Ιερογλυφικά στον ήλιο -Κεφάλαιο 1

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 13/05/2024

Back to Blog

 

Το ταξίδι αρχίζει

Η κυρία Σοφία κοίταξε φευγαλέα τον εαυτό της στον καθρέφτη. Ήταν πια εβδομήντα τεσσάρων χρόνων, τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει και το πρόσωπό της είχε γεμίσει ρυτίδες.

-Τίποτα ωραίο για να κοιτάξει κανείς, σκέφτηκε. Αναρωτιέμαι γιατί έχω καθρέφτη ακόμα στο σπίτι. Για να τρομάζω βλέποντας τον εαυτό μου;

Απομακρύνθηκε από τον καθρέφτη και άφησε την αρνητική σκέψη της μετέωρη. Δεν ήθελε να ασχολείται με τέτοια. Τώρα είχε πάρει πια την απόφασή της. Θα έκανε το ταξίδι στην Αίγυπτο. Το είχε σκεφτεί πολύ. Ήξερε ότι πλησίαζε η ώρα που θα αποχωρούσε και αυτή από τη ζωή. Είτε σιγά – σιγά και βασανιστικά είτε ξαφνικά και απότομα.

-Κανείς δεν ξέρει το τέλος του, ψιθύρισε. Εγώ όμως όταν πάω να αντικρύσω το Θεό μου και με ρωτήσει τι έκανες στη ζωή σου Σοφία, θα ήθελα να του πω τις περιπέτειες και τις εμπειρίες μου. Όχι τις καλές και τις κακές μου πράξεις. Αυτές θα του τις πει ο άντρας μου, ο μακαρίτης.

-Όμως δεν έχω και σημαντικές εμπειρίες, αναλογίστηκε και πάλι. Η ζωή μου ήταν τόσο ασήμαντη και άνοστη που θα ντραπώ απέναντι στο Θεό μου! Πρέπει να δημιουργήσω εμπειρίες. Και δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου! Για αυτό πρέπει να κάνω αυτό το ταξίδι. Για άλλους ένα ταξίδι μπορεί να μην είναι τίποτε. Εγώ όμως θα το μετατρέψω σε εμπειρία ζωής. Θα βγάλω τη χασούρα 74 χρόνων!

Και μπήκε στο δωμάτιό της για να ετοιμάσει τη βαλίτσα της.  Θα ξεκινούσαν σε δύο μέρες. Έπρεπε να τα έχει όλα σε τάξη και μια και δεν είχε ταξιδέψει ποτέ ξανά, χρειαζόταν ένας σωστός προγραμματισμός για να μην ξεχάσει κάτι. Έβγαλε τη λίστα που είχε ετοιμάσει και άρχισε να βάζει τα ρούχα της στη βαλίτσα. Ότι έβαζε το έσβηνε από τη λίστα της και προχωρούσε στο επόμενο. Ήταν πάντα της μεθοδική και προγραμματισμένη. Πόσο μάλλον τώρα!

Η κυρία Σοφία ή Σοφία Λαμπροπούλου για τους μαθητές, ήταν δασκάλα δημοτικού σχολείου σε όλη της ζωή. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια φτωχής προς μεσαίας τάξης, τέλειωσε την Παιδαγωγική Ακαδημία, έτσι λεγόταν τότε η σχολή για δασκάλους και διορίστηκε αμέσως σε ένα δημοτικό σχολείο στην ύπαιθρο. Εκεί συνάντησε τον μέλλοντα σύζυγό της, τον Κυριάκο Λαμπρόπουλο, που ήταν και εκείνος νεαρός δάσκαλος τότε. Δεν τον είχε καν ερωτευτεί όταν εκείνος της ζήτησε να παντρευτούν. Πολύ λίγο το σκέφτηκε για να πει το ναι. Θεωρούσε ότι με αυτό το τρόπο το παζλ της ζωής της θα ολοκληρωνόταν και θα ακολουθούσε μια ευθεία πορεία, με οικογένεια και παιδιά.

Ο Κυριάκος ήταν καλός άνθρωπος αλλά χωρίς ενδιαφέροντα και απίστευτα συντηρητικός. Ήταν φανατικά θρησκευόμενος, εκτελούσε χρέη ψάλτη, διάβαζε με ευλάβεια την αγία γραφή και την εφημερίδα και δεν δεχόταν κανένα νεωτερισμό στη ζωή τους. Στην αρχή η Σοφία τρόμαξε. Αυτή ήταν νέα κοπέλα γεμάτη όνειρα, ήθελε να φάει τη ζωή με το κουτάλι, να ταξιδέψει, να κάνει παιδιά, όμως η μόνη εκδρομή που ενέκρινε ο Κυριάκος ήταν προσκύνημα σε κάποιο μοναστήρι. Ύστερα σκέφτηκε ότι όταν κάνουν παιδιά εκείνος θα μαλακώσει, όμως δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν παιδιά.

