Η βάρκα

Posted by: Maria Atalanti

Published on: 30/01/2022

Back to Blog

 

Ο Στέλιος αγαπούσε πάρα πολύ τη θάλασσα και με κάθε ευκαιρία έπαιρνε το κόκκινο Mini Cooper του και συχνά, μαζί με τις δύο ξαδέλφες του, τραβούσαν για την παραλία. Όχι, οποιαδήποτε παραλία. Εκεί που τα νερά ήταν βαθιά γαλάζια και διάφανα. Στο κάβο Γκρέκο, κοντά στην Αγία Νάπα. Τότε, τέλος του 1970, αρχές του 1980, η περιοχή ήταν σχεδόν παρθένα, ελάχιστοι την επισκέπτονταν. Το ταξίδι έπαιρνε γύρω στις δύο ώρες. Πολλές φορές έφευγαν από τις έξι το πρωί και γύριζαν στις οκτώ το βράδυ.

Αγαπημένο τους σημείο ήταν οι σπηλιές της Αγίας Νάπας. Ένας μικρός κόλπος με σπηλιές γύρω –  γύρω, μέσα στα βράχια και πάνω ψηλά άλλες σπηλιές, σμιλευμένες από τη φύση σε ασβεστόλιθο. Ωραιότερη ήταν η γωνιακή σπηλιά, διαμπερής, φωτεινή, να ατενίζει από τη μία την Αγία Νάπα και από την άλλη το κάβο Γκρέκο. Ενδιάμεσα των ανοιγμάτων της σπηλιάς, από μια μικρή  οπή, σαν φινιστρίνι, έβλεπες μόνο το γαλάζιο του πελάγους. Η σπηλιά ήταν κατάλευκη. Έμοιαζε με σπιτάκι σε ελληνικό νησί. Ταίριαζε απόλυτα με τους μελοποιημένους από το Μίκη Θεοδωράκη, στίχους του Ελύτη, από το Άξιον Εστί:

…και τα σπίτια πιο λευκά

στου γλαυκού το γειτόνεμα…

Αυτό ήταν η σπηλιά τους!

Εκεί έπαιρναν και το λιτό γεύμα, που κουβαλούσαν μαζί τους, ατενίζοντας την απέραντη ομορφιά.

Από τη σπηλιά αυτή, ήταν δύσκολο να φθάσεις στη θάλασσα. Δεν υπήρχε ούτε μονοπάτι ούτε βατή διαδρομή. Έπρεπε προσεκτικά να κατεβαίνεις βήμα – βήμα τους απότομους βράχους και στο τέλος κατέληγες σε μια κάπως επίπεδη επιφάνεια, επίσης βραχώδη. Παραλία, με την έννοια της αμμουδιάς δεν υπήρχε. Όταν έμπαιναν όμως στη θάλασσα και βυθίζονταν στο βαθύ γαλάζιο, έβγαζαν άναρθρες κραυγές από χαρά και γέμιζαν με ενέργεια και ευτυχία.

Παρόλα αυτά,  η ευτυχία δεν ήταν ολοκληρωμένη. Έπρεπε να έχουν μία βάρκα για να μπορούν να ταξιδέψουν σε αυτή τη θάλασσα. Πού να τη βρουν όμως; Αν για τους τρεις τους αυτό ήταν μία επιθυμία, για τον Στέλιο ήταν όνειρο ζωής. Του είχε γίνει εμμονή.

Όπως ήταν, άνθρωπος πολυμήχανος και επίμονος, έψαχνε τρόπους, διερευνούσε κάθε πιθανότητα. Να αγοράσει, αδύνατο. Δεν υπήρχε η οικονομική ευχέρεια. Δεν έφτανε που το νεαρό της ηλικίας του, του εξασφάλιζε απλά ένα πολύ χαμηλό μισθό, ήταν και τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο του 1974, που οι συνθήκες ήταν τρομερά δύσκολες για όλους.

Αρχικά σκέφτηκε να βρει σχέδια και να την κατασκευάσει μόνος του. Κατάφερε μάλιστα να εξασφαλίσει κάποια σχέδια. Το εγχείρημα όμως αποδείχθηκε όχι απλά πολύ δύσκολο αλλά ακατόρθωτο, όταν τόλμησε να δοκιμάσει. Η προσπάθεια όμως δεν τέλειωσε μέχρι εδώ.

Μια μέρα ο Στέλιος τηλεφώνησε στις ξαδέλφες του:

-Ετοιμαστείτε, αγόρασα βάρκα, τους είπε. Αύριο θα πάμε στις σπηλιές να τη δοκιμάσουμε!

-Πώς, πού, με τι χρήματα;

-Εσείς ελάτε και θα δείτε.

