Η σταχτοπούτα με τα γκρίζα μάτια – Κεφάλαιο 10

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 29/06/2023

Back to Blog

 Η Σταχτοπούτα

Η θεία Κάλλη έκλεισε για μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια της. Της ήταν δύσκολο να ανατρέξει σε εκείνο το στάδιο της ζωής της που χρόνια τώρα προσπαθούσε να ξεχάσει και να βάλει στο περιθώριο. Την παρούσα στιγμή δεν την περίμενε ποτέ και αν τα πρώτα χρόνια είχε μια κρυφή ελπίδα ότι κάτι μαγικό θα διόρθωνε τα πράγματα, αυτή είχε πεθάνει με την  πάροδο του χρόνου.

Άρχισε να μιλά στα αγγλικά φυσικά για να καταλαβαίνουν όλοι και έτσι η Καλλιρόη η νεότερη κάθισε δίπλα από την μητέρα της για να της εξηγεί πιθανές άγνωστες λέξεις.

-Για να απαντήσω σε σένα αρχικά, Δήμητρα, η Λαίδη Raffiel, ήταν μια Αγγλίδα αριστοκράτισσα κυρία που γνώρισα στο Λονδίνο και υπήρξε για μένα μητέρα, φίλη και δασκάλα. Για μερικά χρόνια, τρία με τέσσερα ίσως, στα μέσα του 1960, την συνόδευα κάθε εβδομάδα σε μια έξοδο, σε θέατρα, συναυλίες, όπερες και πολυτελή ξενοδοχεία του Λονδίνου, όπου έμαθα να ζω μια πλούσια ζωή σαν αριστοκράτισσα και εγώ.

Εκείνη τη στιγμή την διέκοψε ο Diego Gonzales, που εξακολουθούσε να της κρατά το χέρι.

-Θυμάμαι την Λαίδη Raffiel. Εγώ έμενα στο ξενοδοχείο Rosewood, και εσείς ερχόσασταν για τσάι. Σε είχα προσέξει από τότε και ρώτησα για σας. Όλοι ήξεραν την Λαίδη, αλλά εσύ ήσουν για όλους ένα μυστήριο. Και ακόμα και σήμερα για μένα παραμένεις ένα μυστήριο… Αλλά συνέχισε, θα ήθελα και εγώ να μάθω όλη την ιστορία.

-Λοιπόν, δεν θυμάμαι να σε είχα προσέξει τότε. Για να μην τα πολυλογώ όμως, η Λαίδη ήταν ηλικιωμένη και μετά από μια ασθένεια μερικών μηνών πέθανε. Εμένα ο κόσμος μου γκρεμίστηκε με τον θάνατό της. Ένιωθα τόσο μόνη και τόσο εγκαταλειμμένη μέσα στο αχανές Λονδίνο. Δεν ήξερα πώς να αξιοποιήσω την ζωή μου. Μια μέρα αποφάσισα να ξεπεράσω τις ανασφάλειές μου και να συνεχίσω να απολαμβάνω τις ατελείωτες ευκαιρίες που η πόλη αυτή μπορούσε να μου προσφέρει.

-Όμως είχα συνηθίσει να ζω σαν αριστοκράτισσα. Και μου άρεσε αυτή η εικόνα. Μου άρεσε που σταματούσε ο οδηγός της Λαίδης έξω από τα θέατρα και τα ξενοδοχεία και μας άνοιγαν οι πορτιέρηδες για να κατεβούμε. Μου άρεσε που όλοι μας κοίταζαν και ψιθύριζαν με θαυμασμό. Δεν ήθελα να είμαι μία από το πλήθος. Τώρα λέω, ότι ήταν μια ανόητη ματαιοδοξία της νιότης, μα τότε η επιθυμία αυτή οδηγούσε τις αποφάσεις και τις ενέργειές μου.

-Σκέφτηκα λοιπόν ένα θεατρικό τρόπο για να συνεχίσω αυτή την ζωή. Έκλεινα θέση στο θέατρο και την ημέρα που ήταν η παράσταση ντυνόμουν με τα υπέροχα μοντέλα που είχα ράψει η ίδια για τον εαυτό μου. Έπαιρνα τον υπόγειο του Λονδίνου από την στάση κοντά στο σπίτι μου και κατέβαινα στους πιο πολυσύχναστους σταθμούς Piccadilly Circus, ‘Leicester Square, και άλλους, ανάλογα πού ήταν ο προορισμός μου. Από εκεί έπαιρνα ένα ταξί και έφθανα στο θέατρο ή στο ξενοδοχείο σαν αριστοκράτισσα κυρία. Με τον ίδιο τρόπο έφευγα από το θέατρο ή το ξενοδοχείο που πήγαινα για τσάι. Εκείνη την εποχή όμως, ο υπόγειος του Λονδίνου σταματούσε τη λειτουργία του στις 12 τα μεσάνυχτα και έτσι εγώ θα έπρεπε πριν τις 12 να βρίσκομαι στο σταθμό για να πάρω το τελευταίο τρένο.

-Σαν την σταχτοπούτα δηλαδή, είπε έκπληκτη η Δήμητρα.

-Ναι, σαν την σταχτοπούτα. Και η συνέχεια της ιστορίας είναι τόσο όμοια, αλλά χωρίς το ευτυχισμένο τέλος.

Και γυρίζοντας προς τον Diego, πρόσθεσε:

-Εκείνο, Diego, που ποτέ δεν ήθελα να ανακαλύψεις ούτε εσύ, ούτε κανείς άλλος ήταν ότι εγώ ήμουν απλά μία μοδίστρα σε ένα εργοστάσιο του Λονδίνου. Η μόνη μόρφωση που είχα ήταν του δημοτικού σχολείου και ήμουν το νόθο παιδί μιας φτωχής Κυπρίας και ενός Άγγλου στρατιώτη. Αυτή ήταν η κληρονομιά που έφερνα μαζί μου και οτιδήποτε άλλο με χαρακτήριζε ήταν επίκτητο από τις πολλές προσωπικές μου προσπάθειες να αποκτήσω γνώσεις και να γίνω καλύτερη.

-Πραγματικά νομίζεις ότι θα με ένοιαζε αυτό; Ω, Θεέ μου, τόσος πόνος, τόση απογοήτευση, τόσα ερωτηματικά, γιατί ντρεπόσουν για αυτό που ήσουν! Δεν μπορώ να το πιστέψω! Νομίζεις ότι εγώ ήμουνα ένας πλούσιος αριστοκράτης; Κάθε άλλο! Ήμουν ένα φτωχό παιδί από την Ισπανία που σπούδασα αρχιτεκτονική με χίλιες δυσκολίες, αλλά κατάφερα να διαπρέψω στον τομέα μου, κάνοντας αυτό που έκανες εσύ: διαβάζοντας και μαθαίνοντας από αυτούς που ήταν καλύτεροι από μένα.

-Τότε εργαζόμουν σε μια μεγάλη εταιρεία της Μαδρίτης που είχε κερδίσει ένα διαγωνισμό για την κατασκευή ενός ουρανοξύστη στο Λονδίνο. Ερχόμουνα συχνά, γιατί επέβλεπα το έργο και το ξενοδοχείο που έμενα το πλήρωνε η εταιρεία στην οποία εργαζόμουν. Από την πρώτη φορά που σε είχα δει σε είχα ερωτευτεί. Τότε που ερχόσουν με την Λαίδη, αλλά δεν τόλμησα να σου μιλήσω. Βλέπεις είχα και εγώ τις αναστολές μου! Αν σου μιλούσα τότε, ίσως η Λαίδη να μην σε άφηνε να συμπεριφερθείς τόσο ανόητα και να χαθείς μέσα στη νύχτα, σαν την σταχτοπούτα.

-Αλήθεια, πέστε μας τι ακριβώς συνέβηκε, ρώτησε η Δήμητρα που είχε μαγευτεί από την ιστορία.

Τα μάτια της θείας Κάλλης βούρκωσαν. Της ήταν δύσκολο να διαχειριστεί τα αισθήματα που την πλημμύριζαν και ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Η Καλλιρρόη έτρεξε να της το φέρει. Ήπιε μερικές γουλιές και συνέχισε, ενώ εξακολουθούσαν να κρατούν ο ένας το χέρι του άλλου με τον Diego:

-Όταν άρχισα να κυκλοφορώ μόνη μου, διαπίστωσα ότι είχα μεγάλη επιτυχία στους άνδρες. Πολλοί με πλησίαζαν, ζητούσαν να με κεράσουν ένα ποτό, άλλοι με καλούσαν σε δείπνο και εγώ προς μεγάλη έκπληξη του εαυτού μου, φλέρταρα μαζί τους. Εγώ, που σαν η κατά κόσμο Καλλιρρόη Μιχαήλ, ήμουν τόσο ντροπαλή, που δεν τολμούσα να φλερτάρω με κανένα, σαν Κάλλη Μισιέλ, απολάμβανα αυτό το παιχνίδι, όπως κάθε γοητευτική γυναίκα. Όμως πάντοτε κατέφθανα με ταξί και έφευγα με ταξί πριν τις 12 τα μεσάνυχτα, έστω και αν ο συνοδός μου επέμενε να μείνω ή είχε άλλες ορέξεις. Ήμουν πάντοτε πολύ προσεχτική να μην δώσω λανθασμένες ελπίδες ή προσδοκίες σε κανένα. Ήταν απλά ένα παιχνίδι που απολάμβανα.

-Φυσικά αυτό δεν γινόταν κάθε φορά που έβγαινα έξω, αλλά όταν αποδεχόμουν μια πρόσκληση επέλεγα επισκέπτες στο Λονδίνο που έμεναν σε ακριβά ξενοδοχεία και δεν θα ενδιαφέρονταν να με ψάξουν ξανά. Εκείνοι είχαν μια ωραία συνοδό σε ένα εστιατόριο και εγώ διασκέδαζα με τον ρόλο της αριστοκράτισσας Αγγλίδας κυρίας, χωρίς καμία δέσμευση. Ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι, το ξέρω, όμως έδινε ένα πικάντικο ενδιαφέρον στη ζωή μου.

-Μέχρι που μια μέρα συνάντησα τον Diego. Θυμάσαι Diego, εκείνη την πρώτη μέρα που μιλήσαμε;

-Βέβαια θυμάμαι. Μόνο που εγώ σε είχα προσέξει πολύ προηγουμένως. Απλά εκείνη τη μέρα με πρόσεξες και εσύ. Η διαμονή μου στο Λονδίνο δεν ήταν μόνιμη. Πηγαινοερχόμουν ανάλογα με τις απαιτήσεις του έργου που παρακολουθούσα. Την προηγούμενη φορά που σε είχα δει ήσουν με την Λαίδη Raffiel και όπως σου έχω ήδη πει, δεν βρήκα το θάρρος να σου μιλήσω. Εκείνη την μέρα σε είδα να μπαίνεις στο ξενοδοχείο μόνη, να κάθεσαι στην τραπεζαρία και να παραγγέλλεις απογευματινό τσάι, με σκόουνς. Ήσουν τόσο κομψή και αγέρωχη που θεώρησα ότι θα πρέπει να είσαι κάποια κόμισσα ή διάσημη ηθοποιός. Ήσουν η πιο εντυπωσιακή γυναίκα που είχα δει στη ζωή μου.

-Σε πλησίασα λοιπόν και σου είπα: Ονομάζομαι Diego Gonzales και είμαι Ισπανός αρχιτέκτονας. Θα σας πείραζε να καθίσω μαζί σας;

Η θεία Κάλλη, τον κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε γλυκά:

-Και εγώ σου απάντησα: Ονομάζομαι Κάλλη Μισιέλ. Παρακαλώ καθήστε. Και με τις πρώτες κουβέντες που ανταλλάξαμε υπήρξε μια βαθιά επικοινωνία, μια ταύτιση απόψεων, μια οικειότητα που σπάνια συναντά κανείς στη ζωή του.

-Εγώ από την πρώτη κιόλας μέρα σου είχα πει πολλά για τη ζωή μου, για τη δουλειά μου, για την καταγωγή μου. Όταν σε ρώτησα για σένα, απλά μου απάντησες ότι δραστηριοποιείσαι στο χώρο της μόδας. Τίποτα περισσότερο.

-Είχα καταλάβει από την πρώτη στιγμή πόσο ψηλά με είχες βάλει και δυστυχώς δεν ήθελα να κατεβώ από εκείνο το βάθρο. Χίλιες φορές το μετάνιωσα αργότερα, όμως εκείνη η ψεύτικη εικόνα με κρατούσε αιχμάλωτη. Με τίποτα δεν ήθελα να μάθεις την αλήθεια. Είχα μεγαλώσει σε αυτό το χωριό σαν το πιο περιφρονημένο παιδί και αυτή η ρετσινιά με ακολουθούσε σχεδόν σε όλη μου τη ζωή. Μόνο όταν επέστρεψα πίσω εδώ και είδα πως επειδή ήμουν ντυμένη με αριστοκρατικά ρούχα, οι άνθρωποι άλλαξαν την συμπεριφορά τους απέναντι μου, κατάλαβα πόσο λάθος είχα. Όμως ήταν πια πολύ αργά. Σε είχα χάσει πλέον για πάντα ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

-Πώς εξελίχθηκε η σχέση σας; Ρώτησε η Δήμητρα. Η συνάντησή σας ήταν μόνο μία φορά;

-Θα ήταν καλά, Δήμητρά μου, να ήταν μόνο μία φορά .Έτσι θα ήταν και αυτός ένας περαστικός όπως όλοι οι άλλοι που δεν θυμάμαι πια ούτε το όνομά τους, ούτε το πρόσωπό τους. Από την πρώτα κιόλας στιγμή ένοιωσα ότι με αυτό τον άνθρωπο με συνέδεε ένα καλώδιο που μετέφερε την ενέργεια της ψυχής του και ηλέκτριζε τη δική μου ψυχή φωτίζοντας την ύπαρξή μου και όλο τον κόσμο γύρω μου. Πήγα και την άλλη μέρα και την επόμενη και όλες όσες ακολούθησαν. Δεν μπορούσα να σταματήσω τον εαυτό μου. Και ήξερα ότι αυτό θα με οδηγούσε στην καταστροφή. Γιατί δεν υπήρχε καμία μα καμία περίπτωση να του πω ποια ήμουν πραγματικά.

-Εγώ, είπε ο Diego, είχα μεγάλη επιθυμία να μου μιλήσει για τον εαυτό της, αλλά ήμουν τόσο ερωτευμένος που δεν την πίεζα. Έλεγα θα έρθει η ώρα που θα μου πει και έκανα υπομονή.

-Σε κάποιο στάδιο κατάλαβα, συνέχισε η θεία Κάλλη, ότι ο κίνδυνος που εμπεριείχε αυτό το παιχνίδι, δεν ήταν οι ορέξεις των άλλων ανδρών, αλλά ο δικός μου έρωτας για ένα άνδρα. Και όταν αυτό συνέβηκε, ήμουνα πια αιχμάλωτη στα δικά μου πλοκάμια.

-Αυτό το πήγαινε – έλα και οι συναντήσεις μας, που τελείωναν πάντοτε πριν τις 12 τα μεσάνυχτα, κράτησαν για κανένα μήνα, μέχρι που ήρθε η ώρα ο Diego να επιστρέψει στη χώρα του. Την τελευταία μέρα που ήξερα ότι θα τον συναντούσα, ντύθηκα με μεγαλύτερη επιμέλεια, φόρεσα αυτά τα δαντελένια γοβάκια, που ήταν της μόδας τότε και πήγα να τον βρω.

-Ναι, θυμάμαι εκείνη την ημέρα. Σε είδα να κατεβαίνεις από το ταξί και να προχωρείς στην είσοδο του ξενοδοχείου. Ήσουν τόσο λαμπερή και αγέρωχη, περπατούσες ανάλαφρα, σαν χαριτωμένη γκαζέλλα, που η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Ήθελα τόσο πολύ να σε κάνω δική μου!

-Ναι, θυμάμαι που το είδα στα μάτια σου. Και τρόμαξα γιατί ήξερα ότι θα έπρεπε να φύγω. Με πήρες σε ένα ακριβό εστιατόριο και έβαλες τα βιολιά να παίξουν για μένα ένα βαλς. Χορέψαμε αγκαλιασμένοι και μου ψιθύρισες ότι θα ήθελες να μείνω μαζί σου το βράδυ. Εκείνη τη στιγμή πανικοβλήθηκα. Η καρδιά μου είχε κομματιαστεί. Θα ήθελα όλα να είναι ομαλά και αληθινά για να ακολουθήσουμε τον δρόμο του έρωτα, αλλά  το περιφρονημένο κοριτσάκι μέσα μου ήθελε να το βάλει στα πόδια. Ντρεπόταν τόσο πολύ για το ποια ήμουν ή νόμιζα ότι ήμουν πραγματικά. Έτσι σε μια στιγμή που εσύ πήγες να φρεσκαριστείς, ζήτησα να μου καλέσουν ένα ταξί για να εξαφανιστώ.

-Μόλις βγήκα και μου είπαν ότι έφυγες, έτρεξα αμέσως και βρήκα ένα άλλο ταξί και του είπα να σας ακολουθήσει. Ούτε το εστιατόριο δεν πλήρωσα εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς που οι άνθρωποι ήξεραν ποιος ήμουν.

-Εκείνο το βράδυ σκεφτόμουν να πάω μέχρι το σπίτι μου με το ταξί, όμως όταν κατάλαβα ότι μας ακολουθούσες, είπα στον οδηγό να με κατεβάσει στο Piccadilly Circus. Ήθελα να χαθώ μέσα στο πλήθος, δεν ήθελα να με βρεις. Πόσες φορές μετάνιωσα για αυτή μου την απόφαση. Πόσες φορές έκλαψα…

-Όταν κατέβηκα στο σταθμό, έβγαλα από τη τσάντα μου ένα σάλι και σκέπασα το κεφάλι και τους ώμους μου. Έτσι δεν θα μπορούσες να με εντοπίσεις από μακριά. Ύστερα άρχισα να τρέχω. Τότε ήταν που το τακούνι μου πιάστηκε στη σιδερένια σχάρα ενός φρεατίου και έσπασε. Το άφησα εκεί, ενώ συγχρόνως έβγαλα και το άλλο και συνέχισα να τρέχω. Τρύπωσα μέσα στο πλήθος, στάθηκα μπροστά από ένα σωματώδη τύπο πάνω στη κυλιόμενη σκάλα, χωρίς να κοιτάζω πίσω μου. Όταν μπήκα στο τρένο και κοίταξα από το παράθυρο, εσύ είχες χαθεί.

-Σε ακολούθησα μέχρι το σταθμό και σε είδα που έβαλες το σάλι στο κεφάλι σου. Μπόρεσα να είμαι πίσω σου μέχρι τη στιγμή που έσπασες το τακούνι σου. Είπα τότε μέσα μου, «τώρα θα την φτάσω», αλλά όταν έσκυψα να πάρω το παπούτσι σου, εσύ είχες χαθεί μέσα στο πλήθος. Και δεν σε βρήκα ποτέ πια.

-Γύρισα στο σπίτι μου κλαίγοντας με αναφιλητά. Οι άνθρωποι με έβλεπαν στο δρόμο να περπατώ ξυπόλητη και να κλαίω. Μια κυρία με ρώτησε αν χρειαζόμουν βοήθεια. Την ευχαρίστησα για το ενδιαφέρον της και συνέχισα μέχρι που έφτασα σπίτι μου. Τα πόδια μου αιμορραγούσαν και το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει. Είχα μετανιώσει ήδη για τον πανικό, για την φυγή, για την δειλία μου.

-Μα θεία Κάλλη, ρώτησε η Καλλιρρόη γιατί είχες την εντύπωση πως ήσουν απλά μια μοδίστρα σε ένα εργοστάσιο. Δεν ήταν ακριβώς έτσι. Είχες υπεύθυνη θέση και είχες και μετοχές σε αυτό το εργοστάσιο. Γιατί υποτιμούσες τόσο πολύ τον εαυτό σου;

-Εκείνη την εποχή δεν ήμουν ακόμα μέτοχος. Αλλά δεν ήταν αυτό. Φοβόμουν την απόρριψη. Ήταν άλλοι καιροί τότε. Η καταγωγή έπαιζε ρόλο και εγώ δεν είχα τίποτε να περηφανευτώ για την καταγωγή μου. Εκείνος ήταν ένας επιτυχημένος αρχιτέκτονας που νόμιζε ότι είχε γνωρίσει και ερωτευτεί μια επιφανή κυρία. Εγώ δεν ήμουνα αυτή που παρουσιαζόμουν. Και ντρεπόμουν πολύ για αυτό και για όλη την παραπλάνηση…

-Ακόμα και αυτή τη στιγμή θυμώνω για τον λόγο που έφυγες, είπε ξαφνικά ο Diego. Μπορούσες να μου πεις την αλήθεια και να αφήσεις εμένα να αποφασίσω αν θα σε ήθελα ή όχι. Αυτό που έκανες ήταν πολύ σκληρό και για τους δυο μας. Ξέρεις πόσο πολύ υπέφερα που σε έχασα;

-Ότι και να πεις έχεις δίκαιο. Και εγώ πλήρωσα πολύ ακριβά την φυγή μου εκείνο το βράδυ. Ξέρεις, πήγα ξανά στο ξενοδοχείο, μήπως σε βρω και μπορέσω τουλάχιστον να απολογηθώ για την συμπεριφορά μου, όμως δεν ήσουν εκεί.

-Πέρασαν πολλά χρόνια για να γυρίσω πίσω στο Λονδίνο. Πίστεψα ότι μπορεί να ήσουν μια παντρεμένη γυναίκα, με ένα δυστυχισμένο γάμο. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση δεν σε δικαιολογούσα. Αν μου μιλούσες θα μπορούσαμε να βρούμε λύση μαζί. Πόσο μάλλον που έφυγες για ένα τόσο ασήμαντο λόγο!

-Χίλια συγγνώμη. Δεν ξέρω τι να πω! Τώρα που το βλέπω από απόσταση φαίνεται τόσο ανόητο. Εκείνη τη στιγμή όμως παρουσιαζόταν σαν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Και εσύ καλή μου Καλλιρρόη, πώς τον βρήκες;

-Σας άκουσα εκείνη την μέρα που μιλούσατε με την Ελπίδα, φυσικά δεν είχα καταλάβει τις λεπτομέρειες που περιγράψατε σήμερα, απλά το όνομα, το επάγγελμα και την Μαδρίτη. Συνδύασα τις πληροφορίες και τον βρήκα. Υπάρχει αρχιτεκτονικό γραφείο στη Μαδρίτη με το όνομά του που σήμερα διαχειρίζονται ο γιος του και ο εγγονός του, ο Diego.

Εκείνη τη στιγμή γύρισαν όλοι και κοίταξαν τον νεαρό που καθόταν σιωπηλός και παρακολουθούσε. Τα μάτια του ήταν δακρυσμένα.

-Δεν ήξερα παππού ότι είχες ζήσει ένα τόσο μεγάλο έρωτα στα νιάτα σου. Με την γιαγιά ήσασταν πάντοτε αγαπημένοι, αλλά για να φυλάξεις το παπούτσι της κυρίας Κάλλης για τόσα χρόνια, σημαίνει ότι την αγαπούσες πολύ!

-Ναι αγαπούσα πολύ αυτό το τρελοκόριτσο, είπε με ένα μικρό λυγμό ο Diego και της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά. Αλλά είμαι πολύ θυμωμένος μαζί της!

Τα μάτια της θείας Κάλλης έτρεχαν ασταμάτητα. Από χαρά, από λύπη, από βαθιά μετάνοια για εκείνη τη μέρα.

-Ξέρεις, είπε γυρίζοντας προς τον Diego, αργότερα ταξίδεψα πολύ και σε ένα από τα ταξίδια μου επισκέφθηκα την Μαδρίτη. Σκέφτηκα να σε ψάξω τότε, όμως η λογική με σταμάτησε. Και καλύτερα. Θα ήσουν παντρεμένος και η παρουσία μου μόνο προβλήματα θα δημιουργούσε.

-Τι λέτε; Να πάμε όλοι μαζί να φάμε; Ρώτησε ξαφνικά η Καλλιρρόη.

-Πηγαίνετε εσείς, είπε η θεία Κάλλη. Εγώ είμαι πάρα πολύ κουρασμένη. Θα μείνω εδώ.

-Θα μείνω και εγώ μαζί σου, είπε ο Diego. Έχουμε πολλά να πούμε. Έχουν ήδη περάσει πενήντα χρόνια από την τελευταία μας συνάντηση.

Οι υπόλοιποι τρεις σηκώθηκαν και προχώρησαν προς την έξοδο. Το ηλικιωμένο ζευγάρι καθόταν ακόμα κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου.

-Θα περάσουμε αργότερα, είπε η Καλλιρρόη.

Και έκλεισε απαλά την πόρτα.

 

Σταχτοπούτα

 

8 responses to “Η σταχτοπούτα με τα γκρίζα μάτια – Κεφάλαιο 10”

  1. Μόνικα Ανδρέου says:

    Έτσι είναι. Ο νους μας μας σκλαβώνει αλλά ταυτόχρονα ο νους μας μπορεί και να μας απελευθερώσει

    • Maria Atalanti says:

      Ναι, αυτό είναι σωστό. Άραγε όμως υπάρχει αυτό που λέμε μοίρα ή πεπρωμένο ή το μεγάλο σχέδιο του σύμπαντος που εμείς δεν κατανοούμε;

  2. Maria.Klerides says:

    Τι όμορφα που εκτυλίσσεται η ιστορία σου Μαρία μου!
    Κανείς δεν ξέρει τι θα συναντήσει στο δρόμο του και πώς μπορεί να εξελιχθεί η ζωή του. Αυτό είναι άλλωστε που την κανει μοναδική!

    • Maria Atalanti says:

      Ευχαριστώ πολύ! Πάντοτε κατανοείς την τρυφερότητα μέσα από την πορεία των γεγονότων…

  3. Georgia Gouti says:

    Έρωτας!! Στοιχείο στην ανθρώπινη φύση μας όσο και να θέλουμε να τον αρνηθούμε πάντα βρίσκει τρόπο να έρχεται στη ζωή μας. Είναι τυχαίο ότι ο Έρως ήταν θεός;

    • Maria Atalanti says:

      Είναι το μέσο που το σύμπαν παίζει με τους ανθρώπους!

  4. andreas markides says:

    one very small point: it’s ”Leicester Square” -not Lester! It’s a peculiarity of the English language.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *