Η σταχτοπούτα με τα γκρίζα μάτια – Κεφάλαιο 5

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 25/05/2023

Back to Blog

Οι λέξεις

Την άλλη μέρα το πρωί, σαν ξύπνησε η Καλλιρόη, ένοιωθε ένα παράξενο συναίσθημα να την διακατέχει. Οι αναμνήσεις της προηγούμενης μέρας, κουβάλησαν μαζί τους όλα τα συναισθήματα εκείνης της εποχής, που δεν ήταν όλα ευχάριστα αλλά συχνά τα διαπερνούσε η αγωνία, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα.

Όντως η δουλειά της ήταν για κείνη μια κινητήρια δύναμη που έδινε σκοπό και ώθηση στη καθημερινότητά της, όμως το περιβάλλον γύρω της δεν ήταν ρόδινο. Η κυρία Jones, ναι μεν ήταν η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στο τομέα της ραπτικής, ήταν όμως μια δύστροπη γυναίκα, που τα άλλα κορίτσια στη δουλειά την απέφευγαν και την αποκαλούσαν στριμμένη.

Η Καλλιρόη όμως, σαν προσωπική της βοηθός, έπρεπε να είναι συνεχώς μαζί της και να ανέχεται όλες τις ιδιοτροπίες της. Πολλές φορές της φώναζε χωρίς λόγο και της έκανε άδικες παρατηρήσεις όμως η Καλλιρόη την υπέμενε γιατί ήξερε ότι ποτέ δεν θα εύρισκε κανένα που να γνώριζε τόσο καλά την ραπτική τέχνη για να της την διδάξει. Απλά προσπαθούσε να μην την λαμβάνει υπόψη – πράγμα δύσκολο πολλές φορές.

Μια μέρα η ιδιοκτήτρια της εταιρείας που δούλευαν την κάλεσε στο γραφείο της και της είπε:

-Ξέρω ότι είναι δύσκολο κανείς να συνεργάζεται με την κυρία Jones, όμως σε παρακαλώ κάνε υπομονή. Κανείς δεν μπορεί να σε διδάξει όσα αυτή γνωρίζει. Σε μερικά χρόνια θα έχει αφυπηρετήσει και αν παραμείνεις στη δουλειά θα πάρεις την θέση της. Είμαστε και εμείς αλλά και οι πελάτες πολύ ευχαριστημένοι μαζί σου. Αντιλαμβάνεσαι φυσικά ότι ο μισθός σου θα εκτοξευτεί.

Έτσι η Καλλιρόη είχε ακόμα ένα κίνητρο για να κάνει υπομονή. Της έλειπε όμως αφάνταστα η Ελπίδα. Σε αυτό το μέρος του Λονδίνου που ζούσε τώρα δεν είχε και πολλούς Κύπριους και αν είχε κάποιους, δεν τους γνώριζε. Στην αρχή πήγαινε τις Κυριακές και έβλεπε τους παλιούς της νοικοκύρηδες στο Camden Town, σταδιακά όμως σταμάτησε γιατί οι άνθρωποι είχαν πάντα πολύ δουλειά και λίγο χρόνο για να δέχονται επισκέπτες.

Ύστερα άρχισε να κάνει παρέα με τα κορίτσια από το εργοστάσιο. Ήταν σχεδόν όλες τους Αγγλίδες. Στην αρχή πήγαινε μαζί τους σε κανένα σινεμά αλλά σιγά – σιγά την πίεσαν και την κουβάλησαν μερικές φορές στις μπυραρίες που σύχναζαν εκείνες. Το περιβάλλον εκεί δεν άρεσε στην Καλλιρόη. Όλοι κάπνιζαν και έπιναν πολύ μέχρι που έχαναν τον έλεγχο. Τότε δεν ξεχώριζαν ποιοι ήταν γνωστοί και ποιοι άγνωστοι. Μπερδεύονταν με παρέες αγοριών που ήταν εξίσου πιωμένοι και είτε κατέληγαν στο κρεβάτια τους είτε φιλιόντουσαν στα δρομάκια έξω από την μπυραρία. Τις περισσότερες φορές ούτε που τους έβλεπαν ξανά.