Την Κυριακή ο Στέλιος ήρθε να τις παραλάβει με το κόκκινο Mini Cooper του. Βάρκα όμως δεν υπήρχε πουθενά. Όταν τον ρώτησαν πού είναι η βάρκα, αυτός τις διαβεβαίωσε:

-Μην ανησυχείτε. Ελάτε μαζί μου και θα έχουμε βάρκα!

Ξεκίνησαν λοιπόν για το αγαπημένο σημείο στο κάβο Γκρέκο. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής οι ξαδέλφες τον πίεζαν συνεχώς να τους πει πού είναι η βάρκα. Εκείνος όμως σιωπή. Πραγματική σφίγγα. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, ο Στέλιος προχώρησε στην αποκάλυψη:

-Η βάρκα που αγόρασα είναι μια μεταχειρισμένη πλαστική, την οποία θα πρέπει να φουσκώσουμε. Δυστυχώς, όταν μου την πούλησαν, δεν είχε κουπιά και έφερα αυτά. Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο!

Προς μεγάλη τους έκπληξη, τους παρουσίασε δύο παλιές, φθαρμένες  σκούπες που μάζεψε από την αυλή της μητέρας του!

-Μόνο αυτές μπόρεσα να βρω! Δικαιολογήθηκε

Οι ξαδέλφες του γέλασαν στην αρχή, αλλά κάπως ανησύχησαν στη συνέχεια. Στη βάρκα αντί κουπιά, κωπηλασία με σκούπες! Ήταν άραγε αυτό ασφαλές;

-Μη φοβάστε τις διαβεβαίωσε ο Στέλιος. Μια χαρά θα τα βγάλουμε πέρα. Τι κουπιά, τι σκούπες; Το ίδιο σχήμα έχουν.

Κατάφεραν να φουσκώσουν τη βάρκα και να την κατεβάσουν μέχρι τη θάλασσα. Πώς δεν την τρύπησαν στους βράχους; Μυστήριο.

Δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Οι φθαρμένες σκούπες έκανα μία χαρά τη δουλειά τους. Ο Στέλιος κωπηλατούσε και με κλειστά τα μάτια τραγουδούσε. Ο ήλιος λαμπύριζε πάνω στα γαλάζια νερά και παρόλο που η μόνη διαδρομή που έκαναν ήταν επαναλαμβανόμενοι κύκλοι στον μικρό κόλπο, η απόλαυση τους ήταν απερίγραπτη. Κάπου – κάπου βουτούσαν στη θάλασσα να δροσιστούν και μετά ανέβαιναν στο «σκάφος» τους. Ο Στέλιος αισθανόταν καραβοκύρης και οι ξαδέλφες, ευτυχισμένες επιβάτιδες σε γιοτ, που διέθετε και ζωντανή μουσική!

Τώρα το βράδυ, όταν οι δύο ξαδέλφες ανακάλυψαν ότι είχαν τσουρουφλιστεί από τον ήλιο, δεν πείραζε και τόσο! Είχαν κάνει το πρώτο τους ταξίδι με ιδιωτική βάρκα. Λίγο ήταν αυτό;

Σήμερα ο Στέλιος έχει μια κανονική βάρκα που κινείται με βενζίνη και ταξιδεύει άνετα στη θάλασσα. ‘Όμως εκείνη τη φουσκωτή βάρκα τότε, με τα κουπιά – σκούπες, δε θα την ξεχάσει ποτέ. Ήταν η εκπλήρωση μιας βαθιάς επιθυμίας και με τα δεδομένα της εποχής, η μόνη δυνατή λύση!

Δεν ξέρω αν οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έλεγαν το ρητό «Πενία τέχνας κατεργάζεται», είχαν υπόψη τους κάτι τέτοιο. Πάντως, στη συγκεκριμένη περίπτωση το ρητό θα μπορούσε να παραφραστεί σε:

«Πενία, σάρωθρα μετατρέπει εις κωπία και ο Θεός βοηθός!»

 

Φωτογραφία:

 

 

6 responses to “Η βάρκα”

  1. Tassou-Redor says:

    Wrees anamniseis

    • Maria Atalanti says:

      Θυμάσαι Άννα μου εκείνες τις εποχές; Ήταν οι φτωχότερες και ωραιότερες εποχές!

  2. Andreas Markides says:

    Beautiful memories! Keep them coming.

  3. Μόνικα Ανδρέου says:

    Τι αναμνήσεις!!! Πόσα μου θύμησες! Εκείνη η εποχή είναι ανεπανάληπτη! Και τόσο ωραία τα έγραψες!!

    • Maria Atalanti says:

      Αισθάνομαι ότι όταν αυτά τα επεισόδια καταγράφονται αποκτούν υπόσταση και παρουσία στο χρόνο.

Leave a Reply

Your email address will not be published.