Οι εναλλακτικές λύσεις που πρότειναν οι γιατροί, τον έβρισκαν κάθετα αντίθετο και ούτε που δεχόταν να τις συζητήσει.

-Αυτό ήθελε ο Θεός για μας, έλεγε. Δεν γίνεται να παραβούμε την εντολή του.

Έτσι η Σοφία περιορίστηκε στα παιδιά που δίδασκε και αυτό την έκανε μια πολύ καλή δασκάλα. Έδινε απλόχερα αγάπη και τα παιδιά την ανταπέδιδαν. Ήταν και αυτό ένα αντιστάθμισμα στην άχαρη ζωή της. Η μεγάλη δυσκολία ήταν όταν αφυπηρέτησε και έχασε την επαφή της με τα παιδιά. Της είχε στοιχίσει πολύ στην αρχή. Έκλαιγε καθημερινά και ο Κυριάκος την κοίταζε επικριτικά μουρμουρίζοντας:

-Αυτό ήθελε ο Θεός για μας. Είναι αμαρτία να κλαις και να αμφισβητείς τις επιλογές του Θεού!

Έτσι και αυτή συνήθισε τη ατάραχη ζωή της μαζί του. Διάβαζε πολύ και παρά τις αντιρρήσεις του Κυριάκου, παρακολουθούσε τηλεόραση. Έτσι ζούσε μέσα από τις εμπειρίες των άλλων, τη δική της ζωή. Μέχρι πέρυσι, που ο Κυριάκος έφυγε ξαφνικά με ανακοπή καρδιάς. Στην αρχή ένοιωσε σαν χαμένη. Δεν ήταν ότι όταν ζούσε μοιράζονταν οτιδήποτε μαζί. Όμως ήταν ένα σταθερό σημείο στη ζωή της. Για πενήντα χρόνια ήταν το μόνο που γνώριζε. Αισθανόταν ότι της έλειπε και είχε τύψεις που τον επέκρινε όσο ζούσε.

Σιγά – σιγά άρχισε να αναλαμβάνει τις ευθύνες που πάντα είχε εκείνος, όπως τα οικονομικά τους. Τότε αντιλήφθηκε ότι με τη λιτή ζωή που έκαναν και την αυστηρή διαχείριση του Κυριάκου, είχαν καταφέρει να αποκτήσουν ένα καλό κομπόδεμα. Ένα ποσό, που όταν και εκείνη θα έφευγε από τη ζωή, θα σκορπιζόταν στους πέντε ανέμους.

-Όχι, σκέφτηκε, αυτά τα χρήματα θα τα χαρώ. Έχω στερηθεί τα πάντα στη ζωή μου. Τώρα είναι ώρα να αρχίσω να ζω!

Η πρώτη της δουλειά ήταν να κάμει μερικές ανακαινίσεις στο σπίτι και να αγοράσει καινούργια τηλεόραση και κινητό τηλέφωνο. Αγόρασε και μερικά ρούχα, αλλά με φειδώ γιατί αυτό ήταν μεγάλο βήμα για κείνη, που μια ζωή ντυνόταν σαν καλόγρια. Όταν ένοιωσε ότι ήταν πλήρης υλικών αγαθών, αποφάσισε ότι ήταν καιρός να ταξιδέψει.

Από τη μια ήταν ενθουσιασμένη με τις καινούργιες της αποφάσεις, από την άλλη όμως τρόμαζε σαν μια δεκαπεντάχρονη που βγαίνει για πρώτη φορά από το σπίτι μόνη της το βράδυ. Τόσο άπειρη ήταν! Ύστερα κοιταζόταν στο καθρέφτη, έβλεπε τα άσπρα της μαλλιά και έλεγε:

-Δεν υπάρχει περιθώριο Σοφία. Ή τώρα ή ποτέ!

