαν να τους περιμένει απέξω ο Νεόφυτος, ο νεότερος. Αυτός ήταν ο εγγονός του Νεόφυτου Καζαντζή, γύρω στα οκτώ με δέκα. Στεκόταν έξω από την πόρτα, με μια αδημονία στο βλέμμα. Μόλις τους είδε άρχισε να μιλά με φούρια:

-Ήρθε ο αστυνομικός από την Παναγιά ( διπλανό, μεγαλύτερο χωριό) με το Land rover και σας γύρευε. Η μάμμα σας …

Η συνέχεια δεν ήταν κατανοητή. Ο Νεόφυτος είχε εντυπωσιαστεί  μόνο από τον αστυνομικό και το land rover (τζιπ). Τα υπόλοιπα δεν είχαν σημασία για αυτό και δεν τα θυμόταν. Συνεννόηση δεν μπορούσε να γίνει. Το μόνο που επαναλάμβανε ήταν ο αστυνομικός και το Land rover (τζιπ).  .

Έτρεξαν λοιπόν τα ξαδέλφια στη μητέρα του Νεόφυτου για να καταλάβουν τι έγινε. Μεγάλη υπόθεση να έρθει ο αστυνομικός από τη Παναγιά να τους ψάχνει!

Ευτυχώς το θέμα δεν ήταν τραγικό. Πριν φύγουν για τις διακοπές τους ο Στέλιος είχε δώσει κάποιες εξετάσεις στη πρεσβεία της Ιταλίας για μια υποτροφία σε σχέση με τεχνικά θέματα, που είχαν σχέση με το επάγγελμά του. Οι εξετάσεις αυτές δεν ήταν τυπικές εξετάσεις με εκθέσεις γνώσεων κλπ. Ήταν στοχευμένες, εστιάζοντας στο δείκτη νοημοσύνης των συμμετεχόντων και στην ικανότητα τους να βρίσκουν πρακτικές λύσεις σε τεχνικά προβλήματα. Ο ίδιος δεν είχε ψηλές προσδοκίες και σχεδόν τις είχε ξεχάσει. Παρόλα αυτά, προς μεγάλη του έκπληξη, όχι μόνο πέρασε, ήρθε και πρώτος. Το πρόβλημα της οικογένειάς του όμως, ήταν πώς να τον ενημερώσει για να παρουσιαστεί στην συνέντευξη που ήταν την επόμενη μέρα. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν.

Το τηλεφωνικό δίκτυο της εποχής περιοριζόταν στις πόλεις. Εκεί, σχεδόν όλα τα σπίτια είχαν τηλέφωνο. Στα χωριά όμως και ιδιαίτερα στα απομακρυσμένα, όπως ήταν τα χωριά της Πάφου, δεν υπήρχαν τηλέφωνα. Υπήρχε μόνο ένας τηλεφωνικός θάλαμος στο κέντρο του κάθε χωριού. Όταν κάποιος ήθελε να τηλεφωνήσει σε ένα κάτοικο του χωριού, έπρεπε να γνωρίζει τον αριθμό του τηλεφωνικού θαλάμου. Κτυπούσε λοιπόν το τηλέφωνο στο τηλεφωνικό θάλαμο. Κάποτε το άκουγε ο καφετζής, το απαντούσε και φώναζε κάποιο από τους μικρούς που έπαιζαν στο δρόμο:

-Τρέξε να φωνάξεις του Γιαννή, π.χ., ότι τον θέλουν στο τηλέφωνο.

Έτρεχε το παιδάκι, φώναζε το Γιαννή και αν τον εύρισκε, αυτός ερχόταν και μιλούσε στο τηλέφωνο. Αν όχι, ο άλλος περίμενε στη γραμμή μέχρι να βαρεθεί και να το κλείσει. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σε μερικές περιπτώσεις, ο απαντών το  τηλέφωνο δεν γνώριζε τα βασικά, δηλαδή πώς θα έπρεπε να κρατά το ακουστικό, σε ποια άκρη θα έπρεπε να μιλά και από πού να ακούει. Έτσι κάποιοι μιλούσαν στο ακουστικό και έβαζαν στο αφτί τους το σημείο για την εκφώνηση. Τότε να δείτε τι γινόταν!