Η Καλλιρόη φυσικά δεν συμμετείχε, ένοιωθε απαίσια σε αυτό το περιβάλλον και ήθελε να φύγει. Μια μέρα ένας νεαρός την άρπαξε από τη μέση, την ακούμπησε στο τοίχο της μπυραρίας και άρχισε να την φιλά. Με δυσκολία κατάφερε να τον σπρώξει και να φύγει τρέχοντας. Μόλις έφτασε στο σπίτι της έτρεξε στο μπάνιο και έκαμε εμετό. Έβγαλε τα ρούχα της και λούστηκε για να απαλλαγεί από την βρώμα του, που δυστυχώς την ένοιωθε μέσα της μέχρι την άλλη μέρα.

Εκείνο το βράδυ έκλαψε πολύ. Θυμήθηκε την Ελπίδα και διερωτήθηκε πολλές φορές αν η Ελπίδα έκανε καλά που παντρεύτηκε το νεαρό από την Κύπρο. Τουλάχιστον δεν βρέθηκε ποτέ σε αυτή την κατάσταση, σκεφτόταν. Αποφάσισε ότι δεν θα πήγαινε ποτέ ξανά έξω με τις κοπέλες από το εργοστάσιο. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση ούτε με αυτές ούτε με τους άχρωμους Άγγλους νεαρούς που σύχναζαν στις μπυραρίες. Τα λόγια της μητέρας της επαναλαμβάνονταν συχνά μέσα της και διαμόρφωναν τις σχέσεις της με τους ανθρώπους, ιδιαίτερα με τους άνδρες:

-Ποτέ, μα ποτέ να μην εμπιστεύεσαι τους άνδρες και τα λόγια αγάπης που λένε. Μην τους δώσεις ποτέ το κορμί σου πριν από το γάμο. Θα σε εγκαταλείψουν!

Τα γεγονότα εκείνης της εποχής και οι αποφάσεις που πήρε την οδήγησαν σε μια απόλυτη μοναξιά, που έπρεπε να βρει κάποιο τρόπο να την αντιμετωπίσει. Η δουλειά της ήταν η πρώτη της διέξοδος. Ήταν εκείνο τον καιρό που άρχισε να ξεσηκώνει τα μοντέλα που έραβε για τις πλούσιες κυρίες και να φτιάχνει ρούχα για την ίδια. Επειδή μάλιστα τα συγκεκριμένα μοντέλα πολλές φορές ήταν μοναδικά και δεν ήθελε να κατηγορηθεί για αντιγραφή, τα διαμόρφωνε με τον δικό της τρόπο, χρησιμοποιούσε διαφορετικά υφάσματα και συχνά το αποτέλεσμα ήταν καλύτερο από το αρχικό.

Τα ρούχα αυτά όμως δεν είχε πού να τα φορέσει. Ήταν πολύ αριστοκρατικά για το δικό της περιβάλλον. Στη δουλειά φορούσε κομψά μεν αλλά αυστηρά ταγιέρ, σαν την κυρία Jones, και στις λίγες εξόδους της τα ρούχα της μόδας της εποχής,  που ήταν οι μίνι φούστες και τα φορέματα. Τα υπέροχα μοντέλα που η ίδια έραβε έμεναν στην ντουλάπα της.

Εκείνη την εποχή επίσης, της έδιναν ιδιαίτερη ευχαρίστηση οι επισκέψεις της στο σπίτι των Raffiel και οι συναντήσεις με την ηλικιωμένη Λαίδη. Οι σχέσεις τους γίνονταν ολοένα και πιο φιλικές και η Λαίδη την συμβούλευε σε διαφόρους τομείς. Μια μέρα την ρώτησε:

-Αγαπητή μου Κάλλη, δεν θα ήθελα να ανακατευτώ στα προσωπικά σου όμως αν θέλεις θα μπορούσα να σε συμβουλεύσω πώς να διαχειρίζεσαι τα οικονομικά σου. Έχεις κάποια χρήματα κατατιθέμενα; Και αν ναι, πώς τα αξιοποιείς;

Η Καλλιρόη της είπε ότι έχει ένα λογαριασμό στη τράπεζα που φυλάει τις οικονομίες της και τίποτε άλλο. Δεν είχε ιδέα πώς να τα διαχειρίζεται. Τότε η Λαίδη της πρότεινε να επενδύσει ένα ποσό, τονίζοντάς της ότι ουδέποτε θα έπρεπε να επενδύσει σε μετοχές όλα της τα χρήματα γιατί πάντα αυτά έχουν ένα ρίσκο.

-Θα πρέπει να επενδύεις μόνο ένα μέρος των χρημάτων σου της είπε, γιατί ενώ υπάρχουν προοπτικές αυτά να αυξηθούν, υπάρχει επίσης και η πιθανότητα να χάσεις ένα ποσό. Έτσι θα πρέπει να είσαι πολύ προσεκτική. Όμως αυτός είναι ένας καλός τρόπος να αυξήσεις το εισόδημά σου και να μπορέσεις να αγοράσεις ένα δικό σου διαμέρισμα. Ο ένας γιος μου είναι χρηματιστής και αν το θέλεις και εσύ θα μπορούσα να του ζητήσω να σε βοηθήσει σε αυτό τον τομέα.

Η Καλλιρόη προβληματίστηκε πολύ πριν αποφασίσει κάτι τέτοιο. Ήταν αρκετά συντηρητική στις επιλογές της σε αυτά τα θέματα, αλλά είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στην Λαίδη και τις συμβουλές της. Με φόβο, θα μπορούσε να πει κανείς, δέχθηκε να επενδύσει 1000 αγγλικές λίρες από αυτά που είχε φυλάξει με τόσους κόπους. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονταν και οι εκατό αγγλικές λίρες που της είχε δώσει η γιαγιά της πριν φύγει από την Κύπρο.

Ο γιος της Λαίδης Raffiel, ήταν εξίσου ευγενικός και σοβαρός με τη μητέρα του. Διαχειρίστηκε το μικρό χρηματικό ποσό της Καλλιρόης με σύνεση και κατάφερε να της εξασφαλίσει ένα μόνιμο επιπλέον εισόδημα, που ανάλογα με τα σκαμπανεβάσματα της αγοράς μπορούσε κάποτε να αυξάνεται κατακόρυφα,  κάποτε να μένει σταθερό και κάποτε να μειώνεται παροδικά. Αυτή η μικρή επένδυση όμως έβγαλε την Καλλιρόη από την κατηγορία των σκληρά εργαζόμενων κοριτσιών χωρίς μέλλον και της δημιούργησε την προοπτική μιας μέτριας οικονομικής άνεσης. Μέχρι και σήμερα, στα ογδόντα τρία της χρόνια, η Καλλιρόη είχε ένα ποσό που το επένδυε στην ίδια εταιρεία και έπαιρνε κάθε χρόνο τα κέρδη της.

Εκείνη τη στιγμή κτύπησε το κουδούνι και έβγαλε την Καλλιρόη από τις σκέψεις της.

-Θα είναι η κυρία Νίκη, σκέφτηκε και ήρθε για να φροντίσει το σπίτι.

Πραγματικά ήταν η κυρία Νίκη που ερχόταν δυο φορές την βδομάδα και φρόντιζε το σπίτι της. Δεν μπορούσε πλέον να κάνει πολλά πράγματα μόνη της. Έτσι αυτή η καλή κυρία την βοηθούσε για να διατηρεί το σπίτι της καθαρό, όπως το είχε πάντοτε στη ζωή της.

Πριν ξεκινήσει τις εργασίες της, η κυρία Νίκη και η Καλλιρόη προγευμάτισαν και ήπιαν μαζί τον καφέ τους. Η σχέση τους ήταν ιδιαίτερα φιλική και η Καλλιρόη βοηθούσε όπως μπορούσε αυτή τη γυναίκα με τις οικονομικές ανάγκες της οικογένειάς της. Έτσι και η κυρία Νίκη την φρόντιζε σαν να ήταν μητέρα  ή γιαγιά της.