Επέλεξε για πρώτο της προορισμό την Αίγυπτο γιατί πάντοτε μαγευόταν από την ιστορία της χώρας αυτής. Είχε δει άλλωστε και άπειρα ντοκιμαντέρ με τις τελευταίες αρχαιολογικές ανακαλύψεις και ήθελε να τα δει από κοντά. Άλλη είναι η αίσθηση που έχεις από τη τηλεόραση και άλλη με τη φυσική παρουσία. Εξ άλλου ήθελε να πρωτοτυπήσει. Όλοι πήγαιναν στην Ελλάδα. Αυτή θα πήγαινε στην Αίγυπτο. Έκλεισε λοιπόν αυτό το ταξίδι, με κάποιο φόβο στη καρδιά, ανάμεικτο με προσμονή και ενθουσιασμό.

Και τώρα είχε έρθει επιτέλους εκείνη η ώρα που θα γύριζε σελίδα στη ζωή της. Η βαλίτσα της ήταν έτοιμη, είχε ειδοποιήσει το ταξί να την πάρει από το σπίτι της και να την μεταφέρει στο αεροδρόμιο Λάρνακας και έμενε να κάνει την προσευχή της και να ελπίσει ότι όλα θα πάνε καλά.

Πριν έρθει το ταξί πήγε στη γειτόνισσά της, την κυρία Ελπίδα, της έδωσε το κλειδί του σπιτιού της και την παρακάλεσε να ποτίζει τις γλάστρες της. Εκείνη της υποσχέθηκε ότι θα το κάνει και της ευχήθηκε καλό ταξίδι. Μέσα της όμως διερωτάτο αν τρελάθηκε η Σοφία που σε αυτή την ηλικία αποφάσισε να τριγυρίζει την έρημο της Αιγύπτου για να δει αρχαιότητες. Όμως δεν είπε τίποτα.

Στη διαδρομή για το αεροδρόμιο κοίταζε έξω από το ταξί την ομορφιά που επικρατούσε στη φύση. Ήταν μήνας Φλεβάρης, και η γη της Κύπρου ήταν πράσινη, γεμάτη αγριολούλουδα. Ο ουρανός ήταν καθαρός, ένα γλυκό μπλε με άσπρα σύννεφα που ταξίδευαν ανάλαφρα, σαν λευκές πινελιές στο τοπίο.

-Η πατρίδα μου με ξεπροβοδίζει χαρούμενα, σκέφτηκε. Όλα θα πάνε καλά.

Όταν έφτασε στο αεροδρόμιο, ευτυχώς βρήκε την διοργανώτρια του ταξιδιού να την περιμένει, γιατί τα είχε εντελώς χαμένα μια και πρώτη φορά ταξίδευε και δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένη με τη διαδικασία. Αφού έδωσε τη βαλίτσα της, έσμιξε με άλλα άτομα της ομάδας και ακολουθώντας τους πέρασε από τους ελέγχους με επιτυχία, παρόλο που όλα τα εύρισκε πολύ κουραστικά και περίπλοκα.

Όταν επιτέλους πέρασαν και κατέληξαν στην αιθουσα επιβίβασης κάθισε σε μια καρέκλα και άρχισε να παρατηρεί τους συνταξιδιώτες της. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιοι ακριβώς ήταν στο δικό τους γκρουπ μα σίγουρα εντόπισε μερικά ζευγάρια και μερικές κυρίες μόνες τους. Όλοι φαίνονταν συνταξιούχοι αλλά μάλλον νεότεροί της. Πρόσεξε αμέσως την διαφορά που είχε στο ντύσιμό της με τις υπόλοιπες κυρίες. Οι περισσότερες φορούσαν φωτεινά χρώματα και η εμφάνισή τους ήταν γενικά νεανική. Η ίδια, παρόλο που τόλμησε να αγοράσει δύο παντελόνια και να φορέσει το ένα για το ταξίδι, περιορίστηκε σε σκούρα χρώματα, όπως καφέ, γκρίζο και μπλε. Αυτό την έκανε να νοιώθει γριά, αλλά αποφάσισε να μην το σκέφτεται.

-Είναι η ψυχή που μετρά, κατέληξε. Και εγώ θα χαρώ αυτό το ταξίδι σαν νέα κοπέλα.

Εκεί που όλα έδειχναν ότι είχε κατασταλάξει με την εντύπωσή της για τους συνταξιδιώτες της, έφτασε κάπως καθυστερημένη,  μια κυρία με ένα νεαρό που μάλλον ήταν γιος της. Η άφιξή τους προκάλεσε αίσθηση και όλοι γύρισαν να τους κοιτάξουν. Ήταν και οι δύο πολύ διαφορετικοί από τα υπόλοιπα άτομα του γκρουπ. Εκείνη ήταν μια λεπτή ψηλή κυρία, γύρω στα σαράντα, κομψή, με λαιμό σαν κύκνου, εντυπωσιακά ωραία. Η Σοφία είχε μια αμυδρή εντύπωση ότι κάπου την είχε ξαναδεί. Ο γιος της, ένας νεαρός, γύρω στα δεκαεπτά – δεκαοκτώ- αρκετά μελαχρινός, με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, που φαινόταν όμως να έχει κάποιου είδους αναπηρία και κούτσαινε ελαφρά. Κρατούσε ένα μπαστούνι και μάλλον για αυτό είχαν καθυστερήσει. Πριν προλάβουν να καθίσουν ακούστηκε η ανακοίνωση για επιβίβαση και όλοι προχώρησαν προς την πύλη εξόδου.

Η Σοφία παρακολουθούσε τους άλλους προσεκτικά, για να μην κάνει κάποιο λάθος, αλλά όλα λειτούργησαν ομαλά. Μέχρι να μπουν στο αεροπλάνο έπιασε κουβέντα με μια άλλη κυρία του γκρουπ τους που την έλεγαν Μαρία και γνωρίστηκαν κάπως. Όταν η αεροσυνοδός της υπόδειξε την θέση της, είδε με ευχαρίστηση ότι ήταν δίπλα από την εντυπωσιακή κυρία με το γιο της. Χάρηκε με αυτή τη σύμπτωση γιατί θα είχε μια ευκαιρία να τους γνωρίσει. Της είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή, όπως άλλωστε και σε όλους τους άλλους.

-Γειά σας, τους χαιρέτησε. Φαίνεται ότι είμαστε στο ίδιο γκρουπ. Το όνομά μου είναι Σοφία.

-Γεια σας, πώς είστε κυρία Σοφία. Εγώ ονομάζομαι Νεφέλη και ο γιος μου Χανς.

Η Νεφέλη της έδωσε το χέρι της και ο Χανς την χαιρέτησε με το βλέμμα του. Η Σοφία παραξενεύτηκε με το όνομα του νεαρού, αλλά ντράπηκε να ρωτήσει.

-Θα μάθω αργότερα, σκέφτηκε.

Αφού δόθηκαν από το πλήρωμα οι απαραίτητες οδηγίες ασφάλειας, άρχισε η διαδικασία απογείωσης. Η Σοφία ήταν κάπως ανήσυχη, αφού πρώτη φορά ταξίδευε. Προσπάθησε να μην το δείχνει αλλά η Νεφέλη το κατάλαβε. Της έπιασε το χέρι και της είπε καθησυχαστικά:

-Μην φοβάστε, όλα θα κυλίσουν ομαλά.

Η Σοφία ένοιωσε μια γαλήνη στη καρδιά της στο άκουσμα της φωνής της Νεφέλης. Ήταν τόσο ήρεμη και τρυφερή. Την κοίταξε και της χαμογέλασε. Είχε ξεχάσει πόση διαφορά μπορεί να κάνει μια γνήσια ανθρώπινη φωνή σε μια δύσκολη στιγμή. Αμέσως αισθάνθηκε ασφάλεια.

-Ευχαριστώ, ψιθύρισε με κάποια συστολή. Βλέπετε είναι η πρώτη φορά που ταξιδεύω και όλα μου φέρνουν μια αμηχανία.

-Αλήθεια; Παραξενεύτηκε η Νεφέλη. Μην ανησυχείτε. Δεν είναι τίποτα. Θα είμαι δίπλα σας μέχρι να φτάσουμε.

Η Σοφία από τη μια ντρεπόταν, από την άλλη ένοιωθε ευγνωμοσύνη για αυτή τη συνάντηση και την προθυμία της Νεφέλης.

Εκείνη τη στιγμή ο Χανς, ο γιος της Νεφέλης την ρώτησε κάτι σε μια γλώσσα, που φάνηκαν στη Σοφία, γερμανικά. Εκείνη του απάντησε στην ίδια γλώσσα και γυρίζοντας προς την Σοφία επεξήγησε:

-Ξέρετε ζούμε στη Γερμανία και ο γιος μου μιλά μόνο Γερμανικά. Καταλαβαίνει και ελληνικά αλλά δεν τα μιλά ή δεν θέλει να τα μιλήσει.

Ο γιος της την κοίταξε κάπως άγρια και εκείνη γέλασε.

-Δεν του αρέσει να λέω ότι ξέρει ελληνικά και δεν τα μιλάει. Δεν είναι έτσι φίλε; Τον ρώτησε.

Ο Χανς κοίταξε θυμωμένα έξω από το παράθυρο.

Η Σοφία ήταν πολύ διακριτικός άνθρωπος και σπάνια ζητούσε πληροφορίες για κάτι που ο συνομιλητής της δεν έλεγε, όμως ένοιωθε τόσο άνετα με τη Νεφέλη, που δεν δίστασε να ρωτήσει.

-Πώς και αποφασίσατε, εφόσον ζείτε στη Γερμανία, να έρθετε στην Αίγυπτο με ένα γκρουπ από την Κύπρο;

-Είναι μεγάλη ιστορία, αλλά βασικά τους τελευταίους μήνες ζούμε στη Κύπρο και επειδή ο Χανς ήθελε τόσο πολύ να επισκεφθούμε την Αίγυπτο, αποφασίσαμε να κάνουμε αυτό το ταξίδι.

Η Σοφία δεν ρώτησε περισσότερα, σίγουρη ότι τις μέρες που θα ακολουθούσαν η ιστορία θα ξετυλιγόταν.

Η διαδρομή ήταν σύντομη από τη Λάρνακα στο Κάιρο και πριν περάσει πολλή ώρα, ο πιλότος ανακοίνωσε έναρξη της διαδικασίας προσγείωσης. Η Σοφία, παρόλο που δεν καθόταν κοντά στο παράθυρο, μπορούσε να δει το Κάιρο που εμφανίστηκε κάτω από το αεροπλάνο. Ξεχώρισε τα φώτα των δρόμων, αλλά παραξενεύτηκε που τα περισσότερα κτήρια ήταν ελάχιστα φωτισμένα. Ήταν νωρίς το βράδυ, δεν ήταν δυνατό να κοιμούνται οι άνθρωποι. Ρώτησε την Νεφέλη, αν αυτό ήταν σύνηθες.

-Όχι στην Ευρώπη όπου ταξιδέψεις οι πόλεις είναι ολόφωτες, αλλά μην ξεχνάς ότι προσγειωνόμαστε σε μια χώρα που ο περισσότερος πληθυσμός είναι φτωχός και ποιος ξέρει, μπορεί να μην έχουν χρήματα για να πληρώσουν ψηλούς λογαριασμούς για το ρεύμα.

Η Σοφία ένοιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά.

-Μια μεγάλη χώρα με ένα τεράστιο πολιτισμό και με ανθρώπους φτωχούς, σκέφτηκε. Καμιά φορά όμως η ευτυχία δεν έχει να κάνει με τα πλούτη. Ποιος ξέρει;

Εκείνη τη στιγμή το αεροπλάνο προσγειώθηκε και η Σοφία ένοιωσε ένα δυνατό τράνταγμα. Ενεργώντας εντελώς αντανακλαστικά άρπαξε το χέρι της Νεφέλης. Εκείνη γέλασε:

-Αρχίζει η περιπέτειά μας, κυρία Σοφία της είπε χαρούμενα.

-Ναι, το κατάλαβα! Καλά να περάσουμε!

 

8 responses to “Ιερογλυφικά στον ήλιο -Κεφάλαιο 1”

  1. Monica Andreou says:

    Για να δούμε πού θα μας πάρεις Μαρία αυτή τη φορά! Καλή αρχή!!! Ήδη μου τράβηξε το ενδιαφέρον!

    • Maria Atalanti says:

      Ας ελπίσουμε ότι τα λόγια σου είναι ένας καλός οιωνός και θα είναι καλοτάξιδο!

  2. Maria.Klerides says:

    Καλό ταξίδι και η νέα σου ιστορία Μαρία μου. Υποθέτω ότι θα εμπνεύστηκε από το πρόσφατο ταξίδι σου. Ανυπομονώ για τη συνέχεια.

    • Maria Atalanti says:

      Ναι, λίγο το ταξίδι, λίγο η ιστορία, λίγο το μυστήριο, μπλέχτηκαν όλα μαζί για το νέο αυτό μυθιστόρημα.

  3. Georgiagouti says:

    Το γκρουπ είναι έτοιμο και θα ταξιδέψουμε για να ζήσουμε την περιπέτεια. Καλό μας ταξίδι. Μαρία είσαι ο ξεναγός μας

    • Maria Atalanti says:

      Τι ωραία που το θέτεις Γεωργία μου! Ελπίζω να απολαύσετε το ταξίδι.

  4. Anna TASSOU REDOR says:

    Poly wrea arxi.
    Perimenoume tin ekseliksi tis kainourgias istorias .

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ πολύ. Πιστεύω ότι πιο κάτω θα είναι πιο ενδιαφέρον.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *