Η διαδρομή

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 16/05/2021

Back to Blog

Η γειτονιά μας ήταν η πιο απομακρυσμένη από το σχολείο. Απείχε τουλάχιστον ένα χιλιόμετρο. Τότε, τη δεκαετία του ’60, πηγαίναμε έξι μέρες την εβδομάδα σχολείο, δύο φορές την ημέρα, το πρωί και το απόγευμα. Αν θυμάμαι καλά το ωράριο ήταν: 7.30πμ. – 1.00μμ. 3.00 – 5.00μμ. Τα Σάββατα, ίσως και τις Τετάρτες, ήταν μόνο πρωινή η φοίτηση.

Ξεκινούσαμε λοιπόν, τα παιδιά της γειτονιάς, κάθε πρωί να πάμε στο σχολείο. Μεταξύ της γειτονιάς μας και του υπόλοιπου προαστίου, υπήρχε ένα μεγάλο χωράφι που το καλλιεργούσαν με σιτηρά. Στη μέση του χωραφιού υπήρχε ένα μονοπάτι που το ακολουθούσαμε για να κόψουμε δρόμο. Κάναμε αυτή τη διαδρομή τέσσερεις φορές την ημέρα

Τον χειμώνα τα παπούτσια μας γέμιζαν με λάσπες και γελούσαμε λέγοντας ότι ήταν τα τακούνια μας. Σαν φτάναμε στο σπίτι, βρεγμένες τις περισσότερες φορές, η μητέρα μας, μας περίμενε με ζεστό νερό για να βάλουμε τα πόδια μας να ζεσταθούν, για να μην αρρωστήσουμε.

Οι γονείς μας, μας είχαν δώσει αυστηρές οδηγίες να μην μπούμε ποτέ σε κανένα αυτοκίνητο που θα σταματούσε για να μας πάρει στο σχολείο.Ένα χειμωνιάτικο πρωινό που έβρεχε καταρρακτωδώς και εμείς τρέχαμε για να φθάσουμε στο σχολείο, σταμάτησε ένας κύριος και μας πρότεινε να μας πάρει με το αυτοκίνητό του. Εμείς σταθερά: όχι, δεν μας αφήνουν οι γονείς μας. Ο κύριος θύμωσε: ή μπαίνετε να σας πάρω ή θα σας δείρω μας είπε. Τρομάξαμε από τις φωνές και μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Ο κύριος πάντως μας πήρε στο σχολείο και γλυτώσαμε κάπως από την βροχή.

Την άνοιξη η διαδρομή είχε άλλες χάρες. Στο χωράφι τα σπαρτά μεγάλωναν και σχεδόν μας έκρυβαν, ενώ οι παρυφές του γέμιζαν αγριολούλουδα. Ανάμεσα στα αγριολούλουδα ζούσαν όλων των ειδών τα ζωύφια. Τα πιο όμορφα ήταν οι κόκκινες παπαρούνες (πασχαλίτσες). Σε αυτές τραγουδούσαμε το εξής, που η μόνη λογική που είχε, ήταν μια αφελής ομοιοκαταληξία:

« Παπαρούνα ούρα – ούρα, πιάστα τα ρούχα σου τζαι βούρα» (παπαρούνα πάρε τα ρούχα σου και τρέξε)

Εμείς όμως ασχολούμασταν και με τους «μυλωνάδες». Αυτοί ήταν κάτι μικρά ζωύφια που η φωλιά τους έμοιαζε με χοάνη στο χώμα. Έτσι όπως ήταν πανέμορφη και συμμετρική, εμείς παίρναμε ένα ξυλαράκι και την ανακατεύαμε τραγουδώντας το πιο κάτω τραγουδάκι:

« Έβκα, έβκα μυλωνά τζαι ήρτε η κόρη σου ν’ αλέσει» (Βγες, βγες μυλωνά και ήρθε η κόρη σου ν’ αλέσει).

Ο καημένος ο μυλωνάς έβγαινε τρομαγμένος και ‘μεις τον παίρναμε για λίγο στα χέρια μας και μετά τον αφήναμε. Γιατί το κάναμε αυτό, δε γνωρίζω, ούτε και θυμάμαι. Πάντως, πολύ αργότερα, έμαθα ότι αυτή η αριστοτεχνική φωλιά ήταν με τέτοιο τρόπο κατασκευασμένη, ώστε να πέφτουν μέσα τα μυρμήγκια και να παγιδεύονται για να τα τρώει ο μυλωνάς.

Εκείνη την εποχή κυκλοφορούσαν αγέλες αδέσποτων σκύλων και όπως περπατούσαμε στο μονοπάτι ξεπηδούσαν μέσα από τα σπαρτά μπροστά μας. Αυτό μας τρόμαζε πολύ, έτσι πάντοτε κυκλοφορούσαμε όλοι μαζί, σε ομάδες. Ένα απόγευμα, δεν ξέρω για ποιο λόγο, άργησα να φύγω από το σχολείο και όταν έφτασα στο χωράφι ήμουν μόνη μου. Φοβόμουν να μπω στο μονοπάτι και έμεινα απέξω και περίμενα. Τι περίμενα; Δεν ξέρω. Έμεινα αρκετή ώρα μέχρι που κάποια κυρία με πρόσεξε. Ήρθε κοντά μου και με ρώτησε γιατί δεν πάω στο σπίτι μου. Φοβάμαι τους σκύλους της είπα. Έλα να σε πάρω εγώ, μου είπε και με πήρε από το χέρι. Την ίδια ώρα, εμφανίστηκε και η μητέρα μου να ξεπροβάλλει από το μονοπάτι. Είχε ανησυχήσει που είχα αργήσει και ξεκίνησε να με βρει.

Το καλοκαίρι η διαδρομή γινόταν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Εμείς ήμασταν ακόμα πιο χαλαροί γιατί ο καιρός ήταν ωραίος και τα σχολεία θα έκλειναν. Το προάστιο που μέναμε ήταν από τα όμορφα της Λευκωσίας, με ωραίες γειτονιές και ωραία σπίτια. Πολλά ήταν καινούργια και πλούσια, όμως υπήρχαν και πολλά παλιά, που οι κάτοικοί τους ασχολούνταν με παραδοσιακές τέχνες και επαγγέλματα που σήμερα δεν υπάρχουν.

Φεύγοντας από το σχολείο λοιπόν, αλλάζαμε διαδρομή και περνούσαμε από μία γειτονιά που κάποιος κύριος κατασκεύαζε γκαζόζες στο σπίτι του. Αυτό ήταν ένα είδος παραδοσιακού αναψυκτικού που είχε χρώμα κόκκινο ή σκούρο λιλά. Τότε υπήρχε ήδη η Coca Cola, η Pepsi Cola, η 7up, η ΚΕΑΝ, μα εμείς προτιμούσαμε τις γκαζόζες. Όποτε είχαμε μερικά γρόσια λοιπόν – που αυτό δεν ήταν κάθε μέρα – περνούσαμε από το σπίτι αυτό. Ο κύριος ήταν κάπως ιδιότροπος και μουρμουρούσε όταν πηγαίναμε, όμως επειδή ήθελε τα γρόσια μας, κατέβαζε τον κουβά στο πηγάδι, που είχε τις γκαζόζες για να παγώσουν και μας τις πουλούσε. Δεν ξέρω σήμερα πώς θα τις έβρισκα, αλλά τότε ήταν για μένα το πιο ωραίο αναψυκτικό, έτσι παγωμένο από το πηγάδι, μέσα στο καυτό ήλιο του μεσημεριού!

Όταν έκλειναν τα σχολεία, το χωράφι εξακολουθούσε να παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Το καλοκαίρι που θέριζαν τα σπαρτά και άφηναν τις θημωνιές σε στοίβες μέχρι να τις σηκώσουν, εμείς πηγαίναμε και παίζαμε, πότε ανεβαίνοντας πάνω, πότε φτιάχνοντας «σπίτια» και αφήνοντας τη φαντασία μας να δημιουργεί κόσμους μαγικούς.

Το χωράφι, τους μήνες που δεν είχε σπαρτά, χρησιμοποιείτο και σαν κατασκηνωτικός χώρος για μια οικογένεια ζητιάνων. Ο πατέρας είχε χάσει το ένα του πόδι και η μητέρα ήταν κωφή. Όσο καιρό κατασκήνωναν εκεί, τα παιδιά τους έρχονταν στο σχολείο μας. Ο ένας μάλιστα ήταν συμμαθητής μας. Δυστυχώς, όμως, επειδή το παιδί μετακινείτο συνεχώς και δεν υπήρχε και καμία συμπαράσταση από την οικογένειά του, ήταν πολύ πίσω στα μαθήματα σε σχέση με μας τους υπόλοιπους. Τον θυμάμαι όμως γιατί έκανε και αυτός την ίδια διαδρομή μαζί μας από το σχολείο.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Το χωράφι δεν υπάρχει πια, εκεί έχουν κτιστεί αριστοκρατικές κατοικίες και μια μεγάλη εκκλησία. Δεν υπάρχουν πλέον αγέλες με άγρια σκυλιά, μονάχα κατοικίδια που τα συνοδεύουν οι ιδιοκτήτες τους με το λουρί στο δρόμο. Δεν υπάρχουν ζητιάνοι που κατασκηνώνουν στα χωράφια, αλλά ούτε και γκαζόζες στο πηγάδι για να παγώσουν.

Αποχαιρετώ λοιπόν, μια εποχή που πέρασε και άφησε τη σφραγίδα της και την παρουσία της στην ατελείωτη αλυσίδα της ζωής, που ρυθμίζει την εξέλιξη του ανθρωπίνου γένους.

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.