Σε μερικά χωριά το τηλέφωνο δεν ήταν κοντά στο καφενείο. Όταν κτυπούσε το άκουγαν μόνο τα παιδιά που έπαιζαν στο δρόμο. Αν το απαντούσαν η ίδια σκηνή επαναλαμβανόταν. Έτρεχαν, φώναζαν και ο ζητούμενος χωρικός ερχόταν. Εξ άλλου αν κάποιος από το χωριό ήθελε να τηλεφωνήσει, έπρεπε να βάζει νομίσματα στη τηλεφωνική συσκευή και να την τροφοδοτεί συνέχεια, κάθε φορά που άκουγε το χαρακτηριστικό ήχο. Εξ αιτίας όλων αυτών, σχεδόν όλοι οι τηλεφωνικοί θάλαμοι δεν λειτουργούσαν.

Έτσι λοιπόν και η συσκευή στο χωριό Στατός – Άγιος Φώτιος ήταν χαλασμένη. Η οικογένεια δεν είχε τρόπο να τους ειδοποιήσει να επιστρέψουν. Η θεία Βασιλεία όμως, που ήταν έξυπνη και ευρηματική σκέφτηκε να καλέσει την αστυνομία στη Παναγιά και να παρακαλέσει τους αστυνομικούς να πάνε στο διπλανό χωριό και να ειδοποιήσουν τους νεαρούς παραθεριστές, σχετικά με τα σημαντικά νέα. Τότε, τόσο σύντομα μετά την τουρκική εισβολή του 1974, που είχαν σχεδόν τα πάντα καταστραφεί, τέτοιες ευκαιρίες ήταν σπάνιες.

Ήρθε λοιπόν ο αστυνομικός με το Land rover, ρώτησε δεξιά και αριστερά και έμαθε ποιοι ήταν οι συγγενείς των νεαρών. Έδωσε το μήνυμά του και έφυγε. Στα μάτια του μικρού Νεόφυτου όμως έμεινε η εντυπωσιακή εικόνα του αυτονομικού με τη στολή και το Land rover. Τα υπόλοιπα δεν τον ενδιέφεραν.

Όταν πληροφορήθηκαν τα ξαδέλφια, από την Χρυστάλλα, την κόρη του Καζαντζή και μητέρα του μικρού Νεόφυτου τι έγινε, αποφάσισαν να επιστρέψουν στη Λευκωσία. Είχε ήδη βραδιάσει, αλλά μάζεψαν τα ρούχα τους, φόρτωσαν το αυτοκίνητο και ξεκίνησαν. Ήθελαν να ειδοποιήσουν ότι πήραν το μήνυμα και θα επέστρεφαν,  αλλά πώς; Τηλέφωνο δεν υπήρχε.

-Σε κάποιο χωριό θα βρούμε τηλέφωνο να λειτουργεί, σκέφτηκαν. Από τόσα χωριά θα περάσουμε!

Άρχισαν να κατεβαίνουν από το πιο σύντομο, στενό, γεμάτο στροφές δρόμο που τους εισηγήθηκαν, που μέχρι να φτάσουν στον αυτοκινητόδρομο για τη Λευκωσία περιλάμβανε τουλάχιστον έξι χωριά.

Σταμάτησαν στο πρώτο χωριό, την Πενταλιά. Κανείς δεν κυκλοφορούσε. Όλοι είχαν πάει στα σπίτια τους. Το τηλέφωνο δεν λειτουργούσε.

Συνέχισαν μέχρι το επόμενο χωριό, την Αμαργέτη. Συγχρόνως έκαναν όνειρα, αν πάει ο Στέλιος στην Ιταλία, να πάνε και εκείνες για διακοπές. Η προσδοκία  αυτή, τους γέμιζε με ενθουσιασμό και ανείπωτη χαρά. Διακοπές στην Ιταλία! Ποιος θα το περίμενε ποτέ!

Το τηλέφωνο στην Αμαργέτη, όχι μόνο δεν λειτουργούσε, είχε ξεχαρβαλωθεί και από τη θέση του. Σταμάτησαν και στα άλλα χωριά που βρήκαν στο δρόμο τους: Ελεδιώ, Αξύλου, Αγία Βαρβάρα. Τίποτε. Όλα τα τηλέφωνα νεκρά και όλοι οι άνθρωποι στα σπίτια τους. Ένας πληθυσμός που κοιμόταν, μακριά από το θόρυβο της σύγχρονης ζωής και των αχρείαστων πληροφοριών. Σε απόσταση 20 – 25 χιλιομέτρων δεν υπήρχε ούτε ένα τηλέφωνο που να λειτουργεί!

Σαν έφτασαν στη Τίμη, το μεγαλύτερο χωριό μπόρεσαν επιτέλους να τηλεφωνήσουν και να ειδοποιήσουν ότι επέστεφαν.

Αργά το βράδυ έφθασαν στη Λευκωσία. Οι ξαδέλφες ξάπλωσαν εξουθενωμένες και το άλλο πρωί περίμεναν με αγωνία τα μαντάτα για τα αποτελέσματα της συνέντευξης.

Σαν σαπουνόφουσκες έσκασαν οι ελπίδες και τα όνειρά τους όταν ο Στέλιος τους ανακοίνωσε ότι η αίτησή του απορρίφθηκε γιατί δεν μιλούσε ούτε Ιταλικά, ούτε Αγγλικά. Όλος εκείνος ο ενθουσιασμός, εκείνο το ολονύκτιο ταξίδι, ο αστυνομικός με το Land rover, που είχε έρθει από το διπλανό χωριό, όλα μάταια. Ο Στέλιος δεν μιλούσε αγγλικά! Γιατί δεν το έθεσαν ως προϋπόθεση από την αρχή; Κανείς δεν ξέρει. Πώς δεν το σκέφτηκε ο ίδιος; Με τέτοια αναπάντεχη τύχη, ποιος να σκεφτεί αυτή την ασήμαντη λεπτομέρεια: πώς θα διδαχθείς, αν δεν ξέρεις τη γλώσσα;

Και το δίδαγμα που βγαίνει από αυτό; Χωρίς τηλέφωνα η ζωή συνεχίζεται. Χωρίς μια ξένη γλώσσα; Όχι και τόσο! Μαθαίνετε στα παιδιά σας ξένες γλώσσες. Είναι απαραίτητο!

 

6 responses to “Όταν δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα…”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Χα, χα Μαρία, το δίδαγμα μπορεί να είναι σημαντικό, αλλά η ιστορία πιο ωραία! Και πώς τα θυμάσαι όλα αυτά!!!

    • Maria Atalanti says:

      Τέτοια γεγονότα η μνήμη μου τα καταγράφει σαν κινηματογραφική ταινία! Τα γράφω για να μην τα ξεχάσω και να μην ξεχαστούν!

  2. Νίκος says:

    Εύστοχο μήνυμα Μαρία μου
    Εμείς βιώσαμε αυτές τις εποχές και οι εικόνες ειναι σαν ζωγραφιά

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ Νίκο. Εύχομαι να μπορέσουν να δουν την εικόνα και οι νεότεροι.

  3. Georgia Gouti says:

    Ζήσαμε την εποχή που περιγράφεις χωρίς τηλέφωνα και τώρα ζούμε την εποχή της εξάρτησης από το τηλέφωνο. Τότε υποχρεωτικά είμαστε απομονωμένοι και τώρα με τόση τεχνολογία επιδιώκουμε να απομονωθουμε μόνοι μας. Οι γνώσεις που δεν μπορούσαν να αποκτήσουν όλοι ήταν ένα εμπόδιο για ένα καλύτερο μέλλον των παιδιών. Σήμερα έχουμε όλοι πρόσβαση σε πανεπιστήμια, διάφορες άλλες σχολές ειδικοτήτων και κυρίως στην εκμάθηση ξένων γλωσσών. Η εξέλιξη συνεχίζεται και δεν σταματά ο άνθρωπος όμως είναι ανικανοποίητος και η ζωή συνεχίζεται με νέα δεδομένα

    • Maria Atalanti says:

      Πολύ ωραία τα περιγράφεις Γεωργία μου. Είναι ακριβώς έτσι. Η ρήση “Παν μέτρο άριστον”, ίσως να είναι το κλειδί σε όλα. Αλλά δυστυχώς ο άνθρωπος κινείται στα όρια. Οι ευκαιρίες εκπαίδευσης στη σύγχρονη ζωή είναι σχεδόν απεριόριστες, φτάνει ο άνθρωπος να έχει διάθεση και φιλομάθεια. Και εδώ το θέμα είναι συζητήσιμο.

Leave a Reply

Your email address will not be published.