Όσο η κυρία Νίκη καθάριζε το σπίτι η Καλλιρόη βγήκε στο κήπο. Ήταν άνοιξη και οι τριανταφυλλιές είχαν αρχίσει να ανθίζουν. Η Καλλιρόη τις περιποιότανε, τις κλάδευε και έκοβε οτιδήποτε ξερό ή άρρωστο έβλεπε στα κλαδιά τους. Μπορούσε να μην είναι σε θέση να κάμει πλέον βαριές εργασίες όμως δεν έπαυε να δραστηριοποιείται όπως μπορούσε. Πίστευε ότι η δουλειά κρατά τον άνθρωπο υγιή και δυνατό.

Όταν τελείωσε την περιποίηση των τριανταφυλλιών της, κάθισε στη βεράντα και άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο. Ήρθε και πάλι στο μυαλό της η Λαίδη Raffiel. Αυτή η γυναίκα ήταν που την εισήγαγε στο κόσμο του βιβλίου και έκαμε τη ζωή της ενδιαφέρουσα μέσα στην μοναχική πραγματικότητα που βίωνε τότε. Θυμήθηκε ότι την εποχή εκείνη το βλέμμα της είχε γίνει και πάλι σκληρό και γκρίζο, κρύβοντας βαθιά μέσα στη ψυχή της το δικό της κόσμο και κρατώντας σε απόσταση τους ανθρώπους γύρω της. Φοβόταν μήπως την βεβηλώσουν με τις ανάλγητες πράξεις τους και τις αδιάφορες συμπεριφορές τους.

Μέσα από τον κόσμο των βιβλίων,  η Καλλιρόη είχε αρχίσει να ανακαλύπτει την μαγεία των λέξεων. Συγχρόνως άρχισε να εντοπίζει την μαεστρία που ο κάθε συγγραφέας χρησιμοποιούσε,  συνδυάζοντάς τις λέξεις μεταξύ τους για να δημιουργήσει εικόνες και να προκαλέσει συναισθήματα. Έκανε μάλιστα και συσχετισμούς με το θέμα που τόσο καλά γνώριζε: τα υφάσματα. Από μόνα τους μπορεί να λένε λίγα, αλλά με τους σωστούς συνδυασμούς υφής και χρωμάτων μπορούσε κάποιος να δημιουργήσει αριστουργήματα. Το ίδιο και με τις λέξεις. Οι σωστοί συνδυασμοί μεταξύ τους μπορούσαν να αιχμαλωτίσουν τον αναγνώστη, ακόμα και να μαλακώσουν τα δικά της γκρίζα μάτια, που συχνά δάκρυζαν διαβάζοντας.

Στην αρχή διάβαζε μόνο αγγλικά βιβλία, αυτά που της έδινε η Λαίδη Raffiel. Σιγά – σιγά όμως κατάλαβε ότι σχεδόν δεν θυμόταν καθόλου τη μητρική της γλώσσα. Εξακολουθούσε να αλληλογραφεί με την φίλη της Ελένη από την Κύπρο και πολλές φορές ήταν σχεδόν αδύνατο να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να γράψει αυτό που ήθελε. Ούτως ή άλλως δεν μιλούσε καθόλου ελληνικά εδώ που ζούσε τώρα. Όταν το διαπίστωσε, πραγματικά τρόμαξε. Ένοιωσε ότι ήταν ένα άτομο χωρίς ταυτότητα και καταγωγή. Δεν το ήθελε καθόλου αυτό.

Κάθισε και άρχισε να σκέφτεται ποια στα αλήθεια ήταν και τι έκανε σε αυτή τη χώρα. Ήξερε ότι ο πατέρας της ήταν Άγγλος. Η ταυτότητά του αποτυπωνόταν στη μορφή της, όμως η ψυχή της ήταν Κυπρία. Είχε γεννηθεί σε εκείνο το όμορφο χωριό στη πλαγιά της οροσειράς του Τροόδους και κάθε πρωί που ξυπνούσε αντίκριζε από μακριά τη θάλασσα. Όσο και αν πόνεσε στα παιδικά και νεανικά της χρόνια, αγαπούσε εκείνο το τόπο. Τον ένιωθε περισσότερο δικό της από το ομιχλώδες τοπίο του Λονδίνου.

-Τότε γιατί ήρθα εδώ; Διερωτήθηκε.

-Ήρθα για ένα καλύτερο μέλλον, απάντησε στον εαυτό της. Η φτώχια που βίωνα και η έλλειψη δικών μου ανθρώπων δεν με κρατούσαν εκεί. Όμως τώρα βαθιά μέσα μου νιώθω τον τόπο μου να με καλεί. Η ψυχή του κάθε ανθρώπου έχει τις ρίζες της εκεί που γεννήθηκε. Φυσικά αυτά που βρήκα εδώ, δουλειά, γνώσεις και ευκαιρίες δεν θα τις εύρισκα ποτέ στο χωριό μου. Αλλά είμαι περισσότερο μόνη από τότε.

Την επόμενη φορά που επισκέφθηκε την οικία των Raffiel, την ώρα που η Λαίδη Raffiel της πρότεινε να πάρουν το τσάι τους μαζί, η Καλλιρόη της είπε τις σκέψεις της. Η καλή αυτή κυρία, που η Καλλιρόη την μακάριζε κάθε μέρα της ζωής της, της είπε τότε:

-Παιδί μου, για κανένα λόγο δεν θα πρέπει να ξεχάσεις την μητρική σου γλώσσα. Ούτε τη χώρα που γεννήθηκες. Εσύ η ίδια θα πρέπει να καθορίσεις την ταυτότητά σου. Και σίγουρα αυτή, είτε το θέλεις, είτε όχι συμπεριλαμβάνει τον τόπο σου, τη γλώσσα σου και την καταγωγή σου. Ξέρω ότι στο κεντρικό Λονδίνο υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο που έχει ελληνικά βιβλία. Θα μάθω την διεύθυνση και θα σου την δώσω. Πρέπει να αρχίσεις να διαβάζεις και στα ελληνικά.

Πραγματικά η Λαίδη βρήκε την διεύθυνση του βιβλιοπωλείου και της την έδωσε. Η Καλλιρόη δεν άργησε να το επισκεφτεί. Το πρώτο πράγμα που αγόρασε ήταν ένα αγγλοελληνικό λεξικό γιατί ήξερε πολύ περισσότερα αγγλικά από ελληνικά. Ο βιβλιοπώλης προσπάθησε πολύ να την βοηθήσει και της πρότεινε βιβλία των Βενέζη, Μυριβήλη και άλλων συγγραφέων της εποχής.

Στην αρχή της ήταν πολύ δύσκολο να τα διαβάσει γιατί υπήρχαν τόσες πολλές άγνωστες λέξεις. Είχε την επιθυμία να αφήσει τα ελληνικά βιβλία και να γυρίσει στα αγγλικά, όμως αντιστάθηκε. Σιγά – σιγά άρχισε να απολαμβάνει αυτή τη γλώσσα που μπορεί να ήταν η μητρική της αλλά ουδέποτε την είχε μάθει καλά. Όταν πλέον διάβαζε χωρίς δυσκολία, εύρισκε μια μαγεία και ένα χορό στις λέξεις και τους ήχους που θεώρησε την αγγλική γλώσσα πολύ φτωχική συγκριτικά.

Με αυτό τον τρόπο η Καλλιρόη ήταν σε θέση να μιλά αλλά και να γράφει άψογα σε δύο γλώσσες. Αυτό την έκανε πολύ περήφανη γνωρίζοντας κυρίως ότι οι Κύπριοι του Λονδίνου μιλούσαν μια φθαρμένη ανάμειξη και των δύο γλωσσών.

Σκέφτηκε και πάλι με τρυφερότητα την Λαίδη Raffiel. Πόσα χρωστούσε σε αυτή τη γυναίκα που της στάθηκε, σαν μητέρα, σαν αδελφή, ακόμα και σαν φίλη. Ουδέποτε έλαβε υπόψη την ταπεινή καταγωγή της και ουδέποτε κράτησε απόσταση μεταξύ τους, έστω και αν τους χώριζαν τόσα πολλά. Ήταν ο φύλακας άγγελος της ζωής της, ήταν η καλή της νεράιδα, σε μια εποχή που ήταν απόλυτα μόνη της στο απέραντο Λονδίνο.

Ένα άλλο θέμα που είχε συζητήσει μαζί της ήταν η καταγωγή της. Για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή της μίλησε για τον Άγγλο πατέρα της.

-Για αυτό μοιάζεις τόσο πολύ με Αγγλίδα, αναφώνησε, όταν το έμαθε. Μήπως παιδί μου γνωρίζεις το όνομα του πατέρα σου; Θα μπορούσαμε να τον ψάξουμε. Υπάρχουν αρχεία για τους στρατιώτες που υπηρέτησαν στη Κύπρο τότε.

-Όχι, το μόνο που ξέρω ήταν ότι λεγόταν Michael. Για αυτό έδωσαν και σε μένα αυτό το επίθετο. Στην Κύπρο συνηθίζεται τα παιδιά να παίρνουν για επίθετο το μικρό όνομα του πατέρα τους. Η μητέρα μου δεν ήθελε να μιλά για αυτό και έτσι εγώ ποτέ δεν την πίεσα. Δεν νομίζω να υπάρχει καμία πιθανότητα να τον βρούμε. Και από την άλλη, τι νόημα έχει τώρα πια; Όταν τον χρειαζόμουν δεν ήταν ποτέ εκεί.

-Θα ήταν όμως καλό για σένα να βρεις και να γνωρίσεις τα αδέλφια σου. Ξέρω πόσο μόνη είσαι. Πες μου λίγα στοιχεία: χρονολογία, τοποθεσία και ότι άλλο γνωρίζεις.

Δυστυχώς η ίδια δεν γνώριζε πολλά. Της είπε μόνο την ημερομηνία γέννησής της και την πόλη της Λεμεσού. Η Λαίδη δεν επανήλθε ποτέ πάντως σε σχέση με το θέμα αυτό. Ίσως να μην βρήκε τίποτε, ίσως αν βρήκε να μην ήθελαν να την γνωρίσουν. Πάντως δεν άλλαξε τίποτε στη ζωή της μετά από αυτή τη συζήτηση.

Εκείνη τη στιγμή άκουσε την κυρία Νίκη να την φωνάζει. Κάποιος τη ζητούσε στο τηλέφωνο. Επέστρεψε στο σπίτι και φυσικά ήταν η αγαπημένη της Καλλιρόη.

-Θεία Κάλλη, αύριο το μεσημέρι θα περάσω να σε πάρω, να κατεβούμε στη θάλασσα για γεύμα. Φόρεσε τα ωραία σου ρούχα, για να καμαρώνω και εγώ δίπλα σου.

-Καλά τρελοκόριτσο, της απάντησε. Θα είμαι έτοιμη γύρω στη μια.

-Ο νέος μου καλός άγγελος, σκέφτηκε. Και χαμογέλασε τρυφερά.

 

Φωτογραφία: Μόδα 1960

 

8 responses to “Η σταχτοπούτα με τα γκρίζα μάτια – Κεφάλαιο 5”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Πώς τα καταφέρνεις να υφαίνεις όλα τα όμορφα πράγματα σε ένα υφάδι! Πάντως κάθε σου ηρωίδα έχει και μια πτυχή του εαυτού σου!

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ πολύ. Σίγουρα από κάπου θα πρέπει να παίρνω έμπνευση!

  2. Maria.Klerides says:

    Εξελίσσεται πολύ όμορφα και τρυφερά η ιστορία σου Μαρία μου. Πραγματικά μου έχουν κάτι οι ηρωίδες δικό σου όπως είπε και η Μόνικα.

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σου Μάρω μου. Το θεωρώ φυσικό να έχουν κάτι από μένα. Πιστεύω με όλους συμβαίνει.

  3. andreas markides says:

    the story is developing well. I’m curious to see what happens next!

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ Ανδρέα μου. Ελπίζω η συνέχεια να σε ικανοποιήσει.

  4. Georgia Gouti says:

    Το κουβάρι της ζωής της ξετυλίγεται όμορφα και αριστοτεχνικά και σε κάνει να σκέφτεσαι τι θα ακολουθήσει

    • Maria Atalanti says:

      Χαίρομαι που η ιστορία σας προκαλεί το ενδιαφέρον